Η δημόσια ραδιοτηλεόραση έχει ιδιωτικοποιηθεί εδώ και χρόνια… Έχει ιδιωτικοποιηθεί μέσα στα χρυσοπληρωμένα σκουπίδια της showbiz, μέσα στην περιφρόνηση της παιδευτικής και εκπολιτιστικής αποστολής της, μέσα στην αυτόβουλη περιστολή της σ’ ένα κακόγουστο «ψυχαγωγικό» τσίρκο, όπου προεξάρχουν οι κακέκτυπες «ελαφρές» εκπομπές και τα μικροαστικά/αγροτικά μελοδράματα

Ένα από τα επιχειρήματα που προτάσσονται εναντίον των «επιτιθέμενων» κατά του ΡΙΚ είναι ότι βάλλουν κατά της κρατικής ραδιοτηλεόρασης εμφορούμενοι από ένα τυφλό νεοφιλελεύθερο πάθος υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων. Τους ενοχλεί που είναι κρατικό ίδρυμα, λένε οι επικριτές, διότι οτιδήποτε κρατικό θέλουν να το συντρίψουν και, άρα, το ΡΙΚ δεν θα αποτελούσε εξαίρεση.

Επιχειρηματολογία που εντάσσεται στο πλαίσιο της ιδεολογικοπολιτικής σύγκρουσης όσον αφορά τη σχέση δημόσιου - ιδιωτικού, σχέση εξόχως πολιτική και όχι μόνον οικονομική, όπως θέλουν να την παρουσιάζουν κάποιοι και στη Δεξιά και στην Αριστερά.

Το πρόβλημα, ωστόσο, του ΡΙΚ, παρά τις «σημασιολογικές μεταθέσεις» του στο πεδίο της ιδεολογικοπολιτικής αντιπαράθεσης, δεν είναι ότι πρόκειται για μια… κρατική ραδιοτηλεόραση, αλλά ότι πρόκειται για μιαν κακή ή ανεπαρκή κρατική ραδιοτηλεόραση, που υπολείπεται του κρίσιμου δημόσιου ρόλου της, εφελκυόμενη από τις… Σειρήνες της ιδιωτικής.

Το πρόβλημα είναι ότι είναι μια κρατική ραδιοτηλεόραση που απομιμείται, άσχημα και θλιβερά, την ιδιωτική τηλεόραση, προκειμένου να την ανταγωνιστεί σ’ ένα πεδίο που δεν αφορά τους όρους εντολής της. Που αποπειράται να γίνει ανταγωνιστική στο επίπεδο της πιο οικτρής ασημαντότητας, εκεί ακριβώς όπου η ιδιωτική τηλεόραση -με τις όποιες εξαιρέσεις- θριαμβεύει θεαματικά.

Κι αυτή η… επιτυχία, βεβαίως, έχει τεράστιο κόστος, το οποίο επωμίζονται οι φορολογούμενοι πολίτες (δεν χρειάζεται νομίζω να υπενθυμίσει κανείς τις δαπανηρότατες συμφωνίες με ελλαδικούς lifestyle τηλεοπτικούς σταθμούς, τις εκπομπές υποκουλτούρας και τις «πεταμένα λεφτά» παραγωγές).

Υπό αυτήν την έννοια, λοιπόν, η κρατική ραδιοτηλεόραση έχει «ιδιωτικοποιηθεί» εδώ και χρόνια, και μάλιστα με τον χειρότερο τρόπο, «χειρότερο» και από αυτόν τον οποίο «ονειρεύονται» ακόμη και οι πιο διαπρύσιοι «πολέμιοι» του δημόσιου χαρακτήρα της.

Έχει ιδιωτικοποιηθεί μέσα στα χρυσοπληρωμένα σκουπίδια της showbiz, μέσα στην περιφρόνηση της παιδευτικής και εκπολιτιστικής αποστολής της, μέσα στην αυτόβουλη περιστολή της σ’ ένα κακόγουστο «ψυχαγωγικό» τσίρκο, όπου προεξάρχουν οι κακέκτυπες «ελαφρές» εκπομπές και τα μικροαστικά/αγροτικά μελοδράματα.

Φυσικά, δεν είναι μικρό… κατόρθωμα να καταφέρεις να μεταγλωττίσεις στο ιδίωμα της ποταπότητας όλες τις ανεκπλήρωτες φαντασιώσεις του μέσου Κύπριου, και μάλιστα στη συσκευασία ενός. Οι άνθρωποι εκεί στο ημικρατικό, την έκαναν καλά τη δουλειά. Κωδικοποίησαν, και καταχώρισαν στο διηνεκές, ως απαράγραπτα στοιχεία της νεοκυπριακής ταυτότητας, όλα τα ρημάδια της διεθνούς υποκουλτούρας.

Βλέποντας, πολύ γρήγορα, τη μονοκρατορία της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης να καταρρέει και τον πατερναλιστικό ρόλο που επιχείρησε να διαδραματίσει στο νέο ραδιοτηλεοπτικό σκηνικό να μετατρέπεται στη μίζερη, αποκρουστική μάσκα αποκαμωμένου κομπάρσου, που σύρεται, περιβεβλημένος το ειδεχθές σαρκίο του, στην άκρη της σκηνής, άρπαξαν τα πρώτα κουρελόρουχα που βρήκαν στον δρόμο, και τώρα, προτάσσοντας το επιχρυσωμένο δισκίο του έκπτωτου, ελέω θεού, βασιλέως, επαιτούν για ολίγα… επάργυρα ψίχουλα, ώστε να ταΐσουν όλους εμάς, τους χαμερπείς υπηκόους.

Για να το πούμε αλλιώς, ανίκανοι να εκτιμήσουν τις εξελίξεις και τον ρόλο που όφειλε να παίξει η κρατική τηλεόραση μέσα στο νέο περιβάλλον -ρόλος που, επαναλαμβάνουμε, συνάπτεται πρώτιστα με την παιδεία και την επιμόρφωση των πολιτών- επιδόθηκαν σ’ ένα εξουθενωτικό και άσκοπο ανταγωνιστικό ράλι με τα ιδιωτικά κανάλια, με… βενζίνη τα λεφτά του Κύπριου πολίτη, ο οποίος, κάθεται, σήμερα, στην πολυθρόνα του και παρακολουθεί, ενεός, το δημόσιο κανάλι να του ρίχνει στα μούτρα όλη την αξιοθέατη σαβούρα της τηλεοπτικής χωματερής. Επιβλητική πινακοθήκη της τηλεοπτικής κακογουστιάς: αυτό είναι σήμερα το δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό ίδρυμα, το οποίο υποχρεώνει τους πολίτες να χρυσοπληρώνουν οι ίδιοι από την τσέπη τους το αντίτιμο για την ίδια την αποβλάκωσή τους.

Κατάφεραν, ελαφρά τη καρδία, παραγνωρίζοντας και προσβάλλοντας την ανεκτίμητη, κατά το παρελθόν, προσφορά του ΡΙΚ στην κυπριακή κοινωνία, να το μετατρέψουν στο «άθλιο χαζοκούτι που πληρώνουμε». Και δεν είναι τυχαίο πως, το κρατικό ίδρυμα, βρίσκεται κυριολεκτικά στον πάτο, όσον αφορά την παραγωγή επιμορφωτικών και πολιτιστικών προγραμμάτων, ενώ θα έπρεπε, αντίθετα, να πρωτοπορεί. Η σύγκριση με αντίστοιχα κρατικά κανάλια άλλων χωρών προκαλεί… ίλιγγο.

Όσον αφορά, τέλος, τον επιβαλλόμενο, ως κρατική τηλεόραση, υπερκομματικό και ακηδεμόνευτο χαρακτήρα του, αυτόν ουδέποτε τον είχε για να τον έχει τώρα.