Σημερινή

Δευτέρα, 24/09/2018
RSS

Σε ναρκοπέδιο η Ελλάδα μετά από «οκτώ χαμένα χρόνια»

| Εκτύπωση | 12 Αύγουστος 2018, 18:00 | Σημερινή

FINANCIAL TIMES KAI WASHINGTON POST

Με μελανά χρώματα περιγράφονται οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας σε δημοσιεύματα των Financial Times και της Washington Post την περασμένη εβδομάδα. Την ώρα που η Ελλάδα είναι έτοιμη να ολοκληρώσει το τελευταίο της πρόγραμμα διάσωσης και δεν θα χρειαστεί προς το παρόν πρόσθετη οικονομική βοήθεια, η Washington Post σημειώνει ότι η χώρα εξακολουθεί «να έχει υπερβολικό χρέος, μικρή ανάπτυξη και πολύ εύθραυστο ιδιωτικό τομέα για να υποστηριχθεί ότι δεν θα χρειαστεί περισσότερη βοήθεια στη συνέχεια».

Όπως αναφέρεται στο δημοσίευμα, η Ελλάδα υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες οικονομικές αποτυχίες που έχουν υπάρξει ποτέ χωρίς να επικρατεί πόλεμος ή κάποια επανάσταση. «Υπάρχουν μόνο τέσσερις χώρες που η οικονομία τους έχει συρρικνωθεί περισσότερο - από ό, τι στην Ελλάδα τα τελευταία δέκα χρόνια: η Λιβύη, η Υεμένη, η Βενεζουέλα και η Ισημερινή Γουινέα. Οι δύο πρώτες χτυπήθηκαν από εμφύλιο και οι άλλες δύο είναι πετρελαιοπαραγωγές δικτατορίες που ήταν τόσο διεφθαρμένες και ανίκανες ώστε βούλιαξαν κατά την πετρελαϊκή κρίση». Όλα συνηγορούν, σχολιάζει η εφημερίδα, ότι η Ελλάδα θα έχει και πάλι ανάγκη από εξωτερική οικονομική ενίσχυση κάποια στιγμή στο μέλλον.

Οι Financial Times αποτιμώντας την κατάσταση αναφέρονται σε «οκτώ χαμένα χρόνια»: η ελληνική οικονομία συρρικνώθηκε κατά 1/4, το διαθέσιμο εισόδημα κατά 1/3, περισσότεροι από 300.000 μετανάστευσαν και η ανεργία είναι στο 20%. Στο δημοσίευμα της αγγλικής εφημερίδας σημειώνεται επίσης ότι στον ιδιωτικό τομέα, όσες επιχειρήσεις κατάφεραν να επιβιώσουν και να έχουν κέρδος δείχνουν σημάδια αισιοδοξίας. Όχι χωρίς πόνο βέβαια, όπως σημειώνει ο Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Μικρών Επιχειρήσεων, Παύλος Ραβάνης: Το 20% των μικρών επιχειρήσεων καινοτόμησαν επιτυχώς. Το 40% απλά επιβιώνει, δηλαδή εξυπηρετεί χρέη αλλά χωρίς κέρδη. Και το υπόλοιπο 40% είναι εταιρείες «ζόμπι», που δεν πληρώνουν φόρους ή δάνεια. Μόνο οι μισές από αυτές είναι «διασώσιμες».

Στο δημόσιο, ωστόσο, «η αναποτελεσματική δημόσια διοίκηση και το εκπαιδευτικό σύστημα που παραπαίει αντιστάθηκαν στη μεταρρύθμιση», γεννώντας ερωτήματα για το πόσο δεσμευμένοι είναι οι Έλληνες στις διαρθρωτικές αλλαγές που χρειάζονται για μια βιώσιμη ανάκαμψη, σχολιάζει η εφημερίδα. Σημειώνεται ότι σημαντικό βαρόμετρο για το πόση διάθεση για αλλαγή υπάρχει είναι κατά πόσο μετά την 20ή Αυγούστου η κυβέρνηση θα υπαναχωρήσει από κάποιες μεταρρυθμίσεις. Εκτιμάται ότι θα υπάρξει πολιτική πίεση σε θέματα όπως οι συντάξεις και οι διορισμοί στο δημόσιο καθώς πλησιάζουν οι εκλογές.

Το δημοσίευμα κλείνει με την παρατήρηση της Αναπληρώτριας Διευθύντριας της δεξαμενής σκέψης Bruegel των Βρυξελλών Μαρίας Δεμερτζή ότι «ο λόγος για τον οποίο το πρόγραμμα διήρκεσε τόσο πολύ είναι ότι δεν έχουμε καταφέρει να χτίσουμε μία συναίνεση. Δεν είμαστε ικανοί να καθίσουμε κάτω και να πούμε ‘ποιο είναι το πρόβλημα, πώς μπορούμε να το λύσουμε; Και αυτό μας κρατά πίσω».