Σημερινή

Τετάρτη, 19/09/2018
RSS

Δυο ανάσες πριν από την επενδυτική βαθμίδα η Κύπρος

| Εκτύπωση | 29 Ιούλιος 2018, 18:00 | Σημερινή

Ο Οίκος Πιστοληπτικής Αξιολόγησης Moody’s, πέρα από τις θετικές προοπτικές της κυπριακής οικονομίας, επισημαίνει και μία σειρά από κινδύνους, που μπορεί να οδηγήσουν σε υποβάθμιση

Σε αναβάθμιση της μακροπρόθεσμης πιστοληπτικής ικανότητας της Κύπρου στο Ba2, από Ba3, προχώρησε αργά το βράδυ της Παρασκευής ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody’s. Ταυτόχρονα, ο αμερικανικός οίκος επιβεβαίωσε τη βραχυπρόθεσμη αξιολόγηση της Κύπρου στο NP (Not Prime) και στο (P)NP, ενώ έθεσε σε σταθερό ορίζοντα, από θετικό, τις προοπτικές της κυπριακής οικονομίας. Με την αναβάθμιση αυτή, ο Moody’s διατηρεί πλέον την Κύπρο δύο βαθμίδες κάτω από την επενδυτική κατηγορία. Η αναβάθμιση, σύμφωνα με τον Moody’s, οφείλεται στη συνεχιζόμενη ανάκαμψη του τραπεζικού συστήματος της Κύπρου και στη θετική θεμελιώδη τάση του ισολογισμού της Κυβέρνησης.

Τι πρέπει να γίνει για νέα αναβάθμιση

Ο Moody’s τονίζει πως θα αλλάξει τις προοπτικές σε θετικές και θα αναβαθμίσει την Κύπρο εάν συμπεράνει ότι οι μακροοικονομικές συνθήκες και οι πολιτικές ενέργειες θα έχουν αποτέλεσμα μια «συνεχή και σημαντική μείωση» του δημόσιου χρέους και των μη εξυπηρετούμενων δανείων στον τραπεζικό τομέα. Αντίθετα, όπως σημειώνει, θα υποβαθμίσει την Κύπρο και τις προοπτικές της εάν η ανάπτυξη και οι δημοσιονομικές πολιτικές οδηγήσουν σε αναστροφή της πτωτικής πορείας του χρέους.

«Αποτυχία των πρόσφατων νομοθετικών δράσεων και των παρεμβάσεων στον τραπεζικό τομέα να οδηγήσουν σε σημαντική μείωση του ποσοστού των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα είναι επίσης αρνητικό», υπογραμμίζει. Επιπλέον, ο οίκος αναμένει ότι το δημόσιο χρέος θα αρχίσει να μειώνεται και πάλι το 2019 κατά 5-6 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως και μέχρι το 2021 ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ της γενικής Κυβέρνησης θα μειωθεί κάτω από το 90%.

Οι λόγοι

Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Moody’s, ο πρώτος λόγος της αναβάθμισης οφείλεται στη συνεχιζόμενη ανάκαμψη του τραπεζικού συστήματος της χώρας, τονίζοντας ότι «η Κύπρος έχει κάνει ένα σημαντικό βήμα στην ανάκαμψη του τραπεζικού της τομέα τους τελευταίους μήνες». Ο διεθνής οίκος αναφέρεται στη συνέχεια στις προσπάθειες της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας για εξεύρεση επενδυτή για αγορά είτε ολόκληρης της τράπεζας είτε μέρους των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεών της και σημειώνει ότι τα συνεργατικά ιδρύματα ήταν πάντα τα ασθενέστερα μέσα στον κυπριακό τραπεζικό τομέα.

Αναφέρει επίσης ότι η κυπριακή Κυβέρνηση και οι ευρωπαϊκές Αρχές προσπάθησαν δύο φορές (τον Φεβρουάριο του 2014 και τον Δεκέμβριο του 2015) να καταστήσουν αυτά τα πιστωτικά ιδρύματα οικονομικά βιώσιμα, αλλά «το 2018 ήταν σαφές ότι η ΣΚΤ δεν ήταν βιώσιμη υπό τη σημερινή της μορφή».

Σημειώνει ότι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια της ΣΚΤ ανήλθαν στο 59% των ακαθάριστων δανείων τον Σεπτέμβριο του 2017, ενώ οι προβλέψεις βρίσκονταν στο χαμηλό επίπεδο του 45%. Προσθέτει ότι η συναλλαγή σε σχέση με τη ΣΚΤ θα κοστίσει στην Κυβέρνηση πέραν του 15% του ΑΕΠ και κατά 1 δισεκατομμύριο ευρώ περισσότερο απ' ό,τι είχε αρχικά ανακοινωθεί. Συνολικά η Κυβέρνηση έχει εκδώσει χρέος για την εκκαθάριση της ΣΚΤ ύψους €3,19 δισεκατομμυρίων.

Βραχνάς τα ΜΕΔ

Σύμφωνα με τον οίκο, το κυπριακό τραπεζικό σύστημα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις καθώς πέραν του 50% των δανείων που παραχωρήθηκαν στα κυπριακά νοικοκυριά είναι μη εξυπηρετούμενα και το συνολικό ποσοστό των ΜΕΔ υπερβαίνει σήμερα το 100% του ΑΕΠ. Αναφέρει επίσης ότι τα ΜΕΔ σε ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα θα μειωθούν κατά το ένα τρίτο όταν τα ΜΕΔ της ΣΚΤ μεταφερθούν στην εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων.

Δημόσιο χρέος και ΕΣΤΙΑ

Ο δεύτερος λόγος της αναβάθμισης της Κύπρου, σύμφωνα με τον Moody’s, είναι η θετική θεμελιώδης τάση σε σχέση με τον ισολογισμό της Κυβέρνησης. «Η θετική δυναμική του χρέους υποστηρίζεται από το μεγάλο δημοσιονομικό πλεόνασμα της Κύπρου καθώς και από την ισχυρή οικονομική ανάπτυξη. Το δημοσιονομικό πλεόνασμα έχει επίσης διαρθρωτικό χαρακτήρα, αν και το μέγεθος του διαρθρωτικού πλεονάσματος μειώνεται», τονίζει.

Ο διεθνής οίκος αξιολόγησης τονίζει ότι «μεγάλος αριθμός επενδυτικών σχεδίων και κατασκευών δίνει στην ανάπτυξη μια προσωρινή ώθηση για τα επόμενα χρόνια σε επίπεδα που υπερβαίνουν το δυνητικό ποσοστό ανάπτυξης της χώρας κατά περίπου 2% ετησίως, αλλά αναμένουμε», όπως σημειώνει, «ότι η ανάπτυξη θα μειωθεί σταδιακά στη συνέχεια προς το δυνητικό της ποσοστό».

Παρά το εφάπαξ κόστος που θα έχει για την Κυβέρνηση η συναλλαγή για την ΣΚΤ, η οποία θα καθυστερήσει τις κυβερνητικές προσπάθειες για μείωση του χρέους κατά 3 χρόνια, ο αμερικανικός οίκος αναμένει ότι το χρέος προς το ΑΕΠ θα αρχίσει πάλι να μειώνεται το 2019 και μετά το νέο ανώτατο ποσοστό του 107,0%, στο οποίο θα ανέλθει το 2018.

Αυτή η μείωση του χρέους θα υποστηριχθεί από την ισχυρή οικονομική ανάπτυξη και τα συνεχή πρωτογενή πλεονάσματα, σημειώνει. Σύμφωνα με το βασικό σενάριο του Moody’s, το δημόσιο χρέος της Κύπρου θα μειώνεται κατά 5-6 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως με αποτέλεσμα ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ της γενικής Κυβέρνησης να μειωθεί κάτω από το 90% μέχρι το τέλος του 2021.

Αναφερόμενος στο σχέδιο ΕΣΤΙΑ, ο οίκος αξιολόγησης λαμβάνοντας υπόψη τις κρατικές επιδοτήσεις για το πρόγραμμα αυτό, αναφέρει ότι θα έχει επαναλαμβανόμενο δημοσιονομικό κόστος 0,1-0,2% του ΑΕΠ κατά τα επόμενα 20-25 χρόνια.

Θετική αξιολόγηση και για Τράπεζα Κύπρου

Σε μιαν άλλη εξέλιξη, ο Οίκος Πιστοληπτικής Αξιολόγησης Standard and Poor’s επιβεβαίωσε την μακροπρόθεσμη και βραχυπρόθεσμη αξιολόγηση της Τράπεζας Κύπρου στο «Β». Επίσης, ο οίκος έθεσε σε θετικές τις προοπτικές της τράπεζας. Ο S&P αναμένει ότι η ισχυρή οικονομική ανάκαμψη, η ανάκαμψη των τιμών των ακινήτων, οι εν εξελίξει μεταρρυθμίσεις στο νομικό και δικαστικό πλαίσιο και η εκκαθάριση της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας θα συμβάλουν στη μείωση των σημαντικών οικονομικών ανισορροπιών που συσσωρεύτηκαν από το κυπριακό τραπεζικό σύστημα στη διάρκεια της κρίσης».

«Αναμένουμε τώρα ότι το εξαιρετικά υψηλό ποσοστό των προβληματικών περιουσιακών στοιχείων της Κύπρου θα είναι σχεδόν στο μισό μέχρι το τέλος του 2018 σε σύγκριση με πριν από ένα έτος», υπογραμμίζει ο S&P.