Σημερινή

Τετάρτη, 26/09/2018
RSS

Γιατί ανακάμπτει σταδιακά το λιανεμπόριο

| Εκτύπωση | 29 Ιούλιος 2018, 18:00 | Του Τάσου Γιασεμίδη

ΟΙ ΑΛΛΑΓΕΣ ΠΟΥ ΕΦΕΡΕ Η ΚΡΙΣΗ: ΠΙΟ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΟΙ ΟΙ «ΠΑΙΚΤΕΣ» ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΕΣ

Ο ΤΟΜΕΑΣ ΑΛΛΑΞΕ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ, ΜΕ ΑΡΚΕΤΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΝΑ ΑΝΑΣΤΕΛΛΟΥΝ ΤΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ, ΝΕΟΥΣ ΠΑΙΚΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΚΑΙ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΟΥΣ ΝΑ ΕΝΙΣΧΥΟΝΤΑΙ


Βελτιωμένα είναι τα στατιστικά που αφορούν το λιανεμπόριο, καθώς και άλλοι δείκτες που αφορούν την κατανάλωση. Αυτό σχετίζεται με την ενίσχυση του οικονομικού κλίματος αλλά και του τουριστικού ρεύματος. Σύμφωνα με προκαταρκτικές εκτιμήσεις της Στατιστικής Υπηρεσίας, ο Δείκτης Αξίας Κύκλου Εργασιών Λιανικού Εμπορίου για τον μήνα Μάιο 2018 αυξήθηκε κατά 4,9% σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους και έφτασε στις 115,8 μονάδες (βάση 2015=100). Για την περίοδο Ιανουαρίου-Μαΐου 2018, ο δείκτης υπολογίζεται ότι σημείωσε αύξηση 5,8% σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2017.

Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της JCC, η αξία των συναλλαγών των Κυπρίων με πιστωτικές κάρτες στην εγχώρια αγορά αυξάνεται, με παρόμοιες τάσεις να καταγράφονται στις εγγραφές σαλούν αυτοκινήτων και στον αριθμό χρηματοδοτικών πιστώσεων που παραχωρούνται από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Η αύξηση των εισπράξεων του ΦΠΑ, ενός έμμεσου φόρου επί της κατανάλωσης, ενισχύει τα δημόσια οικονομικά και επιβεβαιώνει την τάση ανάκαμψης του λιανικού εμπορίου. Μέρος του αυξημένου όγκου του λιανεμπορίου οφείλεται στην «εισαγόμενη κατανάλωση» είτε λόγω του τουρισμού (οι αφίξεις σημειώνουν σημαντική βελτίωση) είτε λόγω ατόμων που αποφασίζουν να εγκατασταθούν στην Κύπρο για φορολογικούς ή άλλους λόγους.

Αυξημένη η διαθέσιμη ρευστότητα

Σημαντικός παράγοντας για την ενίσχυση της κατανάλωσης, πέραν της ψυχολογικής διάθεσης των καταναλωτών, είναι η διαθέσιμη ρευστότητα που υπάρχει στην αγορά και το ύψος των εισοδημάτων των νοικοκυριών. Υπενθυμίζεται ότι αμέσως μετά τα γεγονότα του 2013 και την εφαρμογή του μνημονίου, υπήρξε σημαντική μείωση στον όγκο του λιανικού εμπορίου, αφενός λόγω της αφαίρεσης από το σύστημα μεγάλου ποσού καταθέσεων και, αφετέρου, λόγω της αλλαγής στις συνήθειες των καταναλωτών μετά τον περιορισμό των εισοδημάτων τους, λόγω των νέων φόρων και των περικοπών και λόγω της αυξημένης ανεργίας (αθροιστικά).

Η πλειονότητα των καταναλωτών, ως απόρροια των μέτρων που εφαρμόστηκαν, αναπροσάρμοσαν τον προϋπολογισμό τους περιορίζοντας τα έξοδα που θεωρούσαν περιττά. Ο υψηλός ιδιωτικός δανεισμός οδήγησε τα νοικοκυριά σε αναπροσαρμογή των συνηθειών τους, ώστε να είναι δυνατή η εξυπηρέτηση των υποχρεώσεών τους (κάτι που περιόρισε σημαντικά τις δαπάνες για καταναλωτικά αγαθά). Την ίδια στιγμή, συρρικνώθηκε ο κύκλος εργασιών και τα διαθέσιμα ρευστά των επιχειρήσεων περιορίζοντας τις κεφαλαιακές και λειτουργικές τους δαπάνες.

Μείωση επιτοκίων καταθέσεων και αύξηση φορολογίας επί των τόκων

Η σημαντική μείωση των επιτοκίων των καταθέσεων σε συνδυασμό με την αύξηση της φορολογίας επί των τόκων στο 30%, οδήγησαν πολλούς συμπολίτες μας στην αναζήτηση επενδυτικών ευκαιριών καθώς και στην αύξηση των δαπανών, όπως για παράδειγμα η αγορά αυτοκινήτου.

Από την άλλη, η μείωση των δανειστικών επιτοκίων δίνει τη δυνατότητα για δανειοδότηση εφόσον το χαμηλό, προς το παρόν, κόστος δανεισμού περιορίζει και τις δόσεις που απαιτούνται για την αποπληρωμή των δανείων. Παρ’ όλο που τα τραπεζικά ιδρύματα διαθέτουν σημαντικά αποθέματα ρευστότητας, οι δανειοδοτήσεις γίνονται με τον πλέον προσεκτικό τρόπο, ενώ τα έγγραφα που απαιτούνται έχουν αυξηθεί σημαντικά.

Τονίζεται ότι, για να γίνει δυνατή η δανειοδότηση, θα πρέπει να υπάρχει ξεκάθαρο πλάνο αποπληρωμής, συνεισφορά ιδίων κεφαλαίων από τον δανειολήπτη (για όσους διαθέτουν αυτά τα κεφάλαια) και η δόση να μην αποτελεί ένα μεγάλο ποσοστό επί των μηνιαίων απολαβών ή κερδοφορίας, αν αναφερόμαστε σε επιχειρήσεις. Συνεπώς εταιρείες ή νοικοκυριά με υψηλά ποσοστά μόχλευσης δεν μπορούν να προχωρήσουν σε νέους δανεισμούς. Θα πρέπει να τονιστεί ότι τα προγράμματα της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων ενισχύουν την προσπάθεια παραχώρησης δανείων για επιχειρηματική επαναδραστηριοποίηση.

Αυξημένες δαπάνες του κράτους

Την ίδια στιγμή, αυξημένες εμφανίζονται οι δαπάνες του κράτους κυρίως σε ό,τι αφορά τους μισθούς λόγω και των νέων προσλήψεων που έγιναν, κάτι που επίσης ενισχύει την κατανάλωση. Ο προϋπολογισμός του κράτους αποτελεί σημαντικό δημοσιονομικό εργαλείο ενίσχυσης της οικονομίας. Τα προηγούμενα χρόνια, με τους περιορισμούς που υπήρχαν, η σύνταξη του προϋπολογισμού αδυνατούσε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην οικονομική ανάπτυξη και έτσι το βάρος είχε εν πολλοίς μετατοπιστεί στον ιδιωτικό τομέα. Σημειώνεται ότι η βελτίωση των δημόσιων οικονομικών έδωσε τη δυνατότητα αυξημένων δαπανών από την Κυβέρνηση με το ξεπάγωμα θέσεων, τη σταδιακή επαναφορά των μισθών των κρατικών υπαλλήλων και την εκτέλεση συγκεκριμένων έργων.

Αύξηση ξένων επενδύσεων

Υπενθυμίζεται ότι το 2017 καταργήθηκε η εφαρμογή μέτρων που επιβάρυναν τα νοικοκυριά, όπως η έκτακτη εισφορά επί μισθών και συντάξεων και ο φόρος ακίνητης ιδιοκτησίας, ενώ υπήρξε σταδιακή ενίσχυση της ρευστότητας με την αύξηση των ξένων επενδύσεων, πέρα από την αύξηση των δανείων που παραχωρήθηκαν.

Σημαντική είναι και η συνεισφορά στην οικονομία όσων αποφασίζουν να μετακομίσουν μόνιμα στη χώρα ή να επενδύσουν σε ακίνητα, έχοντας υπόψη τα κίνητρα πολιτογράφησης αλλά και τα φορολογικά και πολεοδομικά κίνητρα που παραχωρήθηκαν. Την ίδια στιγμή, η επιλογή ξένων εταιρειών να δημιουργήσουν βάση στην Κύπρο (substance) οδηγεί σε αυξημένη ζήτηση ενοικίων και ενίσχυση της κατανάλωσης, εφόσον τα στελέχη των εταιρειών αυτών μετακομίζουν στην Κύπρο.

Νέος χάρτης μετά την κρίση

Τονίζεται ότι ο λιανικός τομέας αναδιαρθρώθηκε σημαντικά λόγω της κρίσης, με αρκετές εταιρείες, κυρίως μικρομεσαίες (παρόλο που είδαμε και μεγάλες αλυσίδες να πτωχεύουν,) να αναστέλλουν τις δραστηριότητές τους λόγω οικονομικών προβλημάτων. Την ίδια ώρα νέοι «παίκτες» μπήκαν στην αγορά και κάποιοι υφιστάμενοι ενίσχυσαν τον κύκλο εργασιών τους.

Αλλαγή παρατηρείται και στη νοοτροπία των καταναλωτών, οι οποίοι είναι πιο προσεκτικοί στις αγορές και στις δαπάνες τους και προχωρούν σε έρευνα αγοράς πριν προχωρήσουν σε αυτές. Επιπρόσθετα, σημειώνεται αύξηση στις διαφημίσεις των εταιρειών του τομέα και των κονδυλίων που δαπανώνται για σκοπούς προβολής και προώθησης.

Η ενίσχυση του τομέα περιορίζει και τον αριθμό των ανέργων εφόσον οι επιχειρηματίες του κλάδου προχωρούν σε προσλήψεις, την ίδια στιγμή που επεκτάσεις σε υφιστάμενα εμπορικά κέντρα και κατασκευή νέων βρίσκονται σε εξέλιξη. Τα βήματα που γίνονται πλέον είναι πιο προσεκτικά, εφόσον οι πλείστοι «παίκτες» της αγοράς φαίνεται να έχουν διδαχθεί από τις αποτυχίες του παρελθόντος, ειδικότερα μετά την κατάρρευση εταιρειών που θεωρούνταν «ιερά τέρατα» προ δεκαετίας.

Παράγοντες που επηρεάζουν

Η σταδιακή ανάκαμψη της οικονομίας οδηγεί και στην ενίσχυση του λιανικού εμπορίου, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι τα οφέλη αυτής της ανάκαμψης κατανέμονται ισομερώς σε όλους τους εμπλεκόμενους στον τομέα. Η μείωση της ανεργίας που επιτυγχάνεται σταδιακά και η ενίσχυση των οικογενειακών εισοδημάτων αποτελούν παράγοντες ενίσχυσης τόσο της κατανάλωσης, όσο και των εγχώριων επενδύσεων στη χώρα μας.

Υπενθυμίζεται ότι σημαντικοί παράγοντες που επηρεάζουν τους δείκτες της κατανάλωσης είναι η ψυχολογία των πολιτών αλλά και το εξωγενές περιβάλλον. Σε περιόδους κρίσεων και ανησυχίας (η Κύπρος πέρασε πρόσφατα μια τέτοια βραχεία περίοδο με τη διαδικασία ψήφισης των νομοσχεδίων για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στη Βουλή), η κατανάλωση συρρικνώνεται, εφόσον ο καταναλωτής παίρνει «αμυντική στάση» για διαφύλαξη των εισοδημάτων και κεφαλαίων του.