Σημερινή

Τετάρτη, 15/08/2018
RSS

Οι «βουτιές» της αγοράς έφεραν αναστάτωση

| Εκτύπωση | 11 Φεβρουάριος 2018, 18:00 | Του Παναγιώτη Γρηγορίου

ΚΑΘΗΣΥΧΑΖΟΥΝ, ΑΛΛΑ ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΙΓΟΥΡΟ, ΛΕΝΕ ΟΙ ΑΝΑΛΥΤΕΣ

Ο ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ, ΕΙΔΙΚΑ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΒΔΟΜΑΔΑΣ, ΗΤΑΝ ΤΟΣΟ ΕΝΤΟΝΟΣ, ΜΕ ΤΟΥΣ TRADERS ΝΑ ΣΧΟΛΙΑΖΟΥΝ ΟΤΙ ΕΙΧΑΝ ΝΑ ΔΟΥΝ ΤΕΤΟΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΡΥΦΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΤΟ 2008, ΚΑΘΩΣ ΣΕ ΜΙΑ ΜΟΛΙΣ ΜΕΡΑ «ΧΑΘΗΚΑΝ» ΠΕΡΙΠΟΥ 4 ΤΡΙΣ. ΔΟΛΑΡΙΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΩΣ

Οι επενδυτές, βλέποντας τα στοιχεία για την ανεργία, ανησύχησαν για μεγάλη άνοδο του πληθωρισμού, η οποία, νομοτελειακά, οδηγεί τις κεντρικές τράπεζες του πλανήτη να αυξήσουν τα επιτόκια και να ακολουθούν πιο συντηρητικές πολιτικές


Το σοκ που υπέστησαν την περασμένη εβδομάδα φάνηκε ότι θα ξεπερνούσαν οι διεθνείς αγορές μέσα στην εβδομάδα, αν και ο φόβος για μια νέα «βουτιά» των δεικτών παραμένει έντονος, μετά τις εξελίξεις στα τέλη της εβδομάδας. Οι πιέσεις έγιναν πιο έντονες κατά το δεύτερο κύμα μαζικών πωλήσεων που κατάκλυσε από την Πέμπτη τις παγκόσμιες αγορές, με τους δείκτες την Παρασκευή να μην μπορούν να ξεφύγουν από το κόκκινο. Είχαν προηγηθεί βαριές απώλειες στην Wall Street το βράδυ της Πέμπτης, με τον Dow Jones να χάνει 1.033 μονάδες, βιώνοντας τη δεύτερη χειρότερη ημέρα στην ιστορία του, ενώ το αρνητικό κλίμα συνεχίστηκε και στην Ασία, με την Κίνα να καταγράφει απώλειες άνω του 4%.

Ο προβληματισμός, ειδικά στις αρχές της βδομάδας, ήταν τόσο έντονος, με τους traders να σχολιάζουν ότι είχαν να δουν τέτοια εικόνα από την κορύφωση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης το 2008, καθώς σε μια μόλις μέρα «χάθηκαν» περίπου 4 τρισ. δολάρια παγκοσμίως. Οι περισσότερες αναλύσεις διεθνών παραγόντων μετά το ψύχραιμο διάβασμα των ημερών, έπειτα από την ανάκαμψη, φαίνεται να καταλήγουν στο ότι πρόκειται για μια διόρθωση της αγοράς και ειδικότερα στην Wall Street, όπου οι αποτιμήσεις των μετοχών είχαν απογειωθεί στα υψηλότερα επίπεδα από το 2000.

JP Morgan: «Θα ανακάμψει»

Οι αναλυτές εμφανίζονται καθησυχαστικοί και αναφέρουν ότι οι χειρότερες διακυμάνσεις στις αγορές έχουν πιθανότατα περάσει και το ισχυρό οικονομικό outlook θα τροφοδοτήσει την ανάκαμψη των μετοχών. Το πιο πάνω εκτιμά ο Kerry Craig, global market strategist της JP Morgan Asset Management, που σημειώνει ότι, ιστορικά, όταν ο δείκτης μεταβλητότητας VIX σκαρφαλώνει πάνω από τις 35 μονάδες χωρίς να υπάρχει σύνδεση με κάποια οικονομική επιβράδυνση, η αγορά ανακάμπτει με ισχυρό ρυθμό τους επόμενους 12 μήνες. "Η μεταβλητότητα μπορεί να παραμείνει για λίγο περισσότερο, αλλά το ισχυρό οικονομικό περιβάλλον και οι προοπτικές για τα επιχειρηματικά κέρδη σημαίνουν ότι συνεχίζουμε να προτιμούμε τις μετοχές", αναφέρει.

Goldman Sachs: Έρχονται μήνες «πόνου»

Εάν αυτό που ζούμε είναι απλώς μία διόρθωση, τότε, σύμφωνα με την ιστορία, έχουμε μπροστά μας άλλους τέσσερις μήνες «πόνου» στις αγορές, σημειώνει από την πλευρά της η Goldman Sachs σε report της, όπου εξετάζει την πορεία των αγορών έπειτα από ένα αρχικό 10% διόρθωσης. Αν, ωστόσο, οι απώλειες γίνουν βαθύτερες και μπούμε σε bear market, δηλαδή η διόρθωση ξεπεράσει το 20%, τότε θα χρειαστεί να περάσουν 22 μήνες προτού η αγορά επιστρέψει στα πρόσφατα υψηλά της, σύμφωνα, πάντα, με την ιστορία, επισημαίνει το reports της Goldman Sachs.

Citi: Αγορές ή φυγή;

H διόρθωση που φοβόμασταν ήρθε, και το ερώτημα είναι, θα πρέπει κανείς να αγοράσει τη βουτιά ή να τραπεί σε φυγή από τις αγορές, σημειώνει η Citigroup σε δικό της report. Σύμφωνα με τους στρατηγικούς αναλυτές της Citi, οι κυκλικές μετοχές και οι μετοχές ανάπτυξης "συγκρατήθηκαν" σχετικά καλά στο τρέχον sell-off, οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων διατηρήθηκαν κοντά στα υψηλά τους επίπεδα και τα εμπορεύματα δεν είδαν δραματικές ρευστοποιήσεις, όπως αυτές των μετοχών, καθώς η διόρθωση προκλήθηκε από ένα σοκ του πληθωρισμού, παρά από ένα σοκ ανάπτυξης.

Η μεγάλη «βουτιά»

Η καθοδική πορεία της Wall ξεκίνησε την πρώτη Παρασκευή του μήνα και κορυφώθηκε τη Δευτέρα, ύστερα από τη δημοσιοποίηση των στοιχείων για την απασχόληση στις ΗΠΑ,που έδειξαν απροσδόκητα μεγάλη αύξηση των μισθών. Τα συγκεκριμένα μακροοικονομικά στοιχεία «οδήγησαν» υψηλότερα τις αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων, «στέλνοντας» το μήνυμα στις αγορές ότι τα επιτόκια θα αυξηθούν γρηγορότερα από το αναμενόμενο. Εκείνη την ημέρα ο Dow Jones υποχώρησε 600 μονάδες και έδειξε τις πτωτικές του τάσεις.

Κανείς, όμως, δεν περίμενε αυτό που θα γινόταν με το που άνοιξαν ξανά οι αγορές. Τη Δευτέρα, αν και κατά το μεγαλύτερο μέρος της συνεδρίασης φαινόταν ότι οι απώλειες θα είναι κοντά στις 500 μονάδες (2%), μισή ώρα πριν από τη λήξη επικράτησαν συνθήκες πανικού, με τον Dow Jones να κάνει βουτιά άνω των 1.175 μονάδων ή 4,6%. Ήταν η μεγαλύτερη ημερήσια πτώση όλων των εποχών για τον ιστορικό δείκτη σε επίπεδο μονάδων και η μεγαλύτερη από τον Αύγουστο του 2011 σε ποσοστιαία βάση.

Μοιάζει με διόρθωση

Με μιαν απλή ανάγνωση των τίτλων που ακολούθησαν το «μίνι κραχ», θα μπορούσε να εξαχθεί εύκολα το συμπέρασμα ότι οι αγορές «βυθίζονται», «πνίγονται» ή «καταρρέουν». Οι τίτλοι ανέφεραν ότι πρόκειται για μιαν «άσχημη εικόνα», τόσο όσον αφορά την Αμερική, όσο και όσον αφορά τις ευρωπαϊκές αγορές. Όμως, αν δούμε καθαρά τους αριθμούς, φαίνεται ξεκάθαρα ότι οι αγορές επανήλθαν περίπου στα επίπεδα που κινούνταν στα μέσα Δεκεμβρίου, άρα τα περί «διόρθωσης» φαίνεται να ευσταθούν τη στιγμή που δεν ακολουθήθηκε ανάλογη πτώση τις επόμενες ημέρες.

Τονίζεται ότι η πτώση 7,8% του δείκτη S&P 500 κατά τη διάρκεια των τελευταίων συνεδριάσεων ήταν σε παρόμοια σε κλίμακα και σε ταχύτητα με τις πτώσεις που σημειώθηκαν τον Ιανουάριο του 2016 και τον Αύγουστο του 2015. Καμία, όμως, εξ αυτών των «κρίσεων» δεν είχε κάποια μόνιμη επίπτωση στις χρηματιστηριακές αγορές.

Τα αίτια της πτώσης

Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα το μέλλον, αλλά, βλέποντας το τι γίνεται σε μακροοικονομικό επίπεδο, μπορεί να εξάγει σημαντικά συμπεράσματα. Το στοιχείο που αναμένεται να επιστρέψει, πάντως, για τα καλά, είναι αυτό της μεταβλητότητας, ύστερα από δύο χρόνια ηρεμίας. Οι Κυβερνήσεις εστίασαν πολύ στη δημοσιονομική πολιτική και έριξαν εκεί το βάρος τους. Οι κεντρικές τράπεζες, βλέποντας την αγορά να επανέρχεται στα επίπεδα προ κρίσεων, άφησαν μόνες τους τις αγορές. Έτσι, φτάσαμε στο ράλι με κέρδη 45% από την ημέρα της εκλογής του Ντόναλντ Τραμπ, τον Νοέμβριο του 2016.

Οι επενδυτές, βλέποντας τα στοιχεία για την ανεργία, ανησύχησαν για μεγάλη άνοδο του πληθωρισμού, η οποία, νομοτελειακά, οδηγεί τις κεντρικές τράπεζες του πλανήτη να αυξήσουν τα επιτόκια και να ακολουθούν πιο συντηρητικές πολιτικές. Έτσι, τα προβλήματα άρχισαν από τις αγορές ομολόγων και έπειτα εξαπλώθηκαν με μεγάλη ορμή στις μετοχές, στα κρυπτονομίσματα και σε μέρος των εμπορευμάτων. Οι επενδυτές κατέφυγαν στο γνωστό καταφύγιο του χρυσού, του οποίου η τιμή ανήλθε σε υψηλά εξαμήνου.

«Βυθίστηκαν» και τα κρυπτονομίσματα

Στον όλο «κυκεώνα» της πτώσης βυθίστηκε και το bitcoin και γενικότερα η αγορά των κρυπτονομισμάτων που, ούτως ή άλλως, δεν φημίζεται για τη σταθερότητά της. Η αγορά αυτή έπεσε ακόμα και κατά 17%, αναγκάζοντας το bitcoin να υποχωρήσει ενδοσυνεδριακά στα 5920 δολάρια, στα χαμηλότερα επίπεδα από τα μέσα Νοεμβρίου, προτού ανακάμψει πάνω από τα 7.000 δολάρια

Επισημαίνεται ότι, εξαιτίας των μαζικών ρευστοποιήσεων, με αφορμή τις προειδοποιήσεις για φούσκα, αλλά και τους αυστηρότερους κανόνες των ρυθμιστικών Αρχών στα ψηφιακά νομίσματα, μέσα σε έναν περίπου μήνα έχουν χαθεί περισσότερα από 550 δισ. δολάρια από τη συνολική κεφαλαιοποίηση των κρυπτονομισμάτων. Το bitcoin παρέσυρε και τα υπόλοιπα ψηφιακά νομίσματα, με το ethereum -το δεύτερο μεγαλύτερο- να κάνει βουτιά πάνω από 11%, ενώ το ripple υποχώρησε κατά 7%.

Δεν ανησυχεί η Κυβέρνηση των ΗΠΑ

Από την πλευρά του, καθησυχαστικός εμφανίστηκε ο Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Στίβεν Μνούτσιν, για την "ελεύθερη πτώση" της Γουόλ Στριτ, τονίζοντας ότι αυτό δεν θα κλονίσει τα θεμελιώδη στοιχεία της αγοράς. «Δεν ανησυχώ υπερβολικά για τη ρευστότητα στην αγορά. Πιστεύω ότι τα θεμελιώδη στοιχεία της είναι αρκετά ισχυρά» είπε ο Μνούτσιν μιλώντας σε βουλευτές κατά τη διάρκεια μιας προγραμματισμένης ακρόασης στο Καπιτώλιο.

«Νομίζω ότι αυτό που βλέπουμε είναι μια συνηθισμένη διόρθωση της αγοράς, αν και ευρεία», πρόσθεσε, εξηγώντας ότι δεν υπάρχουν ανησυχίες για την οικονομική σταθερότητα. Ο Μνούτσιν σημείωσε ότι η Γουόλ Στριτ παραμένει ακόμη σε πιο υψηλό επίπεδο απ’ ό,τι ήταν πριν αναλάβει την Προεδρία ο Ντόναλντ Τραμπ και ότι η Κυβέρνηση επικεντρώνεται στη μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη.

Κάλεσε, επίσης, τους βουλευτές να αυξήσουν το όριο του χρέους, αλλά απέφυγε να σχολιάσει, αν αυτό μπορεί να γίνει εντός της εβδομάδας, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης συμφωνίας, προκειμένου να αποφευχθεί μια επανάληψη του τριήμερου «κλεισίματος» της ομοσπονδιακής Κυβέρνησης, όπως είχε συμβεί τον Ιανουάριο. Την περασμένη εβδομάδα ο Μνούτσιν ζήτησε από το Κογκρέσο να αυξήσει το όριο του χρέους «το συντομότερο δυνατό», ώστε η Κυβέρνηση να μπορέσει να πληρώσει τα επιδόματα των υπαλλήλων και άλλες υποχρεώσεις της.