Αντέδρασε το Ανώτατο Δικαστήριο για τον σάλο που προκλήθηκε με τους μισθούς των δικαστών
«ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΑ προσφέρουμε το 20% του μισθού μας εδώ και τρία χρόνια»
Το Ανώτατο Δικαστήριο διευκρινίζει ότι σχόλιά του αναφορικά με το νομοσχέδιο για τη ρύθμιση της μισθοδοσίας στον δημόσιο τομέα αφορούσαν θεμελιώδη συνταγματικά ζητήματα και δεν είχαν οποιαδήποτε συνδικαλιστική υφή.
Σε ανακοίνωσή του, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει ότι, «κατά κανόνα, δεν σχολιάζει δημοσιεύματα εφημερίδων ή σχόλια που γίνονται στα ΜΜΕ, όπως ούτε και δηλώσεις πολιτικών ή άλλων προσώπων», ωστόσο, «σπάνια είναι υποχρεωμένο να προβεί σε κάποιες δηλώσεις, με σκοπό τη διόρθωση εσφαλμένων εντυπώσεων που δημιουργούνται».
«Στην περίπτωση του Νομοσχεδίου για τη ρύθμιση της μισθοδοσίας στον Δημόσιο Τομέα, το Ανώτατο Δικαστήριο κοινοποίησε κάποιες θέσεις του στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον Πρόεδρο της Βουλής και, κατόπιν προσκλήσεως, κλιμάκιο του Ανωτάτου Δικαστηρίου συμμετείχε σε σχετική συνεδρίαση της Επιτροπής Οικονομικών της Βουλής.
Σκοπός του Ανωτάτου Δικαστηρίου ήταν να υποδείξει ότι κάποιες πρόνοιες του εν λόγω νομοσχεδίου είναι πιθανόν να δημιουργήσουν συνταγματικά προβλήματα. Οι πρόνοιες αυτές σχετίζονται άμεσα με πολιτειακά θέματα υψίστης σημασίας, όπως η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, η οποία κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και την οποία η δικαστική εξουσία έχει καθήκον να προασπίζει», σημειώνει.
Το Ανώτατο Δικαστήριο τονίζει ότι «η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, που είναι θεμέλιο της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, περιλαμβάνει εχέγγυα μονιμότητας των δικαστών, αλλά και διασφάλισης των όρων υπό τους οποίους υπηρετούν, περιλαμβανομένων και των απολαβών τους», προσθέτοντας ότι «η αρχή της διάκρισης των εξουσιών, η οποία είναι σαφώς κατοχυρωμένη από το Σύνταγμα, επιβάλλει όπως η δικαστική εξουσία είναι διακριτή από τη δημόσια υπηρεσία ή άλλες συναφείς κρατικές υπηρεσίες».
«Τα σχόλια του Ανωτάτου Δικαστηρίου αφορούσαν τα προαναφερόμενα θεμελιώδη συνταγματικά ζητήματα και δεν είχαν οποιαδήποτε συνδικαλιστική υφή. Εξάλλου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι δικαστές συνεισφέρουν, εθελοντικά, το 20% του μισθού τους κατά τα τελευταία τρία περίπου χρόνια ένεκα της οικονομικής κρίσης που αντιμετωπίζει η χώρα», καταλήγει.
Πώς προέκυψε το θέμα
Το ζήτημα της μεταρρύθμισης της Δημόσιας Υπηρεσίας στο «κομμάτι» των μισθών και κατά πόσο μέσα εμπλέκεται και η δικαστική εξουσία άνοιξε τον ασκό του Αιόλου.
Η εισήγηση της Νομική Υπηρεσίας ήταν να μην υπάγεται η δικαστική εξουσία στη δημόσια υπηρεσία, όπως προνοεί το παρόν νομοσχέδιο για το κρατικό μισθολόγιο, καθώς και να γίνεται με τη δικαστική εξουσία οποιαδήποτε διαβούλευση για την παραχώρηση αυξήσεων στους επηρεαζόμενους.





