«ΓΛΩΣΣΑΝ, ην ουκ έγνω, ήκουσεν απόψε ο Ινδικός Ωκεανός». Η φράση αυτή είναι παρμένη από το βιβλίο του αειμνήσου Παπασταύρου «Η μαρτυρία μου» και την είπε ο μακαρίτης ο μητροπολίτης Κυρηνείας Κυπριανός πάνω στη γέφυρα του πλοίου που μετέφερε τους τέσσερις εξορίστους από τη Μομπάσα στις Σεϋχέλλες.
Όπως ο συγγραφέας διηγείται, αυτός και οι τρεις συνεξόριστοί του, καθισμένοι στη γέφυρα του πλοίου, νύκτωνε, και ο ήλιος κατακόκκινος βιαζόταν να κρυβεί πίσω από τα νερά του Ινδικού. Ξαφνικά μέσα στη σιωπή που και των τεσσάρων η σκέψη ελεύθερο πουλί πετούσε μακριά σε τόπους αγαπημένους, ακούστηκε μια φωνή. Ήταν του Κυπριανού που έλεγε: «Σήκω Παπασταύρε και ψάλλε μας κάτι να πάει το μαράζι». Και σηκώθηκε ο γλυκόφωνος Παπασταύρος και έψαλλε μελωδικότατα το «Πού πορευθώ από του Πνεύματός σου», τον υπέροχο και βαθυστόχαστο δηλαδή 138ον ψαλμό.
Με το μελόδημα αυτό ο Θεόπνευστος, ποιητής απευθύνεται στο Θεό και του λέει: «Πού είναι δυνατό να πάω και να είμαι μακριά από το Πνεύμα σου; Και πού να καταφύγω, ώστε να μη βρίσκομαι κάτω από το δικό σου βλέμμα; Αν αναβώ στον ουρανό, εσύ υπάρχεις εκεί. Αν κατεβώ στον Άδη βρίσκεσαι κι εκεί. Αν αποκτήσω φτερούγες και μ' αυτές τα χαράματα πετάξω πριν βγει ο ήλιος και εγκατασταθώ σ' απόμερο μέρος της ξηράς και της θάλασσας εκεί που δίνει ο ήλιος, υπάρχεις κι εκεί. Και το στοργικό σου χέρι θα με καθοδηγήσει, θα με κρατήσει και θα με υποστηρίξει. Κι αν πω. Ας έλθει σκοτάδι να με σκεπάσει και η σκοτεινή νύκτα να αντικαταστήσει το φως της ημέρας ώστε να περνώ χωρίς να με βλέπει κανένας μέσα στην τρυφή τις μέρες της ζωής μου, θα πλανηθώ. Γιατί το σκοτάδι δεν είναι για σένα σκοτάδι και η νύκτα είναι μπροστά σου φωτισμένη όπως η μέρα».
Αυτά τα υπέροχα λόγια λοιπόν, λόγια της Αγ. Γραφής έψαλλε ο Παπασταύρος πάνω στα νερά του Ινδικού και σε κάποια στιγμή ο μητρ. Κυπριανός, βρισκόμενος σε θρησκευτική έξαρση, φώναξε: «Ψάλλε Παπασταύρε, ψάλλε! Γλώσσαν ην ουκ έγνω, ήκουσεν απόψε ο Ινδικός...». Γεμάτο σημασία το επιφώνημα του μακ. Κυπριανού. Άκουε τη στιγμή εκείνη ο Ινδικός Ωκεανός κάτι που δεν ξανάκουσε. Τα άκουε από τους τέσσερις Κύπριους αγωνιστές της ελευθερίας που οι κατακτητές άρπαξαν από την πατρίδα τους και τους πέταξαν στο άκρο της ξηράς και της θάλασσας όπως λέει ο ψαλμός.
Θυμήθηκα αυτή την περίπτωση πρόσφατα, την Πρωτοχρονιά που μας πέρασε, όταν με πήραν τα εγγόνια μου στο ύψωμα της Αγ. Θέκλας για να διώξουν κάποια θλίψη που με καταπίεζε. Εκεί ήταν όλα υπέροχα. Στη δύση ο ήλιος κατακόκκινος ήταν έτοιμος να βασιλέψει. Δίπλα ο ναός που στο θόλο του ο Σταυρός το σύμβολο της ελπίδας και της νίκης. Στο νότο η απεραντοσύνη της θάλασσας. Βλέποντας αυτά θυμήθηκα το ψαλμό «Πού πορευθώ από του πνεύματός σου», κι αμέσως ήλθε στη σκέψη μου η περίπτωση των εξορίστων, και στη συνέχεια τα ένδοξα εκείνα χρόνια του απελευθερωτικού αγώνα. Σαν σε κινηματογραφική ταινία παρήλασαν μπροστά μου δόξες και τρόπαια υπεράνθρωπες θυσίες, πρόσωπα αγαπημένα αλλά αποτυχίες και δράματα που μας τα προκάλεσαν οι άδικοι μεγάλοι της γης. Και εκεί στο ύψωμα της Αγίας Θέκλας, κλαίγοντας, ύψωσα τα χέρια και παρακάλεσα τον Πανεπόπτη Θεό να αναπαύσει όλους που θυσιάστηκαν για την ελευθερία που οι υποκριτές της Δύσης ματαίωσαν. Να συγχωρήσει όλων τα τυχόν αθέλητα σφάλματα και να δώσει φωτισμό και δύναμη να αγωνιστούμε για να είμαστε η τελευταία γενιά που βρίσκεται στα ιερά αυτά χώματα που λέγονται Κύπρος. Και όσοι διαβάσετε τις γραμμές αυτές, προσευχηθείτε αγαπητοί φίλοι και κάνετε την ίδια ευχή.
*Σωτήρα Αμμοχώστου