Αυτή τη φορά το πανεπιστήμιο ΚύπροΥ κτύπησε κέντρο, δεν λυπήθηκε κανέναν, δεν άκουσε κανέναν. Πήρε τη μεγάλη απόφαση να δεχθεί φοιτητές με το αγγλικό πιστοποιητικό εξετάσεων GCE και με άλλες διεθνείς εξετάσεις.
Με άλλα λόγια, η Σύγκλητος, με πρωτεργάτες τον πρύτανη και τον αντιπρύτανη, χρησιμοποίησαν τη δαμόκλειόν τους σπάθη που αιωρείτο εδώ και πολλούς μήνες πάνω από το κεφάλι της παιδείας μας, θερίζοντας τον κορμό του κυπριακού εκπαιδευτικού συστήματος.
Γράφοντας στα παλαιότερα των υποδημάτων τους την επίσημη πολιτεία, τα οργανωμένα σύνολα, τους κοινωνικούς φορείς, τους μαθητές, τους γονείς, τους εκπαιδευτικούς και γενικότερα τους ισχύοντες θεσμούς, έδωσαν τη χαριστική βολή στο υπάρχον σύστημα εισδοχής στο κρατικό πανεπιστήμιο.
Στην πράξη, η Σύγκλητος ήρθε σε μετωπική αντιπαράθεση με ολόκληρη, σχεδόν, την κοινωνία, η οποία αιμοδοτεί το Πανεπιστήμιο με τα χρήματα των φορολογουμένων πολιτών.
Επί της ουσίας, η ηγεσία του Πανεστημίου με την ενθάρρυνση και τις πλάτες του υπουργού Παιδείας, στ’ όνομα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, εισάγει νέα ήθη και έθιμα στην πολιτική και κοινωνικοοικονομική ζωή του τόπου. Θεωρώντας τους εαυτούς τους υπεράνω όλων, ακόμη και των πολιτειακών θεσμίων, η πανεπιστημιακή ηγεσία βιάζεται, μεσούσης της θερινής περιόδου των διακοπών, να επουλώσει με τα δικά της γιατροσόφια την τεράστια πληγή που η ίδια, μαζί με τον υπουργό Παιδείας, άνοιξαν τον τελευταίο καιρό στο κακοποιημένο κορμί της παιδείας μας. Κρυβόμενοι πίσω από την αυτονομία του Πανεπιστημίου, μετέρχονται γκαιμπελικές μεδοθεύσεις, στην ύστατη προσπάθειά τους να επιβάλουν τις άνομες επιδιώξεις τους.
Περιφρονεί πλήρως τις πρόσφατες αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου και της Βουλής για διάλογο προς εξεύρεση συναινετικής λύσης, η οποία να είναι δίκαιη για όλους, χωρίς να εκθεμελιώνει το δημόσιο σχολείο.
Αγνοεί αλαζονικά την έκκληση των οργανωμένων γονέων και των εκπαιδευτικών για ειλικρινή διάλογο, που να αποσκοπεί στη θωράκιση του δημόσιου σχολείου και ταυτόχρονα να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ολοκλήρωση της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης.
Θυμόμαστε πριν από μερικές εβδομάδες τον υπουργό Παιδείας και τους συν αυτώ πανεπιστημιακούς άρχοντες, να κατακρίνουν τους εκπαιδευτικούς Μέσης ότι, δήθεν, βρίσκονται σε πλήρη σύγκρουση με το σύνολο του πολιτικού κόσμου και της κοινωνίας των πολιτών. Η πραγματικότητα, όμως, αποδεικνύει ότι οι μόνοι που βρίσκονται σε δυσαρμονία με τη λαϊκή θέληση και τη βούληση των πολιτικών φορέων είναι οι πανεπιστημιακοί, οι οποίοι αποφασίζουν μονομερώς, κατά παράβαση των δημοκρατικών κανόνων, σ’ ένα φλέγον ζήτημα, το οποίο ταλανίζει τον τόπο τον τελευταίο χρόνο.
Τα όσα παραθέσαμε πιο πάνω αποτελούν μόνο τη μια πτυχή του ζητήματος, που αφορά στις αρρωστημένες νοοτροπίες και τις μαζοχιστικές συμπεριφορές του πρυτάνεως, του αντιπρυτάνεως, του υπουργού και της λοιπής συγχορδίας, που κατά το δοκούν θέλουν ετσιθελικά να οριοθετούν τη μελλοντική πορεία του ανώτατου ακαδημαϊκού μας ιδρύματος.
Η άλλη πτυχή, που είναι και η ουσιώδης, αφορά στο δημόσιο σχολείο και την παιδεία, ως κοινωνικό πυλώνα ενός σύγχρονου κράτους. Είναι αδιανόητο την ώρα που το δημόσιο σχολείο, ως θεμέλιο του εκπαιδευτικού μας συστήματος, αποδυναμώνεται, το Υπουργείο Παιδείας και το πανεπιστήμιο να θέτουν επί τάπητος ως κορυφαίο θέμα προτεραιότητας τα GCE, λες και δεν υπάρχουν άλλα προβλήματα στο ζωτικό χώρο της εκπαίδευσης.
Αντί ο υπουργός Παιδείας και οι πρυτανικές Αρχές να επιδιώξουν διάλογο με την κοινωνία, την πολιτεία, για να πατάξουν την παραπαιδεία και τα άλλα χρόνια προβλήματα, όπως ο αναχρονιστικός κατάλογος διοριστέων, επιδίδονται από καθέδρας σε ηγεμονικές τακτικές, για εξυπηρέτηση αλλότριων συμφερόντων.
Η ΣΕΚ, ως μεγαλύτερος κοινωνικός φορέας του τόπου, παρακολουθεί στενά τα τεκταινόμενα στο χώρο της παιδείας, εκφράζοντας τη βαθύτατη θλίψη της, γιατί λαμβάνονται μονομερείς αποφάσεις ερήμην του κοινωνικού διαλόγου.
Έχουμε την ισχυρή άποψη πως οι οποιεσδήποτε αλλαγές στον τομέα της παιδείας και του ευρύτερου εκπαιδευτικού μας συστήματος, θα πρέπει να είναι προϊόν επιστημονικής μελέτης και όχι αποτέλεσμα επιβολής κομματικών θέσεων, προσωπικών φιλοδοξιών ή μικροπολιτικών και άλλων σκοπιμοτήτων.
Σε τούτη την κρίσιμη ώρα, καλούμε την Κυβέρνηση και γενικά την πολιτεία να φρενάρουν τις εκδηλούμενες ετσιθελικές μεθοδεύσεις, ανοίγοντας διάπλατα το δρόμο στον κοινωνικό διάλογο, προκειμένου να φθάσουν οι άμεσα ενδιαφερόμενοι σε κοινά αποδεκτή λύση, η οποία θα πρέπει να λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις δημοκρατικές αρχές της ισονομίας, της ισότητας, της αξιοκρατίας, της ίσης μεταχείρισης όλων των υποψηφίων, αλλά και θα προάγει τα ευρύτερα κοινωνικά και εθνικά συμφέροντα.
Κορυφαία προτεραιότητα των πολιτειακών αξιωματούχων και όλων των εμπλεκομένων φορέων πρέπει να είναι η συνεχής ενδυνάμωση και θωράκιση του δημόσιου σχολείου, αλλά και η ενίσχυση της ελληνικής μας παιδείας και της ανθρωποκεντρικής εκπαίδευσης.


