Σημερινή

Κυριακή, 26/05/2019
RSS

Δεκαπέντε χρόνια μετά το δημοψήφισμα

| Εκτύπωση | 21 Απρίλιος 2019, 18:04 | Με τον Ανδρέα Θεοφάνους

Δεκαπέντε χρόνια μετά, η Κυπριακή Δημοκρατία, ως πλήρες και ισότιμο μέλος της ΕΕ, οφείλει να πράξει εκείνο που δεν έπραξε μετά το δημοψήφισμα του 2004. Επιβάλλεται μια νέα προσέγγιση και η διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου αφηγήματος για το μέλλον της Κύπρου

Συμπληρώνονται αυτές τις μέρες 15 χρόνια από το δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004 για το Σχέδιο Ανάν και την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ την 1η Μαΐου 2004. Υπενθυμίζεται ότι, μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων στις 23 Απριλίου 2003 και το τι επακολούθησε, η φιλοσοφία του Σχεδίου Ανάν δεν αντικατόπτριζε τις νέες πραγματικότητες. Συγκεκριμένα, ενώ για χρόνια ο Ραούφ Ντενκτάς επιχειρηματολογούσε υπέρ της θέσης ότι η ισχυρή διζωνικότητα ήταν απαραίτητη για λόγους ασφαλείας, οι χιλιάδες διακινήσεις κάθε εβδομάδα χωρίς κανένα επεισόδιο δεν επιβεβαίωσαν τις υποθέσεις εργασίας του. Αρκετοί, επίσης, παραλλήλισαν τα γεγονότα με την πτώση του τείχους του Βερολίνου. Στην περίπτωση της Κύπρου όχι μόνο δεν επήλθε η κατάρρευση του κατοχικού καθεστώτος, αλλά αντίθετα ισχυροποιήθηκε. Επιπρόσθετα, για τα γενναιόδωρα μέτρα της Κυπριακής Δημοκρατίας που ακολούθησαν, δεν υπήρξε οποιοδήποτε αντάλλαγμα από την τουρκική πλευρά. Αντιθέτως, δεν εκτιμήθηκαν επαρκώς.

Παρά το γεγονός ότι ο Πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος δεν έβλεπε με συμπάθεια τη φιλοσοφία του Σχεδίου Ανάν, δεν επιχείρησε να διαφοροποιήσει τα δεδομένα και την όλη διαδικασία. Μια τέτοια προσπάθεια θα μπορούσε να περιέχει προτάσεις για μια νέα προσέγγιση στο Κυπριακό σε συνδυασμό με την προώθηση μιας νέας δέσμης Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ), τα οποία θα οδηγούσαν σε σημαντικά κοινωνικοοικονομικά οφέλη και για τις δύο πλευρές και ταυτόχρονα θα δημιουργούσαν μια νέα πολιτική ατμόσφαιρα. Αντί τούτου, η ελληνοκυπριακή πλευρά ακολούθησε παθητικά τις εξελίξεις, αντί να συμβάλει στη διαμόρφωσή τους. Λίγο πριν από την ένταξη στην ΕΕ, κορυφώθηκαν οι διεργασίες και οι πιέσεις της διεθνούς κοινότητας για εξεύρεση συνολικής λύσης του Κυπριακού στη βάση του Σχεδίου Ανάν.

Το τελικό Σχέδιο προέβλεπε δύο συνιστώντα / συνιδρυτικά κράτη και ένα ασθενές κεντρικό κράτος, αυστηρή διζωνικότητα, προεδρικό συμβούλιο και εκ περιτροπής προεδρία. Στο επίπεδο του Ανώτατου Δικαστηρίου υπήρχε πρόνοια για 3 Ελληνοκύπριους δικαστές, 3 Τουρκοκύπριους και 3 ξένους. Κατ’ ουσίαν, το Σχέδιο διέλυε την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία θα αντικαθίστατο από ένα νέο τρικέφαλο κρατικό μόρφωμα, όπου καμιά απόφαση δεν θα ελαμβάνετο χωρίς την έγκριση της τουρκικής πλευράς. Πέραν τούτου, το νέο κράτος, κατ’ ουσίαν, δεν θα ήταν, στην πραγματικότητα, ισότιμο μέλος της ΕΕ.

Το αποτέλεσμα των δημοψηφισμάτων που διενεργήθηκαν ταυτόχρονα στις ελεύθερες περιοχές και τα κατεχόμενα (75,8% απόρριψη από τους Ελληνοκυπρίους και 64,9% αποδοχή από τους Τουρκοκυπρίους και τους έποικους που ψήφισαν) ήταν ενδεικτικό ενός μη ισοζυγισμένου σχεδίου. Ταυτόχρονα, οδήγησε σε μεγάλο βαθμό στην αποενοχοποίηση της Τουρκίας. Το τουρκικό αφήγημα, το οποίο εν πολλοίς προωθήθηκε με επιτυχία σε διάφορα κέντρα αποφάσεων, ήταν ότι «οι Ελληνοκύπριοι είναι μαξιμαλιστές και δεν επιθυμούν να μοιρασθούν με τους Τουρκοκύπριους την εξουσία, τον πλούτο του νησιού και τα οφέλη της ένταξης στην ΕΕ».

Ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος και η Κυπριακή Δημοκρατία βρέθηκαν σε δύσκολη κατάσταση, καθώς θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για τη μη λύση του Κυπριακού. Δυστυχώς, χάθηκε μια σημαντική ευκαιρία για την ελληνοκυπριακή πλευρά να επανατοποθετήσει το Κυπριακό σε μια διαφορετική βάση. Το επίσημο κράτος, καθώς και το πολιτικό σύστημα, απέτυχαν, επίσης, να προτάξουν ένα πειστικό αφήγημα στην τουρκική προπαγάνδα, που θα αποκαθιστούσε την πραγματικότητα. Το πρόβλημα αυτό εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι σήμερα.

Το 2006, δύο μόλις χρόνια μετά τη συντριπτική καταψήφιση του Σχεδίου Ανάν, ο Τάσσος Παπαδόπουλος δεσμεύτηκε ότι η επανένωση της Κύπρου θα γίνει «με βάση μια διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία», όπως καθορίζεται στα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας. Προσπάθησε, όμως, να διαφοροποιήσει τη φιλοσοφία που ακολουθήθηκε προηγουμένως και είχε ως κατάληξη το Σχέδιο Ανάν. Κατέληξε στη Συμφωνία της 8ης Ιουλίου 2006 με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Μεχμέτ Αλί Ταλάτ. Το ζητούμενο ήταν «η διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία», αλλά με το σωστό περιεχόμενο.

Με τις συμφωνίες Χριστόφια - Ταλάτ στις 23 Μαΐου 2008 και Αναστασιάδη - Έρογλου στις 11 Φεβρουαρίου 2014 η συζήτηση επανήλθε γύρω από τη φιλοσοφία του Σχεδίου Ανάν που είχε απορριφθεί. Επιπρόσθετα, με την εκλογή του Μουσταφά Ακιντζί ως νέου ηγέτη της τουρκοκυπριακής κοινότητας τον Απρίλιο του 2015 δημιουργήθηκαν ξανά υπέρμετρες προσδοκίες. Τον τελικό λόγο, όμως, πάντα τον είχε και έχει η Τουρκία. Έτσι, παρά τις διαχρονικές υποχωρήσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς, το Κυπριακό σήμερα εξακολουθεί να βρίσκεται σε αδιέξοδο…

Δεκαπέντε χρόνια μετά, η Κυπριακή Δημοκρατία ως πλήρες και ισότιμο μέλος της ΕΕ οφείλει να πράξει εκείνο που δεν έπραξε μετά το δημοψήφισμα του 2004. Επιβάλλεται μια νέα προσέγγιση και η διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου αφηγήματος για το μέλλον της Κύπρου. Η υιοθέτηση, έστω και αργοπορημένα, της αξίωσης για ένα κανονικό κράτος, πρέπει να αποτελέσει την πυξίδα για τη συνέχεια.

Ανδρέας Θεοφάνους
Πρόεδρος του Κυπριακού Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων, καθώς και του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Διακυβέρνησης του Πανεπιστημίου Λευκωσίας