Σημερινή

Παρασκευή, 24/05/2019
RSS

Ομοσπονδιακής διάρθρωσης διλήμματα

| Εκτύπωση | 03 Μάρτιος 2019, 18:00 | Του Χριστόδουλου Κ. Γιαλλουρίδη

Στα συνήθη πολιτικά συστήματα του ενιαίου κράτους, η δημοκρατική αρχή επιβάλλει την υπακοή των μειοψηφιών στην πολιτική βούληση των πολλών. Στις ομοσπονδιακές δομές η θέση του λαού υπακούει στη βούληση των μερών που συναποτελούν την ομοσπονδιακή κρατική οντότητα

Με αφορμή τις πρόσφατες συζητήσεις του Προέδρου της Κύπρου Ν. Αναστασιάδη και του ηγέτη των Τουρκοκυπρίων, Μ. Ακιντζί και την πιθανή αναθέρμανση του Κυπριακού, επανήλθαν στον δημόσιο διάλογο διάφορα σενάρια γύρω από τα μοντέλα εφαρμογής ομοσπονδιακής διάρθρωσης του κυπριακού κράτους μετά την επίλυση του προβλήματος.

Η επιτυχής έκβαση του εγχειρήματος της ομοσπονδίας, εκεί όπου επιχειρείται, εάν δεν εφαρμόζεται επί ευφόρου εδάφους, δηλαδή σε εθνικό και κρατικό πλαίσιο, με υφιστάμενη εν προκειμένω σχετική πολιτιστική και πολιτική παράδοση, τελεί εν αμφιβόλω. Τούτο γιατί τα ομοσπονδιακά συστήματα, φύσει ευάλωτα και εύθραυστα, αποτυπώνουν πραγματικότητες κρατικής πολιτικής οργάνωσης, όπου ενδεχόμενη άρνηση του μέρους μιας ομοσπονδιακής δομής να στηρίξει το σύνολο οδηγεί ευκόλως και στην κατάρρευσή του, ιδίως μάλιστα όταν σε αυτό συντρέχει πολυεθνική ή διεθνική δομή και η υπόστασή του βασίζεται στην πολιτική βούληση τρίτης χώρας, όπως συμβαίνει στην Κύπρο με την Άγκυρα, χώρας ασκούσης δομικό επεκτατισμό εις βάρος της Κύπρου και του Ελληνισμού.

Στα συνήθη πολιτικά συστήματα του ενιαίου κράτους, η δημοκρατική αρχή επιβάλλει την υπακοή των μειοψηφιών στην πολιτική βούληση των πολλών. Στις ομοσπονδιακές δομές η θέση του λαού υπακούει στη βούληση των μερών που συναποτελούν την ομοσπονδιακή κρατική οντότητα. Αυτό σημαίνει πως σε μια ομοσπονδιακής διάρθρωσης κρατική δομή δεν προηγείται ο ομοσπονδιακός λαός στη λήψη πολιτικών αποφάσεων της κεντρικής εξουσίας, αλλά υπερισχύει η θέληση των μερών της ομοσπονδίας, από των οποίων την πολιτική βούληση εξαρτάται και η επιβίωση του όλου, δηλαδή της ομοσπονδιακής κρατικής οντότητας.

Στην περίπτωση μάλιστα της Κύπρου, όπου εδώ και δεκαετίες υιοθετείται η ιδέα της διζωνικής ομοσπονδίας ως συνταγή επίλυσης του κυπριακού προβλήματος, τούτο είναι έτι επικινδυνότερο για την υπόσταση της Κύπρου εν γένει γιατί η μία από τις δύο ζώνες, η τουρκοκυπριακή, ελεγχόμενη προδήλως από την Άγκυρα, θα υπονομεύει εκβιάζουσα κατά το δοκούν την υπόσταση μιας ούτως ή άλλως εύθραυστης κυπριακής ομοσπονδίας. Αυτό παραπέμπει στο λεγόμενο εξωτερικό πολιτικό κέντρο, το οποίο αφεύκτως λειτουργεί ως πλαίσιο καθοδηγητικό του τουρκοκυπριακού παράγοντα ή του κατεχόμενου βόρειου τμήματος της Κύπρου.

Όταν προβάλλουμε εν είδει πανάκειας διάφορες ιδέες, όπως την αποκαλούμενη διζωνική ομοσπονδία, όπου τα δύο συναποτελούντα την ομοσπονδιακή δομή μέρη δεν θα είναι σε θέση να λάβουν αποφάσεις ελευθέρως και αυτοβούλως, αλλά το ένα τμήμα, το αποκαλούμενο βόρειο εν προκειμένω θα τελεί υπό την καθοδήγηση της Άγκυρας, τότε θα ομιλούμε για ένα εν τοις πράγμασι ή εν δυνάμει προτεκτοράτο ελέγχου του βορρά και συγκυριαρχίας του νότου, αλλά και κατ’ επέκτασιν ένα κράτος δούρειο ίππο της Τουρκίας στην ΕΕ.

Εσχάτως γίνεται αναφορά στην αποκεντρωμένη λεγόμενη ομοσπονδία. Τούτο θα σήμαινε στην αληθή της διάσταση, δηλαδή τη γνήσια εφαρμογή της, την αποκέντρωση του υφιστάμενου πολιτικού συστήματος, δηλαδή της Κυπριακής Δημοκρατίας, επί τη βάσει της νομιμότητας της πληθυσμιακής παρουσίας Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων σε αυτόνομες διοικητικές δομές καθ’ άπασα την επικράτεια της Κύπρου. Η αποκέντρωση του πολιτικού συστήματος παραπέμπει σε δημιουργία ζωνών πέραν των δύο. Μεταφέρονται τοιουτοτρόπως αρμοδιότητες και εξουσίες στις περιφερειακές και επαρχιακές δομές του κράτους, ενώ το κράτος διατηρεί την πρωτοβουλία της εκπροσώπησης προς τα έξω. Προδήλως, όμως, αυτό το ενδεχόμενο εξαρτάται από τη βούληση του τουρκικού παράγοντα να εγκαταλείψει τη βόρεια κατεχόμενη περιοχή της Κύπρου, αποκαθιστώντας έτσι τη νομιμότητα στην Κυπριακή Δημοκρατία.

Η διζωνικότητα αντίκειται στην αποκεντρωμένη δομή, αφού η τελευταία δεν παραπέμπει σε δύο ζώνες, αλλά προϋποθέτει αποκέντρωση εξουσιών σε όλο το πολιτικό σύστημα και αυτονόμηση επαρχιακών και περιφερειακών δομών σε επίπεδο εδαφικών και πληθυσμιακών ζωνών, που βρίσκονται στο πλαίσιο της νομιμότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αναφερόμαστε, λοιπόν, σε δύο διαφορετικά σενάρια λύσης, τα οποία δεν συνάδουν μεταξύ τους και αυτονοήτως ούτε θα μπορούσαν να συνδυαστούν.

Το ευχερέστερο που θα μπορούσε να επέλθει κατά τα ανωτέρω θα ήταν οι νόμιμες επαρχιακές δομές της Κυπριακής Δημοκρατίας, που διαθέτουν διοικητική εξουσία, να αποκτήσουν μεγαλύτερη πολιτική και οικονομική αυτονομία. Αυτό θα ήταν ένα μοντέλο μεγαλύτερης αυτονόμησης σε επίπεδο περιοχών, το οποίο εντασσόμενο σε μια ομοσπονδιακή διάρθρωση συνάδει προς τη δομή της λειτουργικής αποκεντρωμένης ομοσπονδιακής δομής. Η προϋπόθεση είναι πως στο πλαίσιο της αποκεντρωμένης διοικητικής δομής διατηρείται η ενότητα του κράτους και των κεντρικών πολιτειακών θεσμών, όπως είναι του Προέδρου, που εκπροσωπούν όλους τους Κυπρίους.

Η αποκεντρωμένη δομή φεντεραλιστικού επιπέδου μπορεί να λάβει χώραν εφόσον συνδυαστεί με δημοκρατικό υπόβαθρο και μόνο στην περίπτωση επιστροφής σε ένα status quo ante, δηλαδή άρσης των συνθηκών της κατοχής και πρότερης αποχώρησης των τουρκικών στρατευμάτων και των εποίκων. Τούτο γιατί η αποκεντρωμένη ομοσπονδιακή δομή επέρχεται, όπως και κάθε σύγχρονο πολιτικό σύστημα, μόνο σε συνθήκες ελευθερίας, μη αναγνωρίζοντας τα επελθόντα από το διεθνές έγκλημα της κατοχής και του εποικισμού. Όλα τα άλλα ενδεχόμενα υπό συνθήκες κατοχής εκφράζουν μόνο ευσεβείς πόθους, που ως «έπεα πτερόεντα» διατυπώνονται σε άνευ αντικρίσματος προσεγγίσεις.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο