Σημερινή

Τρίτη, 26/03/2019
RSS

Αιμορραγεί η μνήμη

| Εκτύπωση | 17 Φεβρουάριος 2019, 18:00 | Του Γιάννη Σπανού

Όταν στις 14 του Σεπτέμβρη του 1958 οι Εγγλέζοι παραβίασαν το φτωχόσπιτο του Καλαϊτζή κι ένας έσπρωξε τη δωδεκάχρονη κόρη του, ο Χαράλαμπος άρπαξε το κουζινομάχαιρο από το τραπέζι και καταύγασε με λεβεντιά τους σκοτεινούς αιώνες

Σαράντα τέσσερα πικρά χρόνια τουρκοκρατίας κι αναθεμάτων στάζει αίμα η κοχλάζουσα μνήμη. Κι η ψυχή πονεί ασταμάτητα για το παρατεινόμενο έγκλημα της κατοχής της μισής πατρίδας. Μαζί και το αμέτρητο παράπονο του λαού για την αναλγησία της ανθρωπότητας, που παραμένει άψυχη ενώπιον του ιστορικού κακουργήματος που μετατρέπεται σε ιταμή πρόκληση και προσβολή για την ελεύθερη κοινωνία και τον πολιτισμό που ποδοπατείται από τον Τούρκο παραβάτη, εισβολέα και κατακτητή. Και ναι μεν ένοχοι και συνεργοί του ονείδους παραμένουν αδιάφοροι μπροστά στους όγκους των ευθυνών τους, αλλά εμείς; Τα θύματα, ο λαός, ο Ελληνισμός; Γιατί ξεστρατήσαμε από τη διεκδίκηση και τη δικαιοσύνη; Γιατί εγκαταλείψαμε τα συλλαλητήρια και τις αξιώσεις από τη διεθνή Κοινή Γνώμη;

Γιατί στεκόμαστε σιωπηροί, ενώ οι ψυχές μας αιμορραγούν και το αίμα που στάζει γράφει την ηθική καταδίκη της συνενοχής για το πάθος της πατρίδας; Και ακόμα γιατί τηρούμε σιγή για την ατιμώρητη προδοσία των πρωταγωνιστών του ιστορικού δράματος, που μας καταδικάζει και μας ατιμάζει στο διηνεκές που ερμηνεύεται ανοχή του εγκλήματος; Στην ιστορία μας ηχούν οι φωνές των πατέρων πως το «μεγαλύτερο απ’ όλα τα κακά είναι η ατιμωρησία του κακούργου» (Πλάτωνος, Γοργίας 479 D).

Και από τα «Ηθικά Νικομάχεια» του μεγάλου Μακεδόνα, του Αριστοτέλη, διδασκόμεθα πως είναι ακατανόητο να ανέχεσαι την καταδίκη από τις συνέπειες του εγκλήματος που διεπράχθη εναντίον σου. Και ο Βολταίρος μάς περιγελά κατακριτικά επειδή σωπαίνουμε μπροστά στην αδικία που μας εξευτελίζει. Η Τουρκία μάς σκλάβωσε για δεύτερη φορά, μας σφάζει και μας τυραννεί, βιάζει την αξιοπρέπεια και ποδοπατεί την ανθρωπιά μας κι εμείς αδρανούμε. Με την ανοχή μας γινόμαστε συνεργοί των συνεργών του εγκλήματος. Γνωρίζουμε ποιοι μας πρόδωσαν, ποιοι μας εγκατέλειψαν, ποιοι μας παρέδωσαν στον εχθρό και τους αφήνουμε ατιμώρητους. Και τα ερωτήματα εγείρονται αμείλικτα:

Καρπασίτες, ψάξατε να βρείτε και να ρωτήσετε τον τότε ταγματάρχη Ακράδων Μαύρο ποιος τον διέταξε να πάρει τον στρατό και να το βάλει στα πόδια για τις Αγγλισίδες, ενώ η τουρκική λαίλαπα πατούσε τη Χερσόνησο των Αγίων και των Ηρώων; Βαρωσιώτες, που γυρνάτε τον κόσμο και ζητιανεύετε αποκλειστική ελευθερία, αναζητήσατε τον αντισυνταγματάρχη Ζαρκάδα, που εγκατέλειψε την πόλη σας την ώρα που τα άρματα του Τούρκου ανάσκαφταν τις προσβάσεις προς το Βαρώσι; Τον ρωτήσατε ποιος τον διέταξε να τραπεί σε άτακτη φυγή, παραδίδοντας την Αμμόχωστο αμαχητί στον εισβολέα; Κερυνειώτες, που τρέφεστε στην προσφυγιά με το παράπονο, βρήκατε τον αντισυνταγματάρχη Μιχόπουλο και τον ρωτήσατε ποιος διέταξε την άτακτη φυγή από την Κερύνεια; Γιατί διέταξε σιγή των πολυβόλων ενώ αποβιβαζόταν ο εχθρός από τη θάλασσα; Μορφίτες, που θέλετε πρωτιά στην απελευθέρωση, απαιτήσατε να σας πουν ποιος σας πρόδωσε;

Ποιος διέταξε την υποχώρηση και απογύμνωση της γης που ζητάτε να σας δωρίσουν; Όλοι εσείς που έχετε επιλέξει ρόλους ικετών της σύγχρονης τραγωδίας, στήσατε στο εδώλιο της Δίκης τον Μπονάνο, τον Γαλατσάνο, που πρόδωσαν την Κύπρο και «πήγαν για ύπνο» όταν η ευθύνη τούς χτυπούσε κατάνυχτα την πόρτα ζητώντας χέρι βοήθειας; Βαρωσιώτες, Κερυνειώτες, πιάσατε από τον λαιμό τον Ιωαννίδη και τον ρωτήσατε με ποιο δικαίωμα σάς παρέδωσε στους Τούρκους; Καρπασίτες, Μορφίτες, Μεσαρίτες, φτύσατε κατάμουτρα τους στρατηγούς, τους αντισυνταγματάρχες, τους ταγματάρχες, που σας αφήκαν σύξυλους κι απροστάτευτους στα χέρια του επιδραμόντος κτήνους;

Όταν στις 14 του Σεπτέμβρη του 1958 οι Εγγλέζοι παραβίασαν το φτωχόσπιτο του Καλαϊτζή κι ένας έσπρωξε τη δωδεκάχρονη κόρη του, ο Χαράλαμπος άρπαξε το κουζινομάχαιρο από το τραπέζι και καταύγασε με λεβεντιά τους σκοτεινούς αιώνες. Πάλεψε μπροστά στα μάτια των 7 παιδιών και της γυναίκας του με τέσσερεις πάνοπλους στρατιώτες. Σκότωσε τους δυο κι έτρεψε σε φυγή τους άλλους, που πέταξαν τα όπλα κι έτρεξαν στην αυλή. Τους κυνήγησε και συνέχισε την πάλη του, ώσπου τον πυροβόλησαν καραδοκούντες και τον σκότωσαν. Κι η γαλανομάτα η Σαβού, άρπαξε τα όπλα, πετάχτηκε τη δόμη και τα έκρυψε στο διπλανό σπίτι, ενώ ο άντρας της χαροπάλευε.

Και το ερώτημα του Παντελή Μηχανικού μουγκρίζει από τον τάφο: Εσύ ρε, γιατί δεν τράβηξες τον σουγιά, όταν μπροστά σου βίαζαν τη γυναίκα σου; Τι έγινε η αρετή που έγραψε λίγα χρόνια πριν τη σκυταλοδρομία του θανάτου της ΕΟΚΑ στον Αχυρώνα; Ο Ηλίας, ο Φώτης, ο Αντρέας, ξεχάστηκαν; Ο Μιχαλάκης, ο Ευαγόρας, που βάδισαν ευθυτενείς στην κρεμάλα; Ο Παναγίδης που αποχαιρέτησε τα τρία ανήλικα παιδιά του και τράβηξε στην αγχόνη; Ο Γρηγόρης, που μάγεψε την οικουμένη, μεταλαμπαδεύοντας τη διεκδίκηση της λευτεριάς κι αγιάζοντας τη σπηλιά της Παναγίας τι απέγινε; Το πνεύμα του διαλύθηκε στον καπνό της μάχης; Η φωτιά που άναψε με τις σάρκες του έσβησε από τα σάλια της συμφεροντολογίας;

Όχι, τίποτα δεν έσβησε την πνοή του ηρωισμού. Απλώς οι θεομπαίχτες που ενέσκηψαν απογοήτευσαν τον άνθρωπο, όταν πρόδωσαν τις αρχές της περηφάνιας του και μαγάρισαν την ιστορία του, μολύνοντας το άγιο δισκοπότηρο των ιδεολογικών του μεταλήψεων. Βιάζοντας την παράδοση που γεννούσε στις χιλιετίες τον σωστό Έλληνα άνθρωπο. Όταν οι λιποτάκτες μετάλλαξαν την πεμπτουσία των αξιών σε συμφεροντολογικό τυχοδιωκτισμό, κλεψιά και παλιανθρωπιά.