Σημερινή

Τετάρτη, 14/11/2018
RSS

Ιστορική εκκρεμότητα και εθνικό όνειδος

| Εκτύπωση | 07 Νοέμβριος 2018, 12:00 | Με τον Γιαννάκη Ομήρου

ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΕ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΩΞΗ ΤΩΝ ΧΟΥΝΤΙΚΩΝ ΠΟΥ ΔΙΕΤΑΞΑΝ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΑΝ ΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΟΥ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑΤΟΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΟΔΗΓΗΣΕ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ, ΚΑΙ ΩΣ ΕΚ ΤΟΥΤΟΥ ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΕ ΤΙΜΩΡΙΑ

Όταν μετά την πτώση της Χούντας, μέσα από τις στάχτες της κυπριακής τραγωδίας, καταχωρήθηκαν ποινικές διώξεις κατά των πρωταιτίων του πραξικοπήματος, η Κυβέρνηση Καραμανλή ανέστειλε τις διώξεις με επίκληση νομοθεσίας που προέβλεπε ότι μπορεί να υπάρξει μια τέτοια αναστολή «όταν απειλούνται οι σχέσεις της Ελλάδος μετά τρίτης τινός χώρας»


Την περασμένη εβδομάδα εκδόθηκαν οι πρώτοι τέσσερεις τόμοι του Φακέλου της Κύπρου από τη Βουλή των Ελλήνων, οι οποίοι περιέχουν μαρτυρικό υλικό από τις εργασίες της «Εξεταστικής των Πραγμάτων Επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων», που συνεστήθη το 1986 και ολοκλήρωσε το έργο της το 1988, προκειμένου να «ερευνήσει, συγκεντρώσει και αξιολογήσει τα στοιχεία της υπόθεσης της κυπριακής τραγωδίας, που επικράτησε να ονομάζεται Φάκελος της Κύπρου» (πρακτικά της Βουλής των Ελλήνων, ημερ. 2 Μαρτίου 1986).

Παρά το γεγονός ότι από τότε, κατ’ επανάληψιν, ζητήθηκε από την Κυπριακή Βουλή των Αντιπροσώπων η παράδοση όλου του μαρτυρικού υλικού της «Εξεταστικής των Πραγμάτων Επιτροπής», εντούτοις υπήρξε διαχρονική άρνηση ικανοποίησης του αιτήματος. Με αιτιολογικό τον κίνδυνο διασάλευσης των σχέσεων της Ελλάδας με τρίτες χώρες. Υπονοώντας τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ χωρίς να κατονομάζονται.

Μάλιστα επί προεδρίας της Βουλής από τον αείμνηστο Σπύρο Κυπριανού είχε δημιουργηθεί κλίμα σοβαρής έντασης και δημόσιων αντεγκλήσεων και λογομαχιών με την Αθήνα για το θέμα του «Φακέλου της Κύπρου».

Ευρισκόμενος ως Πρόεδρος της Βουλής στην Αθήνα το 2015, όταν στην Προεδρία της Βουλής βρισκόταν η Ζωή Κωνσταντοπούλου, έθεσα ως στόχο να πείσω για την ανάγκη να δοθεί τέρμα σε αυτήν την ιστορική εκκρεμότητα. Πολύ διακριτικά και μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας συμφωνήσαμε ότι το θέμα θα έπρεπε να λήξει.

Δεδομένου ότι σε κοινοβουλευτικά συστήματα τον καθοριστικό λόγο για τις σημαντικές αποφάσεις της Βουλής έχει ο Πρωθυπουργός, επιδίωξα και είχα συνάντηση με τον Πρωθυπουργό Τσίπρα. Εξήγησα ότι ήταν αδιανόητο να υπάρχουν οποιεσδήποτε αναστολές και δισταγμοί στο να δοθεί στην Κύπρο το υλικό του «Φακέλου της Κύπρου», δεδομένου, μάλιστα, ότι οι όποιοι φόβοι για διασάλευση των σχέσεων της Ελλάδας με τις ΗΠΑ είχαν ξεπεραστεί από δημόσιες τοποθετήσεις - ομολογίες Αμερικανών αξιωματούχων. Ο Πρωθυπουργός συμφώνησε και προχωρήσαμε στις 21 Ιανουαρίου 2016 στην Αθήνα, με τον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων Νίκο Βούτση, στη συνομολόγηση Πρωτοκόλλου συνεργασίας, για την ψηφιοποίηση και παράδοση στον Κύπριο Πρόεδρο της Βουλής ολόκληρου του συλλεγέντος υλικού από την «Εξεταστική των Πραγμάτων Επιτροπή», για τον «Φάκελο της Κύπρου».

Είμαι βέβαιος ότι τερματίζεται μια ιστορική εκκρεμότητα σαράντα τεσσάρων χρόνων από το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή και ότι, το υλικό που άρχισε να παραδίδεται και να δημοσιοποιείται, θα ρίξει φως σε μια σκοτεινή και τραγική περίοδο της νεότερης Ελληνικής Ιστορίας.

Ωστόσο θα πρέπει να υπομνησθεί, με την ευκαιρία, μια άλλη ιστορική εκκρεμότητα, που συνιστά κολοσσιαίο εθνικό όνειδος.

Όταν μετά την πτώση της Χούντας, μέσα από τις στάχτες της κυπριακής τραγωδίας, καταχωρίσθηκαν ποινικές διώξεις κατά των πρωταιτίων του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 1974 εναντίον του Προέδρου Μακαρίου, η Κυβέρνηση Καραμανλή της μεταπολιτευτικής περιόδου ανέστειλε τις διώξεις με επίκληση νομοθεσίας που προέβλεπε ότι μπορεί να υπάρξει μια τέτοια αναστολή «όταν απειλούνται οι σχέσεις της Ελλάδος μετά τρίτης τινός χώρας» (άρθρο 30, παρ. 2, του κώδικα ποινικής Δικονομίας). Η χώρα βέβαια δεν ανεφέρθη, αλλά ήταν προφανές ότι επρόκειτο για τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ. Δηλαδή, δεν υπήρξε ποινική δίωξη των χουντικών που διέταξαν και εκτέλεσαν την προδοσία του πραξικοπήματος, που οδήγησε στην τουρκική εισβολή και, ως εκ τούτου, δεν υπήρξε τιμωρία, για να μην αποκαλυφθεί ο ρόλος και οι κραυγάζουσες ευθύνες των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ. Έκτοτε πέρασαν σαράντα και πλέον χρόνια και ουδεμία δίκη διεξήχθη.

Στις 3 Δεκεμβρίου 1975, οι βουλευτές Γ. Φαράκος, Α. Γιάννου και Κ. Κάππος κατέθεσαν επερώτηση στη Βουλή των Ελλήνων και το ίδιο έπραξε και ο Λεωνίδας Κύρκος στις 22 Ιανουαρίου του 1976, «σχετικά με την καθυστέρηση της διώξεως κατά των υπευθύνων της κυπριακής τραγωδίας».

Μετά από συζήτηση της επερώτησης, ο τότε Υπουργός Δικαιοσύνης Κ. Στεφανάκης απάντησε με δήλωση του Πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή ημερ. 16 Οκτωβρίου 1975: «Θα παραμείνει βέβαια ακόμα εκκρεμής η δίωξις των υπευθύνων διά το πραξικόπημα της Κύπρου και τούτο, διότι η Κυβέρνησις νομίζει ότι κατά την παρούσαν φάσιν του Κυπριακού, δεν είναι δυνατόν να διεξαχθεί η δίκη αυτή, αζημίως, διά την υπόθεσιν της Κύπρου».

Έτσι η Χούντα διώχθηκε και τιμωρήθηκε μόνο για το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967 και για την αιματηρή καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973. Όχι για την εθνική προδοσία της Κύπρου.

Και όμως. Ενώ η Κυβέρνηση Καραμανλή φρόντισε να «προστατεύσει» τους Αμερικανούς και ΝΑΤΟϊκούς και να επιβάλει συσκότιση για τις ευθύνες τους στην κυπριακή τραγωδία, ο Αμερικανός Πρόεδρος Μπιλ Κλίντον, κατά την επίσημη επίσκεψή του στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 1999, ζήτησε συγγνώμη για τη στήριξη που πρόσφεραν οι ΗΠΑ προς την ελλαδική Χούντα. Αλλά και ο ανώτατος Αμερικανός διπλωμάτης Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, σε στιγμές ειλικρίνειας, αναφώνησε το MEA CULPA, για τον ρόλο που διαδραμάτισαν οι Αμερικανοί στη στήριξη της δικτατορίας αλλά και στην κυπριακή τραγωδία.

Συνεπώς μπορεί να τερματίζεται μια ιστορική εκκρεμότητα που αφορούσε το μαρτυρικό υλικό της «Εξεταστικής των Πραγμάτων Επιτροπής» της Βουλής των Ελλήνων, με την παράδοσή του στην Κύπρο.

Παραμένει ωστόσο ως στίγμα και εσαεί εθνικό όνειδος, το γεγονός ότι οι πρωταίτιοι της μεγαλύτερης προδοσίας στη νεότερη ιστορία του Ελληνισμού παρέμειναν ατιμώρητοι.

ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ Λ. ΟΜΗΡΟΥ
Τέως Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων