Σημερινή

Δευτέρα, 24/09/2018
RSS

Πολιτικής μετέωρα βήματα

| Εκτύπωση | 09 Σεπτέμβριος 2018, 18:00 | Του Χριστόδουλου Κ. Γιαλλουρίδη

Πολιτική σημαίνει προβολή και υπεράσπιση του εθνικού συμφέροντος, πράγμα που αφορά στους πολλούς και ενδιαφέρει το σύνολο του συλλογικού υποκειμένου μιας κοινωνίας, ενός πολιτειακά οργανωμένου λαού. Το τελευταίο παραπέμπει σε μια κοινότητα ομοειδών ενδιαφερόντων, κοινών επιδιώξεων ή και σε ταυτόχρονα παράλληλων στρατηγικών στοχεύσεων. Υπ’ αυτήν την οπτική, η προσέγγιση του πολιτικού φαινομένου συνυπάρχει με τις έννοιες της δημοκρατίας ως συμμετοχικής διεκδίκησης κοινών αντιλήψεων και συμφερόντων, που λαμβάνει χώραν στο πλαίσιο ευρύτερων πολιτικών διεργασιών και θεσμικών προσανατολισμών μιας κοινότητας ιδεών, πολιτικών ιδεολογικών θέσεων και κατευθύνσεων.

Η πραγμάτωση της πολιτικής σε επίπεδο πρακτικών βημάτων ολοκλήρωσης συγκεκριμένων προγραμματικών κινήσεων παραπέμπει και στη σταδιακή εμπέδωση της αντίληψης μιας διά της προβολής σχετικών θέσεων υπεράσπισης ή διεκδίκησης συμφερόντων. Κατά ταύτα δρομολογείται μια περαιτέρω πορεία του διεκδικούντος στην ικανοποίηση των στοχεύσεών του, που αφορούν σε ιδέες ή στην εκπλήρωση των ενδιαφερόντων του εν γένει.

Η πολιτική αποτυπώνεται σε επίπεδο εσωτερικών διεργασιών αφενός και σε διεθνή διάσταση αφετέρου. Στο εσωτερικό πλαίσιο εκδηλώνεται ως κοινωνική και πολιτική σύγκρουση, συνεργασία ή και αντιπαραθετική προβολή θέσεων και ιδεολογιών. Διεθνώς αποτυπώνεται η έκφρασή της διά του κρατικού συλλογικού υποκειμένου, όπου και προβάλλεται η διεκδίκηση συμφερόντων του κράτους και του λαού προς τα έξω. Ανολοκλήρωτες πολιτικές διεργασίες, που εντάσσονται σε διαρκείς προσπάθειες επίτευξης στόχων, που δεν επιφέρουν σχετικές αποτυπώσεις προβλεπόμενων ή επιδιωκόμενων στοχεύσεων, είτε υπονομεύουν είτε αλλοιώνουν τις στρατηγικές κρατών ή εθνικών συνόλων αντιστοίχως.

Κατά τα ανωτέρω, μετέωρο βήμα στρατηγικής εκφράζει το τελευταίο αποτύπωμα του λεγόμενου Μακεδονικού, όπου η συμφωνία περί «Βορείου Μακεδονίας» με σεβασμό στην ταυτότητα και την εθνότητα των αυτοαποκαλούμενων Μακεδόνων αποτελεί εν τέλει και το εν τοις πράγμασι «μετέωρο βήμα» της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Αυτή η διάσταση πολιτικής οδηγεί αφεύκτως σε μια εσχατολογική αποτύπωση ικανοποίησης της Σκοπιανής στρατηγικής περί «Μακεδονικού κράτους» και «Μακεδονικής εθνότητας». Είναι κατά ταύτα ένα μετέωρο βήμα της ελληνικής διπλωματίας, που παραδόξως ούσα σε θέση ισχύος παρεχώρησε παρά ταύτα, ως μη όφειλε, ελληνικά δίκαια και δικαιώματα στην σκοπιανή πλευρά. Η τελευταία, ήδη εμφανίζεται διεθνώς ως «Μακεδονία», ως «κράτος των Μακεδόνων», χωρίς καμία αναφορά φυσικά, όπερ και θα έπρεπε να αναμένεται από στοιχειωδώς έμπειρη διπλωματική υπηρεσία, όπως είναι η ελληνική, σε «Βορειομακεδόνες» ή σε «Βόρεια Μακεδονία», κατά τα συμφωνηθέντα.

Η αναμονή περί μη καταχρηστικής χρησιμοποίησης της «μακεδονικής ταυτότητας» από την σκοπιανή πλευρά παραπέμπει σε μια εσφαλμένη εκτίμηση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, η άποψη δηλαδή πως θα χρησιμοποιείτο, έστω και κατ’ ελάχιστον, η συμφωνηθείσα ονομασία περί «Βορείου Μακεδονίας» και κατά ταύτα περί «Βορειομακεδόνων». Επρόκειτο περί ασυγγνώστου αφελείας η τοιαύτη αντίληψη περί προβολής διεθνώς των συμφωνηθέντων, αφού θα έπρεπε να είναι γνωστή η τάση της διεθνούς πολιτικής περί απλοποιημένων και συγκαταβατικών προς τα συμφέροντα της ίδιας της διεθνούς κοινότητας προσεγγίσεων.

Η «Μακεδονική» αντίληψη του χώρου υπήρξε κατά τα ανωτέρω ανέκαθεν μια προσφιλής έννοια, με την οποία αντιλαμβανόταν τον χώρο ο διεθνής παράγων, προβάλλοντας το «μακεδονικό» πλαίσιο και την αντίληψη περί «Μακεδονίας» σε μια σταθερή αντίθεση προς την ελληνική θέση και αντίστοιχη υποστήριξη περί μη αναγνώρισης μακεδονικού έθνους και μακεδονικής ονομασίας στην περιοχή των Σκοπίων.

Σήμερα ερχόμαστε να αναγνωρίσουμε μια ιστορική ασυμβατότητα για να κερδίσουμε τα συγκαταβατικά χαμόγελα και τη συμπάθεια του διεθνούς παράγοντα, ο οποίος συνηθίζει να συμπαθεί, όχι εκείνους που σέβεται, αλλά εκείνους που υποχωρούν μπροστά στα συμφέροντα, τα οποία ο ίδιος προβάλλει. Ο σεβασμός προϋποθέτει αυτοσεβασμό από τη δική μας πλευρά. Πρέπει κανείς να ομολογήσει πως εν τελευταία αναλύσει η αποδοχή της μακεδονικής ταυτότητας και του ονόματος σε αντίθεση με τα ιστορικά δεδομένα της περιοχής, δεν προβάλλουν έναν τέτοιο αυτοσεβασμό που να αντανακλά στην ιστορική πορεία του ελληνικού έθνους.

Η πραγματικότητα της σημερινής πορείας της πολιτικής εξέλιξης στην περιοχή και διεθνώς σε σχέση με το Μακεδονικό διαδηλώνει μια επαλήθευση φόβων, που εγκαίρως διατυπώθηκαν από ορισμένους ότι αυτή η συμφωνία θα παρέμενε ως κενό γράμμα, στον βαθμό που δεν υπήρχε καμία λογική υπόθεση που να ήταν σε θέση να προβλέψει το ενδεχόμενο η σκοπιανή πλευρά να εφαρμόζει τη συμφωνία περί «Βορείου Μακεδονίας» και «Βορειομακεδόνων» στην καθημερινότητα της διεθνούς παρουσίας της.

Τα πράγματα θα οδηγούντο αφεύκτως, αφ’ ης στιγμής υπήρξε η αναγνώριση του Σκοπιανού κρατιδίου ως «Βόρειας Μακεδονίας» από την Ελλάδα στο να ανοίξει ο δρόμος στη διεθνή αναγνώριση του εν λόγω κρατιδίου ως «Βορείου Μακεδονίας», που παραπέμπει στις διάφορες επιγραφές των διεθνών οργανισμών και ουδέν πέραν τούτου. Στην ουσία όμως και στην πραγματικότητα της καθημερινότητας της διεθνούς πολιτικής δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως το «Βόρειος Μακεδονία» και «Βορειομακεδόνες» δεν πρόκειται να αποτελέσει επ’ ουδενί τη συνισταμένη της διεθνοπολιτικής επικοινωνίας των διαφόρων παραγόντων που εκπροσωπούν κράτη και θεσμούς. Θα επικρατήσει εν τέλει στην καθημερινή πολιτική πρακτική το «Μακεδόνες» και «Μακεδονία». Επρόκειτο για ένα πολιτικό τέχνασμα αυτοπαγίδευσης της ελληνικής πλευράς σε μια συμφωνία, η οποία ευνοεί πρωτίστως τα Σκόπια, ενώ διερωτάται κανείς ποιο θα μπορούσε να είναι το όφελος εν προκειμένω για το ελληνικό κράτος;

Χριστόδουλος Κ. Γιαλλουρίδης
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο