Σημερινή

Πέμπτη, 20/09/2018
RSS

Περί παιδείας ή παιδιάς;

| Εκτύπωση | 02 Σεπτέμβριος 2018, 18:05 | Του Τίτου Χριστοδούλου

Ξεσκονίζονται φληναφήματα για το «αυταρχικό σχολείο», ασαφή για την θεραπευτική σχέση τους με το πρόβλημα της μαρτυρούμενης υποβάθμισης της παιδείας, ώστε να επιχειρη¬ματολογηθεί η κατάργηση, άρση και κατεδάφιση όρων και ορίων των μεθόδων αξιολόγησης

«Σήμερα ενίκησε η παιδεία», παιάνιζε στον τηλεοπτικό φακό συνδικαλιστής εκπαιδευτικός, την μαζικότητα της κινη¬τοποίησης των εκπαιδευτικών έξω από το Προεδρικό. Χρειάζονται, βέβαια, και άλλες πολλές προκείμενες για να καλυφθεί κάπως το συλλογιστικό άλμα του συνδικαλιστή, αλλά στους μαχόμενους κατά του «εξορθολογισμού» της εκπαίδευσης θα ήταν οξύμωρο ο ορθός λόγος κι οι λογικοί κανόνες να ήταν ψηλά στις αξιακές προτεραιότητες της έκφρασής τους.

Η «μαζικότητα», το σαλάγισμα της «μάζας», εξάλλου, παραπέμπει στα πολιτικά προτάγματα και τρόπους λειτουργίας κάποιων συγκεκριμένων κομμάτων, αλλά καθηκόντως ο σύντροφος Στεφάνου μάς διέψευσε ότι το ΑΚΕΛ είχε οργανωτική παρουσία στην διαδήλωση, ότι κομματικοί φλαμπουροκουβαλίστρες δεν καθοδηγούσαν τα πράγματα, οξύμωρα ωστόσο ζωγραφίζοντας την οργανωτική συμμετοχή με την ανακλαστική αντίδραση της άρνησής του γι’ αυτήν, και βέβαια, με τους πανηγυρισμούς του χώρου του για την μαζικότητά της. Θέλει η... ξέρετε ποια να χαρεί, μα η χαρά δεν την αφήνει!

Η νίκη της μαζικότητας νίκη της παιδείας, λοιπόν, κι ας κρύβουν χείρονα από το απλό λεξιπαίγνιο οι αναπόφευκτες αναγνώσεις της εξίσωσης της μάζας με την παιδεία, για τους διαδηλωτές εκπαι¬δευτικούς που, φανταζόμαστε, διατείνονται ότι τα σχολεία αποσκοπούν ακριβώς να αντιπαλαίουν την παραγωγή του «μαζάνθρωπου».

Περί ποίου ο αγών των εκπαιδευτικών λοιπόν; «Ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούμεθα» (αποθε¬τικό το ρήμα, εδώ) διετείνετο άλλος συνδικαλιστής, πάλιν ζωγραφίζοντας το επίδικον και ζητούμενον με την άρνησή του ακριβώς, κάπως όπως γνωστή ανά το παγκόσμιον Ολλανδέζα πορνοστάρ επα¬νανακάλυπτε ή επαναφεύρισκε την «πολύπειρη» παρθενία της, επισύροντας «εκεί» ακριβώς την προσοχή του φιλοθεάμονος κοινού της. Διότι ο ξεσηκωμός των εκπαιδευτικών ήλθε στο απότοκο των προεδρικών σχεδίων για «εξορθολογισμό» των δαπανών για την Παιδεία, με περιορισμό προνομίων των εκπαιδευτικών και της απόσπασής τους σε πολύκοστες τριβές σε μη διδακτικό έργο, δηλαδή πάρεργο. Που τους απέδιδε δηλαδή προσόδους χωρίς να αποδίδει σε ωφέλιμο διδακτικό έργο. Ωφέλιμο από εργοδοτικής απόψεως, δηλαδή..

Πώς ζυγίζεται το γουρούνι;

Πόσο ωφέλιμο από αξιολογικής πλευράς, όμως; Το «αγωνιστικό» αμυντικό αίτημα από άλλο εκ¬παιδευτικό ώστε το σινάφι του (με την έννοια της μεσαιωνικής ‘συντεχνίας’ ή ‘guild’) να λογοδοτεί μόνο αυτό για τον εαυτό του, «να μην συνδέονται οι ευθύνες των εκπαιδευτικών με τις επιδόσεις των μαθητών» - το ακούσαμε κι αυτό - είναι κι αυτό διά της αρνήσεως αποκαλυπτικό της κρυφίας συνειδητοποίησης από τους εκπαιδευτικούς για τα χάλια της παιδείας. Σπεύδουν λοιπόν να αποσυνδέσουν αυτά ως συ¬νέπειες από τα καταφανή χάλια των ιδίων των εκπαιδευτικών - με τις όποιες εξαιρέσεις να χαλούν, απλώς, την πιά¬τσα.

«Εκ των καρπών των γνώσεσθε αυτούς», κι οι καρποί δείχνουν να είναι καρποί της αμαρτίας, αφού κάθε τόσο γενικές εξετάσεις, όπως οι εξετάσεις υποψηφίων στις ανθρωπιστικές σχολές -δηλαδή των... γραμμάτων (!!!)- έδειξαν τον μέσο όρο κάτω από τη βάση. Δεν είδαμε διαδηλώσεις των εκπαιδευτικών για τα χάλια των σπουδαστών, κι οι μόνες αντιδράσεις είναι όχι να θορυβηθούν ή μεριμνήσουν για το πόσο λιπόσαρκο είναι το παροιμιακό γουρούνι αλλά να ψέξουν το ζύγισμά του, αλλάζοντας τους όρους μέτρησης, μετακινώντας (προς τα κάτω) τις βάσεις, ή ζητώντας κατάργηση παντελώς του ζυγίσματος, αφού αναποφεύκτως ζυγίζει και αυτούς τους «συβώτες», της παιδείας μας χοιροβοσκούς.

Ξεσκονίζονται λοιπόν φληναφήματα για το «αυταρχικό σχολείο», ασαφή για την θεραπευτι¬κή σχέση τους με το προκείμενο πρόβλημα της μαρτυρούμενης υποβάθμισης της παιδείας, ώστε να επιχειρηματολογηθεί ακριβώς η κατάργηση, άρση και κατεδάφιση όρων και ορίων τόσο των μεθόδων αξιολόγησης όσο του κανονιστικού χαρακτήρα της μάθησης, κυρίως της γλώσσας.

Παιδοψυχολόγοι επιστρατεύτηκαν να «προστατέψουν» τον ψυχισμό των παιδιών από την διόρθωση των λαθών, ενώ η ευγενής άμιλλα κι ο «αφ’ Ομήρου» αγών για την αριστεία εξοβελίστηκαν ως παιδιόθεν προσηλυ¬τισμός στο νεωτεριστικό καπιταλιστικό πρόταγμα της ποντικοκούρσας, «rat race». Άλλοι, δίνουν ένα πιο αφηρημένο, κι όχι πολύ ψαγμένο, επίχρισμα μιλώντας για την προαγωγή της «κριτικής σκέψης», χωρίς να μπο¬ρούν να εξηγήσουν πώς, βάζοντας την άμαξα πριν από το άλογο, μπο¬ρεί η κρίση να οξυνθεί χωρίς το στιβαρό της γνώσης το ατόφιο μέταλλο.

«Primus endocere, deinde judicari», πρώτα η διδαχή, μετά η κρίση, συμβούλευαν αριστοτελικά οι σχολαστικοί, συντασ¬σόμενοι με τις αρχές του Διδασκάλου περί της μάθησης ως λύπης, ως βασάνου της σκέψης πάνω στις γνωστικές των πραγμάτων απορίες, φυσικών και ανθρωπείων. Διότι αν η κρίση ενεργείται ως διάκριση, διά-γνωση των διαφορών, προηγείται η γνώση, ως διαπίστωση των ομοιοτήτων και των καθόλου, ώστε να ανακύψουν τα ζητήματα των διαφορών, της διά-κρισής τους.

Αλλά, το άκριτο φληνάφημα περί «κριτικής σκέψης» είναι ένα προ¬πέτασμα καπνού, ένα σκοταδιστικό τέχνασμα για την ελάφρυνση ή απαλλαγή της διδακτικής πρακτικής και δεοντολογίας από περιττά κι αγχωτικά βάρη όπως το πλούσιο και σημαίνον περιεχόμενο κι οι κανονιστικές επιταγές κι αξιολογήσεις της διδασκα¬λίας του. Νίκη της διαδικασίας επί της ουσίας, του φαίνεσθαι επί του είναι, του τύπου επί του τρόπου.
Αδιαφορία για το περιεχόμενο

Ελθέτω λοιπόν μια παιδεία ελευθέρας βοσκής! Μια εξισωτική στην ίδια αδιαφορία από όλους τους ταγούς της για το περιεχόμενο της παιδείας, μια εκπτωτικά διαδικαστική παιδεία περιχαρακωμένη, κι αυτή και τα προνόμιά της, ως εκπαιδευτικοί θε¬σμοί, με πρώτο μέλημά της τα θεσμοθετημένα της αξιώματα και δικαιώματα, κι όχι το εκπαιδευτικό έργο και λειτούργημα, όχι τα παιδιά. Την παιδεία ως θεσμό κι όχι ως παιδευτική πράξη, για μας θυμίζει και το περιφρονητικό περιγέλασμα του ‘αθεμίστιου’, κριτού κάθε κοινωνικής φενάκης, αντάρτη Άσιμου: «την πράξη μας χαλάσαν οι θεσμοί». Αλλά, κάθε πολιτισμικό έργο, κάθε ποίημα του λόγου, διδάσκει στην Ποιητική του ο Αριστοτέλης, κρίνεται από τον χρήστη κι όχι τον παραγωγό του.

Κι είναι ενδεικτικό ότι οι γονείς συντάχτηκαν με την Πολιτεία ενάντια στους διαδηλώνοντες για τα απειλούμενα προνόμιά τους, σαν «χρήστες» κι αποδέκτες του εκπαιδευτικού έργου μετρώντας στα παιδιά τους τις τραγικές ελλείψεις κι υστερήσεις της εκπαίδευσης που τους παρέχεται, είτε καλούμενοι από αυτά να βοηθήσουν στις ασκήσεις τους, είτε θλιβόμενοι για την κυνική απαξίωση κι αδιαφορία για το σχολείο που αποτυγχάνει να τα σαγηνέψει, να τους διεγείρει κάποιο ενδιαφέρον για τα ωραία πράγματα του ‘ευ ζην’. Διαγιγνώσκοντες εξ εμπειρίας οι γονείς πώς τα επιζητούμενα των εκπαιδευτικών προνόμια επιζητούν και προάγουν το εύκολον, το χρηστικώς πλέον διά του μείονος, το έξω δοκιμής και μετρήσεως, αξιολογικών μέτρων και σταθμών ευπώλητον αδόκιμον. Υποβαθμίζοντας το ‘διά λύπης μάθησις’ στο «η δε παιδιά άνεσις». Την παιδεία σε παιδιά.

Απαντούν έτσι, τα παιδιά με την ίδια αδιαφορία στην ρηχότητα, την υστέρηση και την αδιαφορία των διδασκόντων. Αν οι διδάσκαλοι μετέδιδαν μια πραγματική παιδεία, όπως κι οι ιατροί θεραπεία κι οι δικαστές το δίκαιο, θα έλεγε ο Πασκάλ στις Pensees του (παρ. 82), δεν θα χρειαζόντουσαν τα «τετράγωνα σκουφιά», τις εξωτερικές κατοχυρώσεις της συνδικαλιστικής, συντεχνιακής, θεσμικής τηβέν¬νου. Θα τους διαβεβαίωνε η καθολική καταξίωση, μαθητών, γονέων, της κοινωνίας ευρύτερα. Κι η Πολιτεία δεν θα ανεγνώριζε την ανάγκη, αφουγκρα¬ζόμενη και προεξοφλώντας και την κοινωνική γι’ αυτήν συναίνεση, για παρέμβαση, διορθωτική των χρονίων στην Παιδεία νοσημάτων. Στην γραμμή της αριστοτελικής αντίληψης για τον ρόλο του νομοθέτη στην Παιδεία, στο X των Ηθικών Νικομαχείων, ώστε «διά νόμων αγαθοί γενοίμεθα».