Σημερινή

Δευτέρα, 19/11/2018
RSS

Μόσχας μηνυματικοί συμβολισμοί

| Εκτύπωση | 12 Αύγουστος 2018, 18:00 | Του Χριστόδουλου Κ. Γιαλλουρίδη

Το κόστος που μπορεί να πληρώσει η Ελλάδα εν προκειμένω, εξαιτίας της επιδείνωσης των ελληνο-ρωσικών σχέσεων με αφετηρία το Σκοπιανό, θα μπορούσε εκ πρώτης όψεως να αναχθεί στον τουρισμό, δηλαδή να προσανατολιστούν οι ρωσικές τουριστικές ροές από την Ελλάδα προς την Τουρκία

Ο Ρώσος Πρωθυπουργός, Ντμίτρι Μεντβέντεφ, σε πρόσφατη συνέντευξή του κατά το πρακτορείο TASS, αναφέρθηκε στο ενδεχόμενο ένταξης περιοχών ή και κρατών στον Οργανισμό Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ), όπως η Γεωργία. Στο πλαίσιο αυτό τόνισε πως δεδομένης της παραδοσιακής αντίληψης της Μόσχας, που αποτέλεσε και δόγμα της μετασοβιετικής εξωτερικής πολιτικής περί του «Εγγύς εξωτερικού», τυχόν πραγμάτωση της ως ανωτέρω κίνησης θα αποτελούσε μείζον πρόβλημα στις σχέσεις της Μόσχας με τον δυτικό εν γένει παράγοντα.

Αυτό κατά τον κ. Μεντβέντεφ θα μπορούσε υποθετικά να θέσει ζητήματα γενικών ανακατατάξεων στην ευρύτερη περιοχή, οι οποίες θα οδηγούσαν σε άμεση ή επερχόμενη διαμόρφωση συγκρουσιακών συνθηκών, δεδομένης της αντίθεσης συμφερόντων που θα επέφερε. Κάτι τέτοιο θα υποχρέωνε αφεύκτως τη Ρωσική Ομοσπονδία να μην παραμείνει αμέτοχη, προστατεύοντας, ως οφείλει, τα ευρύτερα στρατηγικά και γεωπολιτικά της συμφέροντα.

Στο ίδιο σκεπτικό διερωτήθηκε ο Ρώσος Πρωθυπουργός τι άλλο θα μπορούσε να συμβεί που να μην λαμβάνει υπόψη του τα γεωπολιτικά δεδομένα και τα εν δράσει αναπτυσσόμενα συμφέροντα στην περιοχή. Θα μπορούσε, επί παραδείγματι, κατά τον προβληματισμό του Ρώσου Πρωθυπουργού, να προσκληθεί το Κόσσοβο ή η λεγόμενη «Τουρκική Δημοκρατία της Βορείου Κύπρου» να συμπράξουν εντασσόμενες στο ΝΑΤΟ;

Η ευθεία αναφορά του σε «Τουρκική Δημοκρατία Βορείου Κύπρου» παραπέμπει στη συνήθη λειτουργία μεγάλων δυνάμεων, που θέτουν ζητήματα εν είδει προειδοποιήσεως για να ενισχύσουν τη θέση και τον στρατηγικό τους προσανατολισμό επί τρεχόντων διεθνών θεμάτων, τα οποία άπτονται των εθνικών τους συμφερόντων. Η διεθνής πολιτική δεν είναι μία διεθνής τάξη ρυθμιζόμενη εν δικαίω ή με βάση τους κανόνες του διεθνούς δικαίου εν γένει, αλλά αποτελεί έναν χώρο διαρκούς προβολής, σύγκρουσης ή και υπεράσπισης συμφερόντων.

Αυτό σημαίνει πως στις κινήσεις εξωτερικής πολιτικής και διαμόρφωσης στρατηγικής για τη χώρα, πρέπει να έχει κανείς ενώπιόν του τη λογική του συνόλου των κανόνων και ρυθμίσεων, που διέπουν το πεδίο άσκησης διεθνούς πολιτικής, έτσι ώστε οι κινήσεις να επιτυγχάνουν τη μεγιστοποίηση του εθνικού οφέλους και την ελαχιστοποίηση του αντίστοιχου κόστους. Κάτι τέτοιο υπαγορεύει άνευ εταίρου η διαμόρφωση εξωτερικής πολιτικής στο πλαίσιο του δύσκολου και συγκρουσιακού χώρου της διεθνούς σκακιέρας. Διαβάζοντας πίσω από τις γραμμές την αναφορά της Μόσχας περί «ΤΔΒΚ», θα μπορούσε κανείς να εκλάβει τα ανωτέρω ως μία προειδοποίηση αναλογίας, που παραπέμπει εμμέσως πλην σαφώς στο ενδεχόμενο πρόκλησης εθνικού κόστους, εν προκειμένω για την ελληνική πλευρά.

Η Ρωσία διατηρεί παλαιόθεν ιστορικούς δεσμούς με τον χώρο της πρώην Γιουγκοσλαβίας και τον ευρύτερο χώρο της Βαλκανικής, ιδιαιτέρως μάλιστα με αυτόν των Σκοπίων. Ο ευρωνατοϊκός προσανατολισμός των Σκοπίων, όπως διαγράφεται μετά τις πρόσφατες εξελίξεις, ανησυχεί τη Μόσχα και ευλόγως. Τούτο γιατί τα Σκόπια αποτελούν ως γεωγραφική συνέχεια της Σερβίας, την προέκταση της επιρροής της Μόσχας στη νότια Βαλκανική, εκείθεν δε τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο ευρύτερα.

Το θέμα που τίθεται δεν αφορά μόνο στην άνευ οιουδήποτε περιφερειακού ή διεθνούς οφέλους για την Αθήνα αναγνώρισης των Σκοπίων ως «Βόρειας Μακεδονίας» από την Ελλάδα, αλλά και συναφώς στη στάση της ηγεσίας του Υπουργείου των Εξωτερικών έναντι της Μόσχας με την απέλαση Ρώσων διπλωματών, στην οποία η Μόσχα απάντησε με αντίστοιχες κινήσεις, όπου και προσωποποιείται κατά τρόπο ανάγλυφο ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών ως κατεξοχήν υπεύθυνος για την κρίση.

Η ανωτέρω εξέλιξη θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, δεδομένης της ούτως ή άλλως αναβαθμισμένης θέσης της Ελλάδος ως γεωστρατηγικού και γεωπολιτικού εταίρου των ΗΠΑ στην περιοχή, εξαιτίας ακριβώς της έκπτωσης του τουρκικού παράγοντα στην αμερικανική στρατηγική προσέγγιση του κόσμου. Τυχόν κλιμάκωση της εντάσεως θα μπορούσε, όντας ανώφελη, να προκαλέσει εν είδει ντόμινο effect απροσδιόριστες και απρόβλεπτες συνέπειες για την εξέλιξη των ελληνο-ρωσικών σχέσεων, που σφυρηλατήθηκαν από γενέσεως του ελληνικού κράτους και εντεύθεν.

Το κόστος που μπορεί να πληρώσει η Ελλάδα εν προκειμένω, εξαιτίας της επιδείνωσης των ελληνο-ρωσικών σχέσεων με αφετηρία το Σκοπιανό, θα μπορούσε εκ πρώτης όψεως να αναχθεί στον τουρισμό, δηλαδή να προσανατολιστούν οι ρωσικές τουριστικές ροές από την Ελλάδα προς την Τουρκία. Αυτό θα επέφερε ένα σοβαρό πλήγμα στην ελληνική οικονομία εν γένει, δεδομένου του γεγονότος πως η κύρια, δηλαδή η εθνική βιομηχανία της χώρας, είναι ο τουρισμός.

Ένα δεύτερο αρνητικό σενάριο, που θα μπορούσε να επέλθει εξαιτίας μιας ως ανωτέρω κλιμακούμενης έντασης, θα άπτετο και μιας δυνητικής μεταβολής της ρωσικής πολιτικής στο Κυπριακό και της κυπριακής υποθέσεως εν γένει. Αυτό αφορά ιδιαιτέρως στις διαβουλεύσεις και στις αποφάσεις που λαμβάνουν χώρα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπου η Μόσχα παραδοσιακά και κατ’ επανάληψη λειτούργησε ως τροχοπέδη σε οποιαδήποτε σχέδια για αναβάθμιση της ούτω καλούμενης ΤΔΒΚ. Δεδομένων των ιστορικών, παραδοσιακών δεσμών Λευκωσίας - Μόσχας θα πρέπει να θεωρείται το ενδεχόμενο μεταβολής της ρωσικής στάσης στο Κυπριακό, εξαιτίας της πρόσφατης συγκρουσιακής διάστασης που έλαβε η σχέση Αθήνας - Μόσχας, μάλλον απομακρυσμένο.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο