Σημερινή

Κυριακή, 23/09/2018
RSS

Άγκυρας - Ουάσιγκτον στρατηγικοί τακτικισμοί

| Εκτύπωση | 05 Αύγουστος 2018, 18:00 | Του Χριστόδουλου Κ. Γιαλλουρίδη

Υπάρχει μια παραδοσιακά, ιστορικά δοκιμασμένη σχέση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και της Τουρκίας, που έλκει την καταγωγή της στα αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο χρόνια, όταν η Άγκυρα -τού όπως απεκλήθη ευστόχως από τον Frank Weber, Επιτήδειου Ουδέτερου- εντάχθηκε το 1952 για γεωστρατηγικούς λόγους, ταυτόχρονα με την αιμάσσουσα την ίδια περίοδο Ελλάδα, στο δυτικό στρατόπεδο των νικητριών δυνάμεων, δηλαδή στον Οργανισμό Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ). Πρόκειται για μια σχέση, που σήμερα, περίοδο των διακυβερνήσεων Ντόναλντ Τραμπ αφενός και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αφετέρου, περιπίπτουν σε ισχυρή δοκιμασία και κρίση.

Η σημερινή Τουρκία του Ερντογάν κυριαρχείται απολύτως από τον ίδιο και τις επιβληθείσες, καθόλου δημοκρατικές δομές εξουσίας του, πράγμα που του επιτρέπει να συμπεριφέρεται, όπως τον αποκαλεί ο διεθνής τύπος, ως νεοσουλτάνος. Αντιθέτως, ο Τραμπ, όντας νομιμοποιημένος πολιτικά, αποτυπώνει μια δική του διπλωματικά επιθετική προς τα έξω συμπεριφορά, αξιώνοντας και από την Άγκυρα σεβασμό προς τις ΗΠΑ και αποδοχή του ηγετικού τους ρόλου στην περιοχή.

Η ηγεμονική μεγαλομανία του Ερντογάν και το σχέδιό του για οικοδόμηση μιας μεγάλης Τουρκίας επικυρίαρχης στην ευρύτερη περιοχή και αποστασιοποιημένης από τη δυτική συμμαχία, ενισχύεται από τις τακτικές του κινήσεις προσέγγισης προς τη Μόσχα. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο στη δεκαετία του 1960, που εσυνέβη, θα μπορούσαν οι ΗΠΑ, όπως και το έπραξαν, ευκόλως να επαναφέρουν τον «ταραξία» στα ήρεμα νερά της συμμαχίας. Σήμερα, όμως, με τις επελθούσες μεταψυχροπολεμικές μεταβολές στο διεθνές σκηνικό, τη δεδομένη κυρίαρχα αυταρχική πολιτική ηγεσία της Άγκυρας και τη στρατιωτική ισχυροποίηση του τουρκικού παράγοντα στην περιοχή, τα πράγματα δεν είναι ούτε εύκολα, ούτε βατά για τις ΗΠΑ. Η Τουρκία αποτελεί πλέον για την Ουάσιγκτον και το δυτικό στρατόπεδο μιαν ανεξάρτητη, μη ελεγχόμενη μεταβλητή, που θα μπορούσε να κινηθεί προς πάσα κατεύθυνση.

Στην κλιμάκωση της δύσκολης και διαρκώς επιδεινούμενης κατάστασης μεταξύ των δύο χωρών συνέβαλε και η προ πολλών μηνών σύλληψη, κράτηση επί πέραν του 20μήνου άνευ δίκης και εν συνεχεία επιβολή καθεστώτος κατ’ οίκον περιορισμού του πάστορα Άντριου Μπράνσον με ορατό το ενδεχόμενο να οδηγηθεί ακόμη και σε καταδίκη που να προσεγγίζει την τριακονταπενταετή φυλάκιση. Οι ΗΠΑ αποφάσισαν εν προκειμένω να επιβάλουν σχετικές κυρώσεις στον Τούρκο Υπουργό Εσωτερικών και τον της Δικαιοσύνης, οι οποίοι θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για την επιβολή της μη συνάδουσας προς τα διεθνή δικαιϊκά και πολιτικά θέσμια απόφασης των τουρκικών Αρχών.

Ο Αμερικανός πάστορας, όπως και πολλοί άλλοι διωκόμενοι από τον Ερντογάν ξένοι και Τούρκοι παράγοντες της πολιτικής και της δημόσιας ζωής εν γένει, συλλαμβάνονται και κατηγορούνται συλλήβδην και άνευ στοιχείων για «τρομοκρατία» και «κατασκοπεία» ή κατά προέκταση ότι απεργάζονται το καθεστώς και επιχειρούν εναντίον του Ερντογάν. Όλα αυτά, ιδιαιτέρως μάλιστα μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου 2016, εντάσσονται στην οπτική της Άγκυρας σε ένα συνωμοσιολογικό πλαίσιο μιας εξ Αμερικής κατευθυνόμενης αντι-Ερντογάν κινήσεως του ιμάμη Φετουλάχ Γκιουλέν. Πέραν τούτου, υφίσταται πάντοτε η πάγια «κατηγορία» της συνεργασίας με το κουρδικό στοιχείο για την αποδυνάμωση και την εν τέλει διάσπαση της χώρας.

Στο ευρύτερο πλαίσιο της αντιπαράθεσης Άγκυρας - Ουάσιγκτον και των συνεπειών της εντάσσεται και η εσχάτως ληφθείσα απόφαση του αμερικανικού κογκρέσου, που έρχεται να ακυρώσει εν είδει αναστολής την παράδοση των μαχητικών αεροσκαφών πέμπτης γενιάς F-35 στην Τουρκία, μέχρι να εξομαλυνθούν οι σχέσεις των δύο χωρών και να συνταχθεί η απαιτούμενη έκθεση που να καταδεικνύει το ανωτέρω. Το τελευταίο αποτελεί ένα διπλωματικό «χαστούκι» εν είδει προειδοποίησης του αμερικανικού πολιτικού συστήματος και δη του κογκρέσου προς την Τουρκία να μην «τραβάει το σχοινί» πέραν του δέοντος, γιατί στις διμερείς σχέσεις των κρατών υπάρχουν και επιπτώσεις που παράγονται από την ανάγκη προστασίας του εθνικού συμφέροντος.

Υπενθυμίζεται πως η Άγκυρα πραγματοποίησε έναν ευφυή διπλωματικό ελιγμό προς τη Μόσχα κάνοντας μια κατ' αρχήν παραγγελία των αντιαεροπορικών πυραύλων S400, δημιουργώντας έτσι ένα μομέντουμ ισχυρής πίεσης προς την Ουάσιγκτον. Η τελευταία προστρέχει για να προλάβει ενδεχόμενη ουσιαστική και πραγματική κίνηση της Άγκυρας προς τη Μόσχα, πράγμα που θα ανέτρεπε συμμαχίες και διεθνείς ισορροπίες. Σε αυτήν την περίπτωση, ανεξαρτήτως της θέλησης των ΗΠΑ να αποτραπεί μια τέτοια εξέλιξη, ο ρόλος της Αμερικής στην περιοχή πλέον εστιάζεται πολύ περισσότερο απ' ό,τι στο παρελθόν, στις συμμαχικές σχέσεις που διαθέτει με Ελλάδα και Κύπρο, οι οποίες διατηρούνται απροβλημάτιστα και χωρίς οποιαδήποτε σημερινή ή επερχόμενη αναταραχή. Αυτό θα σήμαινε πως στις πραγματικές εν εξελίξει διεθνείς διεργασίες στην περιοχή, η Ελλάδα θα μπορούσε να κερδίσει συνεπικουρούσης της Ουάσιγκτον ένα ρόλο αναβαθμισμένου ηγεμονικού σταθεροποιητή στη Βαλκανική και ευρύτερη Μεσογειακή λεκάνη, έτσι ώστε αυτό το status να προσδώσει σημασία και κατά συνέπειαν ευρύτερα οφέλη στη γεωστρατηγική παρουσία της χώρας.

Εν όψει τούτων, θεωρούμε χρήσιμο για την Αθήνα και τη Λευκωσία να εξετάσουν με τη δέουσα προσοχή τις δυνατότητες που εμφανίζονται διεθνώς για αξιοποίηση του κενού ισχύος που εκδηλώνεται με την τουρκική, ενδεχόμενη ή και επερχόμενη μεταβολή θέσης. Οι εξελίξεις στην διεθνή πολιτική είναι ραγδαίες. Η πολιτική προοπτική της χώρας συνυφαίνεται και με την ικανότητα της ηγεσίας, όπως εκδηλώνεται στο σύνολό της, να οραματίζεται και να σχεδιάσει τη θέση και τον ρόλο του Ελληνισμού στον κόσμο, όχι ως «πτωχής πλην τίμιας Ελλάδας» για να θυμηθούμε τον Χαρίλαο Τρικούπη, αλλά της χώρας που έχει ρόλο, διεκδικεί για το εθνικό της συμφέρον και πορεύεται νικηφόρα. Διερωτάται κανείς, που αντικρίζει καλόπιστα τις εξελίξεις του ελληνικού φαινομένου εν τω συνόλω του, εάν υπάρχει σχέδιο για τη χώρα, όραμα για το μέλλον των Ελλήνων και πρόβλεψη για τη θέση της Ελλάδας στον κόσμο.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο