Σημερινή

Παρασκευή, 16/11/2018
RSS

Νομιμοποιητικές διεθνούς παρανομίας κινήσεις

| Εκτύπωση | 22 Ιούλιος 2018, 18:00 | Του Χριστόδουλου Κ. Γιαλλουρίδη

Δεν δικαιούται καμιά κυπριακή ηγεσία, η οποία οφείλει να υπερασπίζεται την ιστορία και τον πολιτισμό της κυπριακής πατρίδας, να προχωρεί σε διαπραγματεύσεις με τους εκπροσώπους των Τουρκοκυπρίων μεσούσης της κατοχής. Η συζήτηση με τους Τουρκοκυπρίους με την κατοχή να υφίσταται 44 χρόνια, δεν αποτελεί τίποτε άλλο, παρά νομιμοποίηση της κατοχής ως μίας πράξης που δεν αντίκειται στη διεθνή πολιτική.

Το ρωμαϊκό Hannibal ante portas, που σημαίνει ο Αννίβας προ των πυλών, δεν ισχύει πλέον για την Κύπρο, αφού ο Αττίλας είναι από το 1974 εντός των πυλών. Η Τουρκία από την 20ήν Ιουλίου 1974 κατέχει την ελληνική γη της Κύπρου, παραβιάζει, όπως συνηθίζει κατά παράδοση ο τουρκικός και οθωμανικός παράγων, κάθε αρχή διεθνούς δικαίου, διεθνούς εννόμου τάξεως και πολιτικής ηθικής, ασκεί πολιτική βίαιης κατάκτησης και παράνομου εποικισμού με στόχο τη μετατροπή μιας ελληνικής γης, της κυπριακής πατρίδας, σε τουρκικό χώρο κατακτητικής ιδιοποίησης.

Πρόκειται για μια πραγματικότητα διεθνούς πολιτικής, όπου, δυστυχώς, το διεθνές δίκαιο δεν μπορεί να εφαρμοστεί υπέρ των αδύναμων. Είμαστε υποχρεωμένοι μόνοι και μετά συμμάχων να υπερασπιστούμε την πατρίδα μας και να διεκδικήσουμε την εφαρμογή, δηλαδή την επιβολή του διεθνούς δικαίου στην κυπριακή υπόθεση. Αυτό μας θυμίζει τη γνωστή αρχή πως έχεις τόσο δίκαιο, όσο η ισχύς σου, που σημαίνει δεν μπορείς να προσδοκάς σε εφαρμογή του διεθνούς δικαίου διά της λειτουργίας των διεθνών οργάνων και μηχανισμών εφαρμογής των κανόνων της διεθνούς εννόμου τάξεως. Στις ελάχιστες περιπτώσεις που εφαρμόστηκαν με απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, είχαν τη σύμφωνο γνώμη των υπερδυνάμεων, όπως η περίπτωση του Κονγκό ή ακόμα και στη διεθνή εκστρατεία στο Κουβέιτ, όπου η θέληση των ΗΠΑ επεβλήθη ως κανόνας του διεθνούς δικαίου.

Σήμερα, 40 και πλέον χρόνια από τη διάπραξη του διεθνούς εγκλήματος εις βάρος της Κύπρου από την Τουρκία και ενώ η διεθνής παρανομία συνεχίζεται, εμείς, ο Κυπριακός Ελληνισμός και η Κυπριακή Δημοκρατία, προσαρμοζόμαστε σταδιακά με τις συνθήκες της κατοχής. Μεταβαίνουμε ως τουρίστες στα κατεχόμενα εδάφη, στη γη των προγόνων μας ή ακόμη και αναπτύσσουμε οικονομικές σχέσεις με τους παράνομους θεσμούς των κατεχομένων. Έχει αναπτυχθεί εν προκειμένω μια καινοφανής θεωρία που φέρει τον τίτλο «επαναπροσέγγιση» και που θέλει να μας πει πως όταν, εφόσον και όσον συνομιλούμε με τον κατακτητή και τους εκπροσώπους του, φέρνουμε, όπως ισχυρίζονται οι υποστηρικτές αυτής της αντίληψης, τη λύση πιο κοντά.

Το ζήτημα που τίθεται είναι τι είδους λύση φέρνουμε πιο κοντά συνομιλούντες εν μέσω κατοχής με τους εκπροσώπους των Τουρκοκυπρίων, οι οποίοι λειτουργούν εκόντες άκοντες ως όργανα της Άγκυρας. Εκείνο που προσδοκούν οι εκπρόσωποι αυτής της σχολής σκέψης είναι η επίτευξη μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας. Αυτή η «λύση» προσκρούει ακόμη στην επιμονή της Άγκυρας να διατηρεί στρατεύματα εν είδει στρατιωτικής βάσεως στο «βόρειο ομόσπονδο τμήμα της αυριανής ομοσπονδιακής κυπριακής πολιτείας». Δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό από τους υποστηρικτές αυτής της θεώρησης πως τα ομοσπονδιακά συστήματα σε όλον τον κόσμο είναι εξαιρετικά δυσλειτουργικά και όπως έλεγε και ο Γερμανός καθηγητής διεθνούς δικαίου, Knut Ipsen, «στις ομοσπονδιακές δομές τα μέρη είναι υποχρεωμένα σε καθημερινή βάση να είναι ερωτευμένα μεταξύ τους για να λειτουργεί το ομοσπονδιακό σύστημα».

Ας φανταστούμε τώρα μια Κύπρο ομοσπονδιακή με τουρκοκυπριακό τμήμα στον βορρά και ελληνοκυπριακό στον νότο, όπου θα πρέπει να παίρνει αποφάσεις το κεντρικό ομοσπονδιακό κράτος με τη συναίνεση των λεγομένων επικεφαλής των ομοσπόνδων κρατών, όπου η απόφαση για να παρθεί εν τέλει πρέπει να έχει και τη συναίνεση της Άγκυρας. Αυτό το κυπριακό κράτος ή δεν θα μπορούσε να λάβει ποτέ αποφάσεις ή θα επαφίετο στην πολιτική βούληση της Άγκυρας η λειτουργία του, πράγμα που θα οδηγούσε σε μια σταδιακή μετατροπή της Κύπρου σε φινλανδοποιημένη ζώνη, δηλαδή σε ένα είδος τουρκικού προτεκτοράτου.

Αφήνουμε βέβαια την πραγματικότητα που θα ανακύψει στο πλαίσιο λειτουργίας αυτού του ομοσπονδιακού οικοδομήματος ως προς την ικανότητά του να συμμετέχει στις ευρωπαϊκές αποφάσεις και δη να δημιουργηθεί η ασφαλής πεποίθηση και ανησυχία στους Ευρωπαίους ότι η Κύπρος θα λειτουργεί εντός της Ευρώπης ως δορυφόρος τουρκικών στρατηγικών στοχεύσεων και επιδιώξεων. Το τελευταίο θα σήμαινε απομείωση της σημασίας που θα αποδίδουν οι Ευρωπαίοι στην Κύπρο στη συμμετοχή της, σε βαθμό που θα την οδηγήσουν μετά βεβαιότητος σε περιθωριοποίηση.

Τα ανωτέρω μάς οδηγούν στο συμπέρασμα πως δεν δικαιούται καμία κυπριακή ηγεσία, η οποία οφείλει να υπερασπίζεται την ιστορία και τον πολιτισμό της κυπριακής πατρίδας, να προχωρεί σε διαπραγματεύσεις με τους εκπροσώπους των Τουρκοκυπρίων μεσούσης της κατοχής. Αυτό μας υπενθυμίζει αναγκαστικά τραγικά λάθη του παρελθόντος και απώλειες ευκαιριών, όταν ο Ελληνισμός είχε καταφανώς το πάνω χέρι στην περιοχή, δεδομένης της θέλησης του διεθνούς παράγοντα, λόγω σοβιετικού φόβου, να επιλύσει ανυπερθέτως το κυπριακό πρόβλημα, με τον Ελληνισμό της Κύπρου να κυριαρχεί σε όλο το μήκος της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής. Συνεπώς, τα διδάγματα του παρελθόντος είναι εκεί για να μας καθοδηγούν, έτσι ώστε τα επόμενα βήματά μας να είναι προϊόν στρατηγικής σύλληψης και σχεδιασμού.

Και το ότι διεξήχθησαν μέχρι τούδε διαπραγματεύσεις με την τουρκική κατοχή βιαίως παρούσα ήταν λάθος. Στα μάτια του διεθνούς παράγοντα, δηλαδή του υπόλοιπου κόσμου, η συζήτηση με τους Τουρκοκύπριους με την κατοχή να υφίσταται 44 χρόνια, δεν αποτελεί τίποτε άλλο, παρά νομιμοποίηση της κατοχής ως μίας πράξης που δεν αντίκειται στη διεθνή πολιτική. Ταυτόχρονα δε, αποδυναμώνει και τη δική μας θέληση, όπως και του υπόλοιπου ελληνισμού, για αντίσταση στους τουρκικούς σχεδιασμούς και την επιβουλή της Άγκυρας εις βάρος της Κύπρου. Επομένως, ο απολογισμός δεν είναι θετικός όλων αυτών των δεκαετιών που παρήλθαν, όχι γιατί δεν καταφέραμε να απελευθερώσουμε την κατεχόμενη περιοχή, αλλά κυρίως γιατί με τις πράξεις και παραλείψεις μας οδηγούμε τη διεθνή παρανομία σε διεθνή νομιμοποίηση.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο