Σημερινή

Δευτέρα, 24/09/2018
RSS

Με αφορμή (και) το γλωσσάρι

| Εκτύπωση | 22 Ιούλιος 2018, 18:00 | Με τον Μιχάλη Α. Μελετίου

Το γλωσσάρι των δημοσιογράφων, που ξεπετάχτηκε στη δημοσιότητα για την οικοδόμηση τάχα της εμπιστοσύνης ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, δεν αποτελεί για εμένα έκπληξη. Ασφαλώς και ένας βασικός πυλώνας άλωσης των συνειδήσεων ή των αντιστάσεων μιας ομάδας ανθρώπων (που αποτελείται από μόνον δύο άτομα μέχρι και έναν ολόκληρο λαό) είναι και η αλλαγή της σημασίας των λέξεων. Αυτό είναι πασίγνωστο ήδη από την εποχή του Πελοποννησιακού πολέμου. Κατ’ ακρίβειαν, οι λέξεις δεν αλλάζουν σημασία παρά μόνον εμείς κάνουμε δήθεν ότι αλλάζουν και ότι εννοούμε άλλα αντί άλλων, για να εξυπηρετήσουμε τα συμφέροντά μας.

Οι ψυχολογικές επιχειρήσεις, όμως, που επιβουλεύονται την ικανότητα της Μνήμης μέσα στον ιστορικό χρόνο, δεν είναι αστεία πράματα. Είναι η πρώτη ύλη της αλευροποίησης των ανθρώπων ως υποκείμενα της πολιτικής. Δυστυχώς, το γλωσσάρι, ή καλύτερα ο τρόπος σκέψης που αντιπροσωπεύεται από ενέργειες τύπου «γλωσσάρι», δραστηριοποιείται σε μια πολύ δυσμενή για εμάς συγκυρία.

· Πρώτον, η Ελλάδα είναι μια χώρα χρεοκοπημένη (οικονομικά/πολιτικά/ηθικά), που δεν μπορεί να πετύχει σχεδόν τίποτα καλό για τον εαυτό της, πόσω μάλλον για την Κύπρο.

· Δεύτερον, οι συσχετισμοί των δυνάμεων ανάμεσα στην Κύπρο και την Τουρκία είναι τόσο χαοτικά άνισοι υπέρ της Τουρκίας, που δεν επιτρέπουν σε καμία περίπτωση την εφαρμογή μιας λύσης που να μην εξυπηρετεί κατά βάση τα συμφέροντα της δεύτερης.

· Τρίτον, εξακολουθούμε να θεωρούμε ότι το τουρκοκυπριακό στοιχείο μπορεί (ή θα μπορεί στο μέλλον) να λαμβάνει αυτεξούσιες αποφάσεις για την τύχη του, ενώ στην πραγματικότητα δεν φαίνεται να υπάρχει κάτι τέτοιο στον ορίζοντα. Όπως έγραψε εξάλλου πολύ πρόσφατα και ο Σενέρ Λεβέντ για το ψευδοκράτος: «Το μέρος αυτό μετατράπηκε γρήγορα σε αποικία της Τουρκίας. Στρατός. Πληθυσμός. Κεφάλαιο. Όλα είναι δικά της. Ακόμα και αν φύγει από εδώ ο στρατός σε μια ομοσπονδιακή λύση, που εγώ δεν πιστεύω ότι θα φύγει το σύνολό του, ο πληθυσμός και το κεφάλαιο θα μείνουν εδώ. Υπάρχουν χίλιοι δυο τρόποι να μας υπαγορεύει τα πάντα εδώ η Τουρκία σε ένα ομοσπονδιακό σύστημα, όπως συμβαίνει και τώρα. Άλλωστε, ουδέποτε είχαμε κυβερνώντες που έλεγαν όχι στην Τουρκία».

· Τέταρτον, μέσα στην όλη δυσμενή εξίσωση του παρόντος, έρχονται να προστεθούν και οι έντονες (σε κάθε περίπτωση δικαιολογημένες και σεβαστές) πιέσεις που ασκούν οι προσφυγικές οργανώσεις για την επίτευξη λύσης σε βραχύ ορίζοντα. «Οι καιροί ου μενετοί» διατείνονται μετ’ επιτάσεως. Ασφαλώς εξετάζουν το Κυπριακό μέσα από το δικό τους συναισθηματικό καλειδοσκόπιο και κάνουν την ανάγνωσή τους μέσα από την ανάγκη τους να επιστρέψουν στα σπίτια τους.

Ουδείς μπορεί να τους ψέξει γι’ αυτό. Σημασία έχει όμως όχι απλά να πάμε πίσω, αλλά να πάμε και να μείνουμε! Εγώ πιστεύω ότι σήμερα, περισσότερο παρά ποτέ, πρέπει να περιμένουμε. Πρέπει να προετοιμαστούμε κατάλληλα. Πρέπει να αφοσιωθούμε στην πιο εμπεριστατωμένη διάγνωση του εσωτερικού μετώπου.

· Πέμπτον, στερούμαστε πολιτικής αποφασιστικότητας και καινοτομίας, με αποτέλεσμα να αναλωνόμαστε συνεχώς στα ίδια και τα ίδια. Αυτό γίνεται όχι διότι οι πολιτικοί μας δεν έχουν γνώσεις ή διότι είναι ανίκανοι. Αυτό γίνεται διότι η Κύπρος έχασε την ιδεολογική της ταυτότητα. Και αυτό ξεκινά από τον παλμό που εκπέμπει η ίδια η κοινωνία. Από τις υπαρξιακές κατηγορίες που προσάπτει η ίδια στον εαυτό της.

Αυτό μπορεί να ψηλαφισθεί από τις κουβέντες στα καφενεία, στις διάφορες συνεστιάσεις, στα γήπεδα, στον τρόπο με τον οποίο συμπεριφερόμαστε στο ίδιο μας το σώμα, στον τρόπο με τον οποίο η μια κοινωνική ομάδα διεκδικεί τα δίκια της από μιαν άλλη. Κοντολογίς, φαίνεται σε κάθε μας έκφραση, ιδιωτική ή και δημόσια. Κι έτσι, εν τη απουσία μιας ξεκάθαρης ιδεολογικής ταυτότητας, περιχαρακωθήκαμε πίσω από μια λύση Ομοσπονδίας, που εδώ και δεκαετίες αποτυγχάνει να ενώσει την Κύπρο ακόμα και από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Διότι δεν είδαμε ποτέ να υπάρχει φερ’ ειπείν ένα κοινό μέτωπο Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, που να μάχεται για τα δίκαια του τόπου ως συνειδητοποιημένοι Κύπριοι. Αντίθετα, ζούμε έναν κλεφτοπόλεμο που κανένας δεν φαίνεται να είναι πρόθυμος να ομολογήσει. Η μονοδιάστατη σκέψη, ωστόσο, βλάπτει τους αναγκαίους πολιτικούς ελιγμούς.

Δεν είμαι εγώ αυτός που θα πει αν πρέπει να εγκαταλειφθεί ή όχι η προσπάθεια λύσης του Κυπριακού μέσω Ομοσπονδίας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, πρέπει να ξεκινήσουμε να συζητάμε γρήγορα για το μέχρι πού είμαστε διατεθειμένοι να φτάσουμε λαμβάνοντας υπόψη τον αμείλικτο κανόνα των συνεπειών που ελλοχεύουν κατά την επένδυσή μας σε επιχειρηματικές πράξεις που ενέχουν υψηλό ρίσκο. Διότι υπάρχει και το πανάρχαιο αξίωμα που καθορίζει ότι «ο εξ οικείου πταίσματος ζημιωμένος, δεν πρέπει να αποζημιώνεται».

Η καθυστέρηση της λύσης δεν ευνοεί μόνον αυτόν που κατέχει εδάφη ή στρατό. Στην περίπτωση του Κυπριακού, πλεονέκτημα έχει και αυτός που είναι ισχυρότερος πολιτιστικά. Αυτό συμβαίνει διότι ο πολιτισμός είναι η σημαντικότερη ιστορική επένδυση των αιώνων. Δεν μπορεί να συγκριθεί με την εφήμερη κατάσταση των οικονομικών ή των μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων.

Το να υπάρχεις, είναι απείρως πιο σημαντικό από το να έχεις χρήματα ή μια λύση οποιασδήποτε μορφής. Στον πολιτισμό έχουμε σαφή υπεροχή συγκρινόμενοι με τους Τουρκοκύπριους. Εμείς είμαστε ένα πανάρχαιο φύλο, που κατοικεί στα ίδια χώματα εδώ και χιλιετίες, με την ίδια γλώσσα, τον ίδιο πολιτισμό και τα ίδια ήθη, ενώ οι Τουρκοκύπριοι δημιουργήθηκαν μέσα από μια ετερόκλιτη πληθυσμιακή ομάδα ανθρώπων με διαφορετικά κίνητρα πριν από μερικές εκατονταετίες. Μάλιστα, οι δεύτεροι αντιμετωπίζουν άμεσα τον κίνδυνο του πολιτιστικού αφανισμού και της απώλειας της ταυτότητάς τους λόγω της παρουσίας του τουρκικού στοιχείου στα κατεχόμενα και λόγω της απόλυτης εξάρτησής τους από την Άγκυρα.

Το παραδέχτηκε πρόσφατα σε μια ομιλία του στην κυπριακή Πρεσβεία της Αθήνας ο κύριος Νιαζί Κιζίλγιουρεκ. Παρότι ο ίδιος δηλώνει υπέρμαχος του φεντεραλισμού, διαμήνυσε εναγωνίως ότι το τουρκοκυπριακό στοιχείο τελεί υπό πολιτιστικό αφανισμό λόγω της πολιτικής του αδυναμίας και λόγω της ολιγανθρωπίας του. Παραδέχτηκε επίσης ότι επιθυμεί μια γρήγορη λύση για να μπορέσει με κάποιον τρόπο να αντιστραφεί αυτή η δυσοίωνη προοπτική.

Χωρίς να θέλω να εισέλθω στη συζήτηση περί του τι ακριβώς σημαίνει το να δηλώνει κανείς πίστη στα κελεύσματα του φεντεραλισμού (terra incognita για τους περισσότερους ανυποψίαστους πολίτες), εντούτοις, είμαι υποχρεωμένος να επισημάνω ότι τα πρωταρχικά και διαχρονικά ερωτήματα που πρέπει να απαντήσουμε είναι ερωτήματα υπαρξιακής φύσεως, που έχουν τον πολιτισμό στο κέντρο της διαλεκτικής τους: Θα καταφέρει ο Κύπριος να μείνει Έλληνας; Ή ακόμα πιο αυστηρά, θέλει ο Κύπριος να παραμείνει Έλληνας;

Τέλος, για να θέσουμε το ακόμα πιο σκληρό ενδεχόμενο, ενδιαφέρει την Ελλάδα να παραμείνει ο Κύπριος Έλληνας; Αυτά είναι τα βασανιστικά ερωτήματα που δεν προλαβαίνουμε δυστυχώς να απαντήσουμε κατά τρόπο ξεκάθαρο, διότι οι γεωπολιτικές συνισταμένες και τα νέα, κυνικά ήθη της στρατηγικής επιλογής του χάους, μετατρέπουν την εξίσωση του τι μέλλει γενέσθαι δυσεπίλυτη και εν πολλοίς επικίνδυνη.

ΜΙΧΑΛΗΣ Α. ΜΕΛΕΤΙΟΥ
Συγγραφέας, δοκιμιογράφος