Σημερινή

Πέμπτη, 15/11/2018
RSS

Αντί να επιβάλλουν «Γλωσσάρι» στους δημοσιογράφους ας τους μάθουν

| Εκτύπωση | 15 Ιούλιος 2018, 18:00 | Του Κυριάκου Μπαρρή

Αντί να επιβάλλουν «Γλωσσάρι» στους δημοσιογράφους ας τους μάθουν καλύτερα την ελληνική γλώσσα

Είναι με μεγάλη έκπληξη, αιφνιδιασμό και σχεδόν τρόμο που πληροφορήθηκα τη σύσταση - οδηγία προς τους δημοσιογράφους να χρησιμοποιούν συγκεκριμένο «γλωσσάρι» στην καθημερινή δουλειά τους να ενημερώνουν τους πολίτες και να μην ξεφεύγουν απ’ αυτό.

Δεν μπορώ ν' αντιληφθώ τη σκοπιμότητα αυτής της πρότασης. Στο μυαλό μου αυτονόητα είναι η ανεξαρτησία, η ελευθερία, η μη δέσμευση των δημοσιογράφων. Έχουν και πρέπει να έχουν απόλυτο δικαίωμα επιλογής και χρήσης συγκεκριμένης γλώσσας και λέξεων. Αποφεύγω το «γλωσσάρι», καθώς μοιάζει να παραπέμπει σε «συναξάρι».

Η κοινωνία και η Πολιτεία οφείλουν να εμπιστεύονται τους δημοσιογράφους και να σέβονται την ανεξαρτησία και το δικαίωμα ελεύθερης έκφρασής τους. Αυτό επιβάλλει το Σύνταγμα σε δημοκρατικές πολιτείες. Από τη στιγμή που περιορίζεις ή δίνεις ύποπτες συμβουλές για χρήση συγκεκριμένου γλωσσικού κώδικα από τους λειτουργούς των ΜΜΕ, τότε η δημοκρατία κακοποιείται και οι δημοσιογράφοι φιμώνονται ή χειραγωγούνται. Δεν έχει πολλή σημασία προς ποια κατεύθυνση χειραγωγούνται, η πράξη είναι κατακριτέα. Αφοσιωμένοι πρέπει να είναι στην αλήθεια, στην έρευνα, στη σωστή μετάδοση των ειδήσεων χωρίς προστάτες και ελεγκτές.

Παρόλο που ανακοινώθηκε ότι πίσω απ’ αυτήν τη σύσταση είναι ο ΟΑΣΕ και στόχο έχει την υποβοήθηση των πλευρών για επίλυση χρόνιων προβλημάτων και για οικοδόμηση της ειρήνης, πιστεύω ότι άργησαν πολύ ν' αντιδράσουν και η Ένωση Συντακτών και η Αρχή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Αντέδρασαν χλιαρά και ασαφώς όταν κινητοποιήθηκαν και διαμαρτυρήθηκαν οι δημοσιογράφοι ότι αυτό τους φιμώνει και προσβάλλει την προσωπική τους αξιοπρέπεια.

Το θέμα είναι ανησυχητικό, καθώς είναι πολύ πιθανό πίσω από αυτήν την οδηγία να υποκρύπτονται και πολιτικοί λόγοι και σχεδιασμοί έξωθεν, και έχουμε πικρή πείρα απ’ αυτά.

Να μην υποτιμάται ο κίνδυνος. Σε μια ημικατεχόμενη χώρα είναι τεράστιας σημασίας, για παράδειγμα, να επιλέγεις τη λέξη «επανένωση» αντί να χρησιμοποιείς τη λέξη «απελευθέρωση» ή να περιλαμβάνεις τον τουρκικό στρατό ευρύτερα στα «ξένα στρατεύματα» και να μην τον ονομάζεις «κατοχικά στρατεύματα».

Σε μια πολιτεία όπου πλεονάζουν οι απάτες, τα σκάνδαλα, τα ψεύδη και οι κλοπές χρειάζονται δημοσιογράφοι ελεύθεροι, χωρίς φόβο και υποδείξεις, που να επιλέγουν λέξεις οι οποίες αναδεικνύουν και τονίζουν την πραγματικότητα και όχι να τη συγκαλύπτουν ή να την παραποιούν. Ούτε ποδηγεσία, ούτε προστασία χρειάζονται, παρά μόνο εμπιστοσύνη και ελεύθερο πεδίο δράσης. Λέξεις δυνατές που σπάνε κόκκαλα και όχι ανώδυνες και βολικές για όλους για να περάσουμε. Πόσο επίκαιροι και καθοδηγητικοί οι στίχοι του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη:

“Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις να μην τις παίρνει ο άνεμος». Ή «Πρέπει να λέμε τις σφαίρες, σφαίρες και τους σκοτωμένους, σκοτωμένους».
Πέραν αυτών, απαραίτητη προϋπόθεση σωστής δημοσιογραφίας είναι η επαγγελματική επάρκεια κι αυτή δεν μπορεί να υπάρξει, αν δεν υπάρχει η πλήρης γνώση της Ελληνικής Γλώσσας. Αυτό οδηγεί στη σωστή επιλογή και χρήση, στην ακριβή και αληθινή μετάδοση ειδήσεων και απεικόνιση των γεγονότων. Εδώ χρειάζονται βελτίωση οι δημοσιογράφοι μας, εδώ υστερούμε. Οι αδυναμίες δεν καλύπτονται ούτε με χαμόγελο, ούτε με ομορφιά, ούτε με στυλ ντυσίματος, ούτε με ευγένεια και γοητεία. Οφείλουν να ξέρουν ότι υπάρχουν και χιλιάδες αναγνώστες, τηλεθεατές, ακροατές που κοιτάζουν και πέραν της επιφάνειας των πραγμάτων και αξιολογούν αυτούς που μιλούν ή γράφουν και με βάση το κατά πόσον γνωρίζουν ή αγνοούν την Ελληνική Γλώσσα.

Δυστυχώς, τα επίπεδα δεν μας τιμούν. Δεν είναι μυστικό ότι πολλοί δημοσιογράφοι στον έντυπο, ηλεκτρονικό Τύπο, στο διαδίκτυο, στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο έχουν πολύ σοβαρές και μεγάλες ελλείψεις στον τομέα της ελληνικής γλώσσας. Τα λάθη είναι πολλά, σοβαρά, απαράδεκτα, συχνά, «εγκληματικά».

Δεν πρέπει αυτό να υποτιμάται, είναι πολύ επικίνδυνο. Οι δημοσιογράφοι πρέπει να αποτελούν πρότυπα σωστής χρήσης της γλώσσας, σωστής προφοράς και απόδοσης και στην ουσία διδάσκουν ή κάνουν τεράστια ζημιά στο γλωσσικό αισθητήριο της κοινωνίας.

Δεν είναι υπερβολή να πω ότι ασκούν τόση επίδραση όση και οι δάσκαλοι-εκπαιδευτικοί στα Σχολεία. Δεν υπονοώ ότι εκεί τα πράγματα είναι τέλεια, ούτε το αποκρύβω για λόγους συναδελφικής αλληλεγγύης. Απλώς αυτό θ’ αποτελέσει θέμα επόμενου άρθρου.

Ας επικεντρωθούμε, λοιπόν, σ’ αυτό που ολοφάνερα μας λείπει κι ας αφήσουμε το «γλωσσάρι» που δικαιολογημένα θίγει, προσβάλλει, στερεί ελευθερία και προκαλεί αντιδράσεις.

Στο κάτω-κάτω αυτός που δεν κατέχει την ελληνική γλώσσα, ούτε το γλωσσάρι δεν μπορεί να κατανοήσει, πόσω μάλλον να το επιλέξει και να το χρησιμοποιήσει.
Αυτή είναι η προτεραιότητα και πεδίον δόξης λαμπρό και για την Ένωση Συντακτών και για την Αρχή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας και για την Αρχή Ραδιοτηλεόρασης: Nα συνεργαστούν, ώστε με Σεμινάρια και συνεχή επιμόρφωση να βοηθήσουν τους Δημοσιογράφους (ιδιαίτερα τους νεαρότερους) να βελτιωθούν για να αποκτήσουν πλήρη και άρτια γνώση της Ελληνικής Γλώσσας, ώστε να έχουν επάρκεια, αλλά και αυτοπεποίθηση στην εκτέλεση του επαγγέλματος-λειτουργήματός τους.

Κυριάκος Μπαρρής
Φιλόλογος,
Επίτιμος Πρόεδρος Συνδέσμου Ελλήνων Διευθυντών Μ. Εκπαίδευσης Κύπρου