Σημερινή

Τρίτη, 18/12/2018
RSS

Για ένα ποτήρι κρασί, Γρηγόρη

| Εκτύπωση | 11 Μάρτιος 2018, 18:00 | Του Πόλυ Κυριάκου

Λένε πως πέρασαν χρόνια εξήντα ένα. Ξαφνικά άρχισαν να φαίνονται αιώνας… Σε κάναμε ήρωα, Γρηγόρη. Σε κάναμε σύμβολο. Σε διδάσκουμε στα σχολεία. Έχεις εμπνεύσει ποιητές. Έχεις ξαφνιάσει την οικουμένη. Δεν είναι λίγο δα αυτό που έκανες. Θαρρώ πως αυτό που έκανες ποτέ δεν το συνειδητοποίησα. Αυτό που έκανες είναι αυτό που δεν μπορεί να κάνει κανείς σήμερα. Ούτε ένας από εμάς. Γιατί έκανες την υπέρβαση. Ο Γιάννης Ρίτσος, γράφοντας τον "Αποχαιρετισμό", μπήκε μέσα στην ψυχή σου και κατέγραψε όσα πίστεψε ότι ένιωσες.

Τι μπορεί να πέρασε από το μυαλό σου εκείνες τις ώρες, όσο ακόμα ζούσες, όσο ακόμα οι Εγγλέζοι δεν είχαν ανάψει το σπίρτο. Αναρωτιέμαι, όμως. Μπορεί κανείς να μπει στα υπόγεια της ψυχής σου Γρηγόρη; Έχει εξήγηση η ζωή σου και το έργο σου για μας τους κοινούς θνητούς, για μας που δεν ξέρουμε; Πες μας. Ποια αγάπη, ποια δύναμη, ποιο όνειρο σού έδωσε τόσο οραματισμό, άραγε; Πώς γίνεται ένας άνθρωπος να καταφέρνει μια τόσο μεγάλη αυτοθυσία;

Σε προσκαλούμε, σε παρακαλούμε, λοιπόν, να ’ρθεις σήμερα για έναν καφέ. Έλα για λίγο. Τρία χιλιόμετρα από το κρησφύγετό σου υπάρχει μια όμορφη ταβέρνα. Απλώνεις το βλέμμα σου και βλέπεις το μοναστήρι του Μαχαιρά... Το απλώνεις ξανά και βλέπεις έναν καταγάλανο ουρανό. Έλα, λοιπόν, για λίγο, Γρηγόρη. Κερνάμε κρασί. Κόπιασε! Θέλουμε να σε κοιτάξουμε στα μάτια, έστω και τώρα, μήπως δούμε κι εμείς σήμερα τον κόσμο σου με τα δικά σου μάτια. Ίσως κάτι να μην είδαμε τόσα χρόνια, Γρηγόρη. Ίσως δεν είδαμε κάτι που έπρεπε να είχαμε δει, να είχαμε αισθανθεί.

Έλα, Γρηγόρη. Μια δυο ώρες μονάχα. Δεν θα σε κουράσουμε. Δεν θα πούμε πολλά, ούτε θα κρίνουμε κανέναν. Όσα βιώνουμε σήμερα είναι ίσως αυτά που αξίζουμε. Μεγάλη ιστορία τα δικά μας τα θέματα, Γρηγόρη, δεν θα σε κουράσουμε μ’ αυτά. Ντρεπόμαστε να σου εξιστορήσουμε τη συνέχεια, από τότε δηλαδή που έφυγες μέχρι σήμερα. Ας μην το αγγίξουμε, λοιπόν. Μόνο να δεις τα καινούργια δέντρα κοντά στο κρησφύγετό σου, τα αγριολούλουδα... Ακόμα ανθίζουν, Γρηγόρη, κοίταξέ τα... Αυτό δεν σημαίνει ελπίδα για τον κόσμο, Γρηγόρη;

Έλα να δεις τα μάτια των μικρών παιδιών... Δεν βλέπεις μια μικρή φωτιά που θα μπορούσε να ζεστάνει την αγάπη μας για τούτο τον τόπο; Δεν βλέπεις μια πιθανότητα ελευθερίας; Έλα να δεις τα μάτια των ηλικιωμένων ανθρώπων, Γρηγόρη. Δεν βλέπεις μιαν απόγνωση μέσα στα μάτια τους; Δεν είναι τίποτα, Γρηγόρη, είναι το βλέμμα των ανθρώπων που πέρασαν δύσκολα. Ξέχασα να σου πω... Όλο μας κυνηγάνε, Γρηγόρη, από τότε. Εσύ, θαρρώ, θα θυμάσαι μόνο τους Εγγλέζους… Όχι, Γρηγόρη, τώρα είναι και οι Τούρκοι…

Αυτόν τον τόπο τον θέλουνε όλοι. Λογικό δεν είναι; Και ποιος δεν θέλει έναν παράδεισο, αγαπημένε μου; Αχ, ξέχασα... Τα παλιά λεωφορεία που ήξερες με τις αστείες μουτσούνες δεν υπάρχουν πια, άλλαξε η τεχνολογία. Όλα έγιναν μοντέρνα πια. Αλλιώς έγινε η ζωή τώρα, Γρηγόρη. Και οι βοσκοί που θυμάσαι γύρω-γύρω από το κρησφύγετό σου, δεν υπάρχουν πια. Άλλαξαν πολλά, Γρηγόρη... Να σου πω την αλήθεια, δεν ξέρω αν οι προδότες υπάρχουν πια, εύχομαι όχι…

Τα χρόνια καθώς φεύγουν, συχνά είναι αδίστακτα. Παίρνουν μαζί τους τα πάντα. Ξεχάσαμε πολλά, Γρηγόρη. Ξεχάσαμε ένα κομμάτι από την Ιστορία. Κάτι λίγα, ευτυχώς, τρεμοσβήνουν στη μνήμη μας εδώ κι εκεί… Μέσα σε κάποιες σελίδες βιβλίων, μέσα σε κάποια ποιήματα, σε κάποιους μονόλογους υπάρχεις κι εσύ…
Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε, όμως, έστω και τώρα, Γρηγόρη. Θα πιάσουμε λίγο χώμα έξω από το κρησφύγετό σου και θα το σκορπίσουμε σε όλη την Κύπρο, μπας και τούτο το χώμα καταφέρει να φέρει καινούριους καρπούς. Θα το σκορπίσουμε σε όλη την Κύπρο, Γρηγόρη… Σε όση απέμεινε…