Σημερινή

Σάββατο, 23/06/2018
RSS

Και πάλι η ΔΔΟ με το σωστό περιεχόμενο IV

| Εκτύπωση | 04 Μάρτιος 2018, 18:00 | Με τον Δρα Ιάκωβο Αριστείδου

Όπως ανέφερα ήδη, σε μια λύση ΔΔΟ οι δυο Ζώνες θα είναι δυο Αρχές Τοπικής Αυτοδιοίκησης, στις οποίες θα δοθούν εκείνες οι εξουσίες κι εκείνα τα μέσα για να διοικηθούν ομαλά, να αναπτυχθούν και να νιώθουν ασφάλεια. Όπου η πλειοψηφία της μιας πλευράς δημιουργεί ενδεχόμενο εκμετάλλευσης σε βάρος της άλλης να υπάρχουν ασφαλιστικές δικλίδες ή διορθωτικές/αντισταθμιστικές πρόνοιες. Οι διευθετήσεις αυτές θα είναι προσωρινές μέχρι να ισχύσει η πολιτική της ενιαίας Ε.Ε. Στη συνέχεια θα αναφερθώ σε μερικές βασικές παραμέτρους της διευθέτησης αυτής.

Η λύση ΔΔΟ κατά κάποιον τρόπο είναι πολύ γνωστή στον κυπριακό λαό με τη λύση Ζυρίχης-Λονδίνου του 1960. Το μόνο νέο στοιχείο είναι ο εδαφικός διαχωρισμός. Κατά τα άλλα μιλούμε και πάλι για την άσκηση εξουσίας από την Κεντρική/Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση, καθώς και τις εξουσίες των δυο Ζωνών. Από την εμπειρία στα θέματα αυτά μπορούμε να αποφασίσουμε τι να υιοθετήσουμε και τι να αποφύγουμε.

Το Σύνταγμα του 1960 έδιδε εξουσίες στις δυο Κοινότητες που θα μπορούσαν να μεταφερθούν στις δυο Ζώνες νοουμένου ότι ληφθούν υπόψη τα 13 σημεία Μακαρίου για βελτίωση της λειτουργικότητας/βιωσιμότητας του Κράτους. Βέβαια, από τη διευθέτηση του 1960 θα πρέπει να διαφοροποιηθούν κι άλλα σημεία, όπως εκείνα που αναφέρονται στις Συνθήκες Εγγυήσεως και Συμμαχίας. Επιπλέον το νέο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας θα πρέπει να συνάδει με τις αρχές της Ε.Ε.

Ήταν πάντοτε η πεποίθησή μου ότι η λύση Ομοσπονδίας για ένα μικρό Κράτος θα ήταν ένα δαπανηρό εγχείρημα. Έτσι, κάθε δυνατή οικονομία έπρεπε να προβλέπεται στο νέο σχήμα. Δεν είναι εύκολο εγχείρημα σε μια μικρή πόλη της Ευρώπης, όπως είναι η Κύπρος, να υπάρχουν τόσες Αρχές με τις ανάλογες δαπάνες. Σε ό,τι ακολουθεί παρατίθενται μερικές σκέψεις για την οικονομική πτυχή της λύσης του Κυπριακού, που αναφέρονται στην οργάνωση και λειτουργία της οικονομίας μιας ΔΔΟ με τον πιο οικονομικό τρόπο και την άσκηση μιας σωστής οικονομικής/νομισματικής κι αναπτυξιακής πολιτικής.

Η ομοσπονδιακή λύση είναι πολύ πιο δαπανηρή από εκείνη του ενιαίου κράτους. Δεν είναι μόνο τα λειτουργικά έξοδα που πρέπει να είναι όσο γίνεται πιο υποφερτά, αλλά περισσότερο θα πρέπει να αποφευχθεί η επιβολή οιωνδήποτε υποχρεώσεων στη μια πλευρά, τις οποίες θα εκμεταλλεύεται η άλλη ή θα παρεμποδίζουν τις προσπάθειες για ορθή οικονομική πολιτική.

Παρόλο που από τη φύση της η ομοσπονδία ενέχει το στοιχείο της επανάληψης κι επικάλυψης, η προβολή οιωνδήποτε εισηγήσεων εξοικονόμησης πόρων και που διασφαλίζουν την άσκηση ορθής οικονομικής, νομισματικής κι αναπτυξιακής πολιτικής για όλους θα εξεταστεί ευνοϊκά από έναν καλοπροαίρετο μεσολαβητή.

Δεν είναι απαραίτητο π.χ. οι Συνιστώσες Ζώνες να διατηρούν οι ίδιες εμπορικές κι άλλες σχέσεις με άλλες χώρες. Συνταγματικές πρόνοιες, όπως εκείνη που αναφέρεται στον διαχωρισμό των αξιωματούχων των Ζωνών και της Κεντρικής Κυβέρνησης θα οδηγήσουν και πάλι στην αύξηση των κόστων λειτουργίας των διαφόρων θεσμών.

Ο τρόπος χρηματοδότησης των Προϋπολογισμών των Ζωνών έχει μεγάλη σημασία για τη βιωσιμότητα της λύσης. Αν και η ε/κ πλευρά, η πιο ισχυρή οικονομικά, θα κληθεί να αναλάβει συγκριτικά μεγαλύτερο μερίδιο της ευθύνης, θα πρέπει η διευθέτηση που θα γίνει από τη μια μεριά να μην καταλήξει σε εκμετάλλευσή της κι από την άλλη να μη λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας στη κοινή προσπάθεια για εξοικονόμηση πόρων και για ανάπτυξη.

Για τους λόγους αυτούς κάθε Πολιτεία θα πρέπει να αναλάβει τα δικά της χρέη, εκτός αν έγιναν για έργα που θα μεταβιβαστούν στο Κοινό Κράτος, η κατανομή των εσόδων της Κεντρικής Κυβέρνησης προς τις δυο Ζώνες να γίνεται με υγιή οικονομικά/αναπτυξιακά κριτήρια κι όχι απλώς με βάση «ανάγκες» ή τον πληθυσμό (που μπορεί να αλλοιωθεί κατά τη λύση ή αργότερα). Γενικά ο βαθμός «χαλαρότητας» της Ομοσπονδίας να λάβει υπόψη και την εξοικονόμηση κόστους στην κυπριακή οικονομία.

Όμως, πιο σοβαρές επιπτώσεις θα υπάρξουν στην άσκηση ορθής οικονομικής/ αναπτυξιακής πολιτικής εάν ισχύσουν σοβαροί περιορισμοί στη διακίνηση των ατόμων (περιορισμός εγκατάστασης), των κεφαλαίων (ανάκτηση ιδιωτικών επιχειρήσεων, ελευθερία επενδύσεων) και της γης (επανάκτηση περιουσιών). Πέραν τούτων, θα πρέπει να προσεχθεί ώστε να μην καταστρατηγείται η έννοια της ενιαίας οικονομικής, νομισματικής κι αναπτυξιακής πολιτικής. Η ευχή, που περιελάμβανε το Σχέδιο Ανάν, για την ανάγκη συντονισμού των ενεργειών των δύο Ζωνών, θα πρέπει να αντικατασταθεί με πρόβλεψη μιας συγκεκριμένης διαδικασίας εξέτασης και λήψης αποφάσεων σε θέματα που μπορεί να αναφυούν στο μέλλον.

Όπως εισηγηθήκαμε τότε, θα μπορούσαν να βρεθούν αποδεκτές λύσεις για την εξασφάλιση εξ υπαρχής της ελεύθερης διακίνησης των συντελεστών παραγωγής μεταξύ των δύο Ζωνών. Ιδιαίτερα στο θέμα της ελεύθερης εγκατάστασης, εφόσον η κάθε μια θα έχει την ευχέρεια να περιορίζει την άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων σ’ αυτό, γιατί να μη δικαιούνται όλοι οι πρόσφυγες να πάνε στα μέρη τους και μόνο ένα ποσοστό να έχει δικαίωμα ψήφου εκεί εφόσον πληρούνται κάποια κριτήρια (ιδιοκτησία, μονιμότητα καταγωγής).

Με αυτόν τον τρόπο ικανοποιείται το δίκαιο αίτημα επιστροφής όλων των εκτοπισθέντων στους τόπους τους. Η με αυτό τον τρόπο δημιουργία δυο κατηγοριών πολιτών σε κάθε Πολιτεία θα μπορούσε να απαλειφθεί σε βάθος χρόνου στο πλαίσιο της Ε.Ε., κάτι που θα μπορούσε να ισχύσει και σε άλλες περιπτώσεις, νοουμένου ότι δεν αποκλείονται εξ υπαρχής.

ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός,
πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού