Σημερινή

Πέμπτη, 16/08/2018
RSS

Η αποχή - η διάγνωση και η θεραπεία

| Εκτύπωση | 11 Φεβρουάριος 2018, 18:00 | Με τον Γιαννάκη Ομήρου

Η προτροπή για απόρριψη των δύο εναπομεινάντων υποψηφίων από την επαναληπτική εκλογή, αποτελεί στην πραγματικότητα προτροπή σε αποχή.
Άλλο η «κατά συνείδησιν» ή «η ελεύθερη ψήφος», που είναι συνταγματικά και πολιτικά θεμιτή, και άλλο η συνολική απόρριψη, που συνιστά νομική και πολιτική απαξίωση. Το «Τι Πλαστήρας, τι Παπάγος» έμεινε στην ιστορία ως παράδειγμα προς αποφυγήν!

Μεγάλη συζήτηση και πάλι για το θέμα της αποχής στις πρόσφατες Προεδρικές Εκλογές. Συνήθεις και επαναλαμβανόμενες διαπιστώσεις, εμβριθείς αναλύσεις, ακόμα και αφορισμοί «για όσους επέλεξαν τον καναπέ». Ούτε οι εκκλήσεις των πολιτικών φορέων, ούτε η χωρίς φαντασία και ευρηματικότητα επικοινωνιακές καταχωρίσεις του Υπουργείου Εσωτερικών έφεραν αποτέλεσμα. Όμως, για τη θεραπεία αυτής της παθογένειας του πολιτικού συστήματος θα πρέπει πρώτα να υπάρξει η σωστή διάγνωση. Διαφορετικά θα συνεχίζεται η παράθεση ανούσιων και περισπούδαστων αναφορών, χωρίς την παραμικρή προοπτική ανακοπής του ραγδαία επιδεινούμενου φαινομένου.

Οι πολίτες είναι θυμωμένοι, αγανακτισμένοι, οργισμένοι. Και θυμώνουν, αγανακτούν και οργίζονται περισσότερο όταν το πολιτικό σύστημα και το πολιτικό προσωπικό, τα πολιτικά κόμματα και τα πολιτικά πρόσωπα, επιχειρούν να αποποιηθούν ευθύνες για την κρίση στην οικονομία, την ανεργία, την κοινωνική δυστυχία, τα φαινόμενα διαφθοράς, διαπλοκής και λεηλασίας του δημοσίου χρήματος. Όπως και για την αδυναμία διαμόρφωσης μιας στοιχειώδους συνεννόησης διαχείρισης του μεγάλου εθνικού μας θέματος, 44 χρόνια μετά την τραγωδία του 1974.

Ακόμα, η κατάπτωση του πολιτικού ήθους, η πτώχευση αρχών και αξιών, η προσπάθεια κομματικής ποδηγέτησης κάθε θεσμού στη δημόσια ζωή δεν είναι έργο εξωγήινων. Είναι έργο του πολιτικού συστήματος. Και για να υπάρξει η αναγκαία κάθαρση και αναγέννηση, είναι αναγκαία μια γενναιόψυχη αυτοκριτική χωρίς ευθυνοφοβία. Χωρίς ισοπεδώσεις που τείνουν να συγκαλύψουν ενόχους και ενοχές. Γιατί η ισοπέδωση υπευθύνων και ευθυνών, η εξίσωση και εξομοίωση ενόχων και αθώων, εξυπηρετεί τους ενόχους και τους διευκολύνει στη συνέχιση του φθοροποιού τους έργου.

Το πολιτικό προσωπικό οφείλει να λάβει το εκκωφαντικά ηχηρό μήνυμα των πολιτών. Να υποβληθεί στην αναγκαία αυτοκριτική που είναι το πικρό μεν, πλην όμως αναγκαίο φάρμακο για τη θεραπεία. Σε καμιά περίπτωση η ευθύνη για την κρίση δυσπιστίας και την κρίση του πολιτικού συστήματος δεν πρέπει να επιρρίπτεται στους πολίτες. Οι ευθύνες πρέπει να αναζητούνται στη βαθμιαία φθορά του πολιτικού συστήματος. Στην αναποτελεσματικότητα της πολιτικής διαδικασίας, στις λειτουργίες των πολιτικών φορέων, σε φαινόμενα διαφθοράς και ατιμωρησίας.

Θα πρέπει ακόμα η αυτοκριτική να επεκταθεί και στις συμπεριφορές των τελευταίων δεκαετιών. Στο κυνήγι του εύκολου κέρδους, του άκρατου ατομικισμού, της απληστίας, της επιδειξιομανίας, του μιμητισμού, του νεοπλουτισμού, της υπερκατανάλωσης, της ασυλλόγιστης ψηφοθηρικής διόγκωσης του δημόσιου τομέα, της αλόγιστης συμπεριφοράς μικρομεγαλισμού των κυπριακών τραπεζών, της αποσάθρωσης των δικτύων κοινωνικής αλληλεγγύης. Όλα αυτά είναι τα άνθη του κακού, αλλά και το εύφορο έδαφος στο οποίο εύκολα φύτρωσε και ευδοκίμησε η οικονομική κρίση. Αυτή η κρίση βρήκε την κυπριακή κοινωνία ανοχύρωτη, απογυμνωμένη από τον παραδοσιακό της χαρακτήρα. Αυτόν τον χαρακτήρα που της επέτρεψε να αντιμετωπίσει την εθνική καταστροφή του 1974 και να επιτύχει την εθνική, οικονομική και κοινωνική αναγέννηση.

Το πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό μοντέλο που υιοθετήθηκε αργότερα, οδήγησε σε κακοήθεις μεταλλάξεις σε όλους τους τομείς του δημόσιου βίου. Στην πολιτική, την οικονομία, την παιδεία, τους αξιακούς κώδικες της κοινωνίας.

Η ευθύνη για την απαξίωση της πολιτικής, ως χρήσιμης διαδικασίας προορισμένης να επιδιώκει το «κοινό καλό», δεν βαρύνει την κοινωνία. Η αντιμετώπιση της οικονομικής, κοινωνικής και θεσμικής κρίσης, δεν είναι αρκετό να επιδιώκεται με τα όποια μέτρα οικονομικού χαρακτήρα. Οι αλλαγές είναι τώρα αναγκαίες όσο ποτέ. Σ’ έναν κόσμο που μεταβάλλεται ραγδαία και γίνεται όλο και περισσότερο ανταγωνιστικός, η Κύπρος χρειάζεται τομές που θα σαρώσουν τις αγκυλώσεις τού χθες και τα κατεστημένα τού σήμερα. Χρειάζεται να δοθούν πειστικές απαντήσεις για την ανάκτηση της αυτοδυναμίας του πολιτικού συστήματος, για ένα μοντέλο διακυβέρνησης που θα ρυθμίζει έναν σύγχρονο, αποκεντρωμένο, φιλικό και αποτελεσματικό δημόσιο τομέα. Απαλλαγμένο από το σαράκι των πελατειακών σχέσεων.

Η αλλαγή είναι όρος και προϋπόθεση για τη λειτουργία της δημοκρατίας. Αλλά και για τη σταθεροποίηση της οικονομίας και δόμησης ενός νέου δικτύου κοινωνικής αλληλεγγύης. Η δημοκρατία, πολιτική και οικονομική, αποκτά νόημα και περιεχόμενο, μόνον όταν οδηγεί σε μια κοινωνία ελευθερίας, αλληλεγγύης και συνοχής. Σήμερα, η δημοκρατία χρειάζεται έναν καινούργιο ζωογόνο άνεμο αξιοκρατίας, αξιοπρέπειας και εμπιστοσύνης, έναν άνεμο που θα σαρώσει τις στρεβλώσεις των πελατειακών σχέσεων και τις κάθε είδους διαμεσολαβήσεις στο Κράτος και για την προάσπιση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Μακριά από λαϊκισμούς, δημαγωγίες, παροχολογίες και αδιέξοδο καταγγελτικό λόγο.

Οι πολίτες αναμένουν και απαιτούν αποκατάσταση της πολιτικής αξιοπιστίας, της εντιμότητας και της ηθικής στην πολιτική. Απαιτούν πρωτοβουλίες για μια συνολική αναγέννηση της κοινωνίας, των θεσμών και των εθνικών προοπτικών. Μόνο έτσι θα «ξαναβρούμε τη ψυχή μας», την αυθεντικότητά μας, την πίστη μας σε αρχές και αξίες και θα δρομολογήσουμε την οικονομική, κοινωνική και εθνική επανεκκίνηση.

Σημ: Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο υπέρτατος Νόμος του Κράτους, στο άρθρο 39 για την Εκλογή Προέδρου, προβλέπει επαναληπτική εκλογή «μεταξύ των δύο υποψηφίων των λαβόντων τον μεγαλύτερο αριθμόν των δοθεισών εγκύρων ψήφων και ο υποψήφιος ο λαμβάνων κατά την επαναληπτικήν εκλογήν τον μέγιστον αριθμόν των δοθεισών εγκύρων ψήφων θεωρείται ως εκλεγείς».

Συνεπώς, η προτροπή για απόρριψη των δύο εναπομεινάντων υποψηφίων από την επαναληπτική εκλογή, αποτελεί στην πραγματικότητα προτροπή σε αποχή.
Άλλο η «κατά συνείδησιν» ή «η ελεύθερη ψήφος», που είναι συνταγματικά και πολιτικά θεμιτή, και άλλο η συνολική απόρριψη, που συνιστά νομική και πολιτική απαξίωση. Το «Τι Πλαστήρας, τι Παπάγος» έμεινε στην ιστορία ως παράδειγμα προς αποφυγήν!

ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ Λ. ΟΜΗΡΟΥ
Τέως Πρόεδρος Βουλής των Αντιπροσώπων