Σημερινή

Δευτέρα, 01/05/2017
RSS

Αναζητείται διέξοδος στο αδιέξοδο της 12ης Ιανουαρίου

| Εκτύπωση | 11 Ιανουάριος 2017, 07:59 | Σημερινή

Με την Κυβέρνηση εγκλωβισμένη στα αδιέξοδα στα οποία αφέθηκε να εισέλθει με την παθητικότητα της στο Κυπριακό, ο Πρωθυπουργός Α. Τσίπρας συναντήθηκε με τους Αρχηγούς των κοινοβουλευτικών κομμάτων πλην Χρυσής Αυγής, προκειμένου να τους ενημερώσει για το οριακό σημείο στο οποίο έχει φθάσει αυτό το σημαντικό εθνικό μας θέμα, ενόψει της πενταμερούς διάσκεψης στη Γενεύη στις 12 Ιανουαρίου!

Οι συναντήσεις αυτές θα έπρεπε αναμφισβήτητα να είχαν πραγματοποιηθεί εδώ και μήνες. Θα μπορούσε να είχε συγκληθεί Συμβούλιο Πολιτικών Αρχηγών, με βασική προϋπόθεση την ύπαρξη κλίματος αμοιβαίας εμπιστοσύνης και πνεύματος συνεννόησης. Η έλλειψη αυτών των αναγκαίων συνθηκών βαρύνει εξ ολοκλήρου την κυβέρνηση, λόγω των γνωστών πρακτικών «αδειάσματος, ντρίπλας και πολιτικού τζόγου».

Από τη μία, έχουμε μία ανεπαρκή κυβέρνηση να σέρνεται πίσω από τα γεγονότα, προσπαθώντας να αντιμετωπίσει την κατάσταση με παιγνιώδεις τακτικισμούς και λεκτικές τσαχπινιές των 140 χαρακτήρων, αποδεικνύοντας, πάλι, άγνοια κινδύνου και επικίνδυνη ανεπάρκεια. Από την άλλη, έχουμε μία αντιπολίτευση να ζει στη μακαριότητά της και μέσα από ευχολόγια και γενικολογίες να αποφεύγει να τοποθετηθεί με σαφήνεια, πλην ΚΚΕ για τους δικούς του λόγους.

Όλοι οι όροι οι οποίοι είχαν τεθεί από την ελληνική κυβέρνηση, προκειμένου να συμμετάσχει σε μία πενταμερή διάσκεψη για το Κυπριακό, η οποία επισημαίνεται ήταν μόνιμος τουρκικός στόχος (που επιτεύχθηκε φυσικά), για να αποφευχθεί ο κίνδυνος παγίδευσης σε μία κακή για την ελληνική πλευρά λύση ή να χρεωθεί την αποτυχία της διάσκεψης, δεν υφίστανται πλέον.

Με όλα τα κεφάλαια ανοικτά, χωρίς καμία ουσιαστική πρόοδο στο εδαφικό, χωρίς βάση συζήτησης για τις εγγυήσεις και την αποχώρηση των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων, πάμε στη Γενεύη για μία συνολική διαδικασία, που εγκυμονεί σοβαρούς εθνικούς κινδύνους. Αν και είχε τεθεί άλλη μία προϋπόθεση, να προηγηθεί συνάντηση Τσίπρα-Ερντογάν, το ότι αυτή ματαιώθηκε μάλλον είναι θετική εξέλιξη, λαμβάνοντας υπ' όψιν τις δυνατότητες και τη διπλωματική… επάρκεια του κ. Τσίπρα!

Η αλήθεια είναι ότι αφήσαμε μόνο του τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Ν. Αναστασιάδη (δυστυχώς ο ίδιος ξεχνάει την ιδιότητά του) να διαχειρίζεται ένα θέμα που δεν αφορά μόνο στη Μεγαλόνησο αλλά σε ολόκληρο τον Ελληνισμό. Ο κ. Αναστασιάδης διαπραγματεύτηκε ουσιαστικά μόνος του με την ίδια την Άγκυρα. Η ελλαδική πολιτική ηγεσία βολεύτηκε πίσω από το «η Κύπρος αποφασίζει και η Ελλάδα στηρίζει», μία θέση που συνιστά μεν σωστό τρόπο χειρισμό του Κυπριακού, αρκεί όμως να στηρίζεται πάνω στην εθνική στρατηγική που έχει χαραχτεί και συμφωνηθεί διαχρονικά από Λευκωσία και Αθήνα.

Έτσι άφησε τα «πράγματα να κυλήσουν» χωρίς την ενεργή συμμετοχή της, με αποτέλεσμα να υποστεί στρατηγικό αιφνιδιασμό, όταν έμαθε από τα… ραδιόφωνα τη μεταμεσονύκτια δήλωση του κ. Αναστασιάδη στις 2 Δεκεμβρίου (μετά το περιβόητο δείπνο με Έιντε και Ακιντζί) για επανέναρξη των συνομιλιών με συμμετοχή και των εγγυητριών δυνάμεων, σε μία διάσκεψη όπου θα συζητηθούν τα πάντα!

Η κατάρρευση των συνομιλιών στο Μον Πελεράν, με ευθύνη της Τουρκίας, θα έπρεπε για την ελληνική πλευρά να αποτελέσει μία ευκαιρία για να «ανακουφιστεί» από την ισχυρή πίεση που δεχόταν από τον διεθνή παράγοντα, τις ΗΠΑ και φυσικά την Τουρκία, η οποία επείγεται για λύση.

Θα έπρεπε να ανασυγκροτηθεί και να επανεκτιμήσει την κατάσταση, λαμβάνοντας υπ' όψιν τόσο τις τελευταίες γεωπολιτικές εξελίξεις στην περιφέρεια όσο και στο εσωτερικό της Τουρκίας, προκειμένου να επαναπροσδιοριστεί η εθνική στρατηγική και ταυτόχρονα να κερδίσει χρόνο, καθόσον η εξαιρετικά πιεστική διακυβέρνηση Ομπάμα και φυσικά η κ. Νούλαντ την 20ή Ιανουαρίου θα είναι παρελθόν.

Κυβέρνηση και πολιτικός κόσμος βρίσκονται μπροστά σε μία τεράστια ιστορική εθνική ευθύνη, ανάλογη εκείνης που βρέθηκε η ελλαδική πολιτική ηγεσία την περίοδο 1959-1960, πριν από την υπογραφή των Συνθηκών Ζυρίχης και Λονδίνου. Η Ελλάδα ως εγγυήτρια δύναμη έχει νόμιμο δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να αναλάβει τον ρόλο που της αναλογεί και φυσικά ας παραδεχτεί επιτέλους ότι υποστηρίζει τα εθνικά της συμφέροντα.

Λευκωσία και Αθήνα αποδέχτηκαν μία διαδικασία με την οποία δυστυχώς επιτεύχθηκε ο βασικός στόχος της Άγκυρας, έτσι ένα διεθνές πρόβλημα στρατιωτικής εισβολής, κατοχής και παράνομου εποικισμού μετατράπηκε σε δικοινοτική διαφορά. «Ξεχνάμε» ότι οι λεγόμενες δικοινοτικές συνομιλίες διεξάγονται υπό την απειλή του στρατού κατοχής, ενώ αφήσαμε να εξομοιωθεί ο Πρόεδρος μίας διεθνώς αναγνωρισμένης Δημοκρατίας, μέλους του ΟΗΕ και της ΕΕ, με έναν ηγέτη παράνομης οντότητας που στηρίζεται στα τουρκικά όπλα και κηδεμονεύεται από την Άγκυρα.

Αυτή η σημειολογία δημιουργεί επικίνδυνα τετελεσμένα. Με το σχέδιο συμφωνίας που είναι στο τραπέζι, νομιμοποιούνται τα τετελεσμένα της κατοχής, διαλύεται η Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς ουσιαστικά εδαφικά ανταλλάγματα και αντικαθίσταται από ένα συνεταιρισμό δύο κρατιδίων, που δεν θα είναι ούτε ομοσπονδία ούτε συνομοσπονδία, ελεγχόμενο από την Τουρκία. Τρεις κυβερνήσεις, τρία κοινοβούλια, τρία ανώτατα δικαστήρια και ένα σύστημα αποφάσεων που θα παραλύει την κεντρική διοίκηση, ενώ με την καταστρατήγηση της αρχής της πλειοψηφίας στη λήψη αποφάσεων έχουμε βέβαιο ένα μηχανισμό «παραγωγής αδιεξόδων», που θα επιλύονται με τη μέθοδο της… κλήρωσης!

Δεν θα υπάρχει πολιτική, στρατιωτική, ενεργειακή και δημογραφική ασφάλεια, αφού η Τουρκία θα είναι παρούσα στην Κύπρο και θα ελέγχει τις αποφάσεις του κεντρικού κράτους μέσω του τ/κ κρατιδίου, στη βάση των συμφερόντων της. Με δύο λόγια δίνουμε τα πάντα και παίρνουμε… τίποτα! Ας πούμε ότι δεχόμαστε όλα αυτά, μιας και σε αυτά συμφωνούν οι «δύο κοινότητες». Θα δεχτούμε τη διατήρηση των εγγυήσεων που επιδιώκει η Τουρκία, με παραμονή σημαντικών τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο για μεγάλο χρονικό διάστημα;

Τις τελευταίες ψευδαισθήσεις, που ηθελημένα ή όχι κάποιοι είχαν μέχρι σήμερα, ήλθε να διαλύσει ο Τούρκος ΥΠΕΞ Τσαβούσογλου, ο οποίος δήλωσε με περίσσια αδιαλλαξία: «Η Τουρκία δεν πρόκειται να προχωρήσει σε κάθε είδους παραχώρηση για τη λύση στο Κυπριακό». Ακολούθησε ο κατοχικός ηγέτης Ακιντζί, ο οποίος με επιστολή στον νέο ΓΓ του ΟΗΕ απέρριψε τη συμμετοχή του Ν. Αναστασιάδη με την ιδιότητα του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας!

Η Ελλάδα αναζητεί πλέον διέξοδο στο αδιέξοδο που διαφαίνεται ότι «στήνεται» στη Γενεύη. Δεν είναι μονόδρομος η οποιαδήποτε λύση εδώ και τώρα. Θα είναι προτιμότερο να κερδηθεί χρόνος, προκειμένου τα στρατηγικά πλεονεκτήματα της Κύπρου, που ενδυναμώθηκαν θεαματικά στο πλαίσιο του διαμορφωνόμενου ενεργειακού χάρτη, να χρησιμοποιηθούν κατάλληλα.

Δεν πρέπει να αποδεχτούμε μια «λύση» που θα είναι χειρότερη της υφιστάμενης κατάστασης, αφού θα νομιμοποιηθεί η «ΤΔΒΚ» χωρίς ανάλογο στρατηγικό αντιστάθμισμα, και καθώς θα επεκταθεί ο πολιτικός έλεγχος της Τουρκίας σε ολόκληρη τη Μεγαλόνησο! Η αναζήτηση εναλλακτικών πολιτικών αποτελεί ευθύνη της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας, ελλαδικής και ελληνοκυπριακής!

Απομένει ελάχιστος χρόνος! Η Ελλάδα, αντί να περιμένει παθητικά να διατηρήσει και να αυξήσει η Τουρκία τις μαξιμαλιστικές της απαιτήσεις ως διέξοδο στο αδιέξοδό της, θα πρέπει να επιμείνει στην κατάργηση των εγγυήσεων και την εντός 18 μηνών αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων, στον όρο συμμετοχής της Κυπριακής Δημοκρατίας ως συμβαλλόμενου μέρους στη Διάσκεψη και κατ’ αρχήν συμφωνία στο εδαφικό με χάρτες. Κάθε διαφορετική μεθόδευση οδηγεί σε προδιαγεγραμμένη αποτυχία. Με βάση τα παραπάνω, απαιτείται και συστηματική προετοιμασία για τη διαχείριση της επίρριψης ευθυνών στην Τουρκία, σε περίπτωση που αυτή δεν υποχωρήσει.

Θέλουμε την επίλυση του Κυπριακού, αλλά λέμε όχι στη γεωστρατηγική παράδοση της Κύπρου στην Τουρκία, η οποία θα συνιστά καταστροφική λύση. Κάτι τέτοιο θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στο Αιγαίο και στη Θράκη. Μία δυσμενής για τα ελληνικά συμφέροντα λύση στην Κύπρο, είτε το θέλουμε είτε όχι, είναι συνδεδεμένη με όλο το φάσμα των ελληνοτουρκικών προβλημάτων που δημιουργούνται από την αναθεωρητική πολιτική της γειτονικής μας χώρας και αργά ή γρήγορα θα διαπιστώσουμε την αρνητική επίδραση.

Και όπως συχνά - πυκνά έλεγε ως πανεπιστημιακός δάσκαλος ο ΥΠΕΞ Ν. Κοτζιάς: «Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική οφείλει να αντιμετωπίσει το Κυπριακό όχι μόνο ως ένα ζήτημα αλληλεγγύης προς την Κύπρο, αλλά ως ένα συστατικό του τόξου αμέσων ελληνικών συμφερόντων»!

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ