Ήταν πάντα θέση μου ότι η παρακμή των θεσμών και η γιγάντωση του κομματικού τέρατος ήταν καίριες αιτίες της οικονομικής κατάρρευσης. Είναι γεγονός ότι συνέπεσαν δυσμενείς εξωγενείς οικονομικές συγκυρίες, όπως η διεθνής κρίση, ο δημόσιος και ο ιδιωτικός υπερδανεισμός.

Ότι οι τράπεζες κατέληξαν να λειτουργούν περισσότερο ως καζίνα παρά ως δανειοδοτικοί οργανισμοί. Ότι τα περί εταιρικής διακυβέρνησης δεν ήταν παρά ένα θέατρο. Όλα αυτά όμως είτε διασυνδέονται με την παρακμή των θεσμών ή επιτείνονται από αυτή.

Αυτή η θέση μπορεί να φαντάζει κάπως νεοφιλελεύθερη. «Αν τελειοποιήσουμε τον τρόπο που λειτουργεί η αγορά (βασική παράμετρος των θεσμών), τότε η αγορά θα θεραπεύσει τα υπόλοιπα».

Δεν είναι έτσι. Προαπαιτούμενο, ακόμη και για εκείνους που πιστεύουν ότι η κρατική παρέμβαση είναι αναγκαία για να διορθώσει ατέλειες της αγοράς, είναι ένα κράτος που να λειτουργεί εύρυθμα και ισόνομα.

Συνεπώς το ευλειτουργούν κράτος είναι απαραίτητη προϋπόθεση ανεξάρτητα από ιδεολογία. Το κράτος όμως έχει καταστεί εξάρτημα άσκησης ιδιοτελούς κομματικής πολιτικής.

Συνοπτικά τολμώ να πω ότι πολλοί θεσμοί έχουν καταντήσει βιτρίνες. Τα κόμματα έχουν καταντήσει βιτρίνες έκφρασης δήθεν της βούλησης του πολίτη. Στην πραγματικότητα η ασκούμενη κομματική πολιτική εξυπηρετεί τα συμφέροντα του κομματικού οργανισμού και της ηγεσίας του.

Η Βουλή έχει καταντήσει βιτρίνα δήθεν δημοκρατικής διαβούλευσης των αντιπροσώπων του λαού. Στην πραγματικότητα η πραγματική συνεννόηση γίνεται μεταξύ αρχηγών των κομμάτων, όπου και η δύναμη. Το αποτέλεσμα της δικής τους διαβούλευσης μεταφέρεται στο κοινοβούλιο ως εντολή.

Ο κάθε βουλευτής, στα κρίσιμα ζητήματα, δεν ασκεί ούτε αναμένεται να ασκήσει ατομική ευθυκρισία. Η εφαρμογή αρχών εταιρικής διακυβέρνησης σε οργανισμούς όπως είναι οι τράπεζες είχε καταντήσει παραπλανητική βιτρίνα της πραγματικής συγκέντρωσης εξουσίας σε διευθυντές ή διοικητικά συμβούλια ή μεγαλομετόχους.

Όλα αυτά βεβαίως έχουν και τις εξαιρέσεις τους. Άτομα φωτισμένα, που αμφισβήτησαν τη φυσική ροή των πραγμάτων. Όπως υπάρχουν και θεσμοί, όπως ο δικαστικός θεσμός, που δεν είναι βουτηγμένοι στη διαφθορά. Σημειωτέον επίσης ότι κάποιοι θεσμοί άρχισαν να ξυπνούν από τον λήθαργο λόγω αντίδρασης των πολιτών.?

Έχω διερωτηθεί αν μπορεί να μετρηθεί το κόστος της διαφθοράς και της διάλυσης των θεσμών. Δεν είμαι βέβαιος. Σίγουρα όμως μπορεί κάποιος να απομονώσει κεφάλαια ζημιών στη δημόσια λειτουργία. Και θα αναφέρω μερικά τέτοια κεφάλαια. Αρχίζοντας από το απλό ρουσφέτι.

Ο διορισμός κάθε μη πρωτεύσαντος σε δημόσια θέση σημαίνει ότι το δημόσιο πληρώνει το τίμημα από την μειωμένη παραγωγικότητα του κομματικά προκρινόμενου. Πέρα από τη μειωμένη παραγωγικότητα όμως, στην οποία φαντάζομαι θα μπορούσε κανείς να προσδώσει ένα αριθμό, υπάρχει και πιο απροσμέτρητη αρνητική συνέπεια.

Ο κομματικά διορισθείς καθίσταται για το υπόλοιπο της θητείας του υποχρεωμένος στην κομματική δύναμη που τον διόρισε. Συνεπώς και οι αποφάσεις του θα είναι μολυσμένες. Όχι μόνο από τη μειωμένη αποδοτικότητά του, αλλά και από την κομματοκεντρική κρίση του.

Ας πάμε στις οικονομικές ευκαιρίες που εκπλειστηριάζει κατά καιρούς με προσφορές το δημόσιο. Με την παραχώρηση ενός συμβολαίου σε ημέτερο το δημόσιο πληρώνει πολλαπλό τίμημα. Οι φορολογούμενοι δεν εξασφαλίζουν το καλύτερο αντάλλαγμα για τα χρήματά τους. Εκτός αυτού πρέπει να πληρώνουν και φουσκωμένο λογαριασμό, για να καλυφθεί και η μίζα προς κομματικούς ή άλλους δημόσιους λειτουργούς.

Πέρα όμως από αυτό υπάρχει και γενικότερο κόστος. Ανυπολόγιστο. Νέοι άνθρωποι που έχουν τις ικανότητες αλλά δεν έχουν κομματικές πλάτες αποφεύγουν την υπηρεσία στο δημόσιο, διότι δεν επιθυμούν να περάσουν τον εξευτελισμό της απόρριψης. Το ίδιο συμβαίνει και με ικανούς και έντιμους προσφοροδότες, οι οποίοι δεν θέλουν εμπλακούν στο αλισβερίσι της διαφθοράς. Και γενικότερα όμως.

Όλοι οι πολίτες καταλήγουν να αντιμετωπίζουν το κράτος με αποστροφή, επινοώντας νέους τρόπους φοροδιαφυγής. Πρόσθετα αποφεύγουν όσο μπορούν τα συλλογικά τους καθήκοντα, όπως είναι η στράτευση και η πολιτειακή συμμετοχή. Βλέπουν ότι κανείς πλέον δεν προκρίνει το συλλογικό συμφέρον. Το κόστος λοιπόν της διαφθοράς είναι πελώριο.

Μπορεί η οικονομική κρίση να είχε την αυτοτέλειά της αλλά αν οι κυπριακοί θεσμοί ήσαν στιβαροί, θα είχαμε αντεπεξέλθει πολύ πιο αποτελεσματικά. Για την ώρα βλέπουμε κατάμουτρα τις συνέπειες: Η ανεργία στον ιδιωτικό τομέα θερίζει νέους και ικανούς, αλλά και μεγαλύτερους που περίμεναν καλύτερη μεταχείριση στα υστερινά τους. Τα εισοδήματα έχουν απομειωθεί και για άλλους έχουν εξαφανιστεί.

Οι μακρόχρονα άνεργοι πεινούν, διότι το ανοικονόμητο κράτος δεν προνόησε για μακρόχρονες κοινωνικές παροχές. Οι φόροι και οι περικοπές έχουν αυξηθεί. Οι πολίτες με άλλα λόγια έχουν πληρώσει βαρύ τίμημα. Από πλευράς απόδοσης ευθυνών τι γίνεται; Άρχισαν οι τραπεζικές δίκες, που αναμένεται να οδηγήσουν κάποιους τραπεζίτες στη φυλακή.

Τι γίνεται όμως με το κατεξοχήν υπεύθυνο κομματικό κράτος; Έχει πληρώσει τίμημα για την ογκούμενη διαφθορά και τη λαθροχειρία του δημοσίου χρήματος;

Ελάχιστα πράγματα. Ελπίζει να γλυτώσει. Αφενός διότι παρατηρείται κάποια ανάκαμψη. Αφετέρου εξασφαλίζοντας τις θυσίες των πολιτών και το αίμα των τραπεζιτών. Αυτό όμως που δεν καταλαβαίνουμε είναι ότι και να υπάρξει ανάκαμψη αυτή θα είναι ανεμική ή και ανεπαρκής μπροστά στην ανάκαμψη που θα μπορούσε να ξεπηδήσει από μια παλινόρθωση των θεσμών.

Δυστυχώς στον τομέα της διαφθοράς τα πράγματα φτάνουν ώς ένα σημείο και σταματούν. Εδώ όμως είναι που χρειάζεται δυναμική παρέμβαση από τον Γενικό Εισαγγελέα. Είναι βαθιά η αίσθηση ότι τα σκάνδαλα που έχουν αποκαλυφθεί είναι απλώς η αρχή. Το κομματικό κατεστημένο τρίζει. Ένα σπρώξιμο χρειάζεται μόνο.

Ο νυν Γενικός Εισαγγελέας είναι έντιμος άνθρωπος. Αυτό φάνηκε και από τη σύγκρουσή του με την εξουσία. Έφτασε όμως η στιγμή να διαδραματίσει πιο ενεργό ρόλο. Είμαστε τόσο κοντά στην εξυγίανση της δημόσιας ζωής και σε μια νέα αρχή που είναι κρίμα, πραγματικά κρίμα, να χαθεί αυτή η ευκαιρία.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΛΟΚΑΣΙΔΗΣ