Βιβλιοπαρουσίαση Κώστα Αρμεύτη
[Εμβιώσεις μιας συγγραφικής προβληματικής]
Το πνευματώδες χιούμορ, τα ευφυή λογοπαίγνια και μια διάχυτη σαρκαστική διάθεση με αριστοφάνειους εκφραστικούς τόνους διανθίζουν την περιγραφή ανθρώπων, απρόβλεπτων συνθηκών και ανατρεπτικών καταστάσεων
Διάβασα και ξαναδιάβασα το βιβλίο του Κώστα Αρμεύτη, λες και ήθελε να με καταστήσει «αιχμάλωτό» του όχι μόνο σ’ εκείνη την παροντική διάσταση της πρώτης ανάγνωσης, αλλά και στη διάρκεια ενός άλλου ενσυναίσθητου «τώρα». Κι ένιωσα, ομολογουμένως, τα αφηγηματικά δρώμενα και τα σκηνικά τους επεισόδια, να μετατοπίζονται από το προσκήνιο των φευγαλέων εντυπώσεων σε μεγαλύτερο βάθος διαυγέστερης και μονιμότερης προοπτικής.
Και στις λιγοστές ακόμα σελίδες από τις 350 τού αυτοαναφορικού αυτού βιωματικού μυθιστορήματος, όπου το ενδιαφέρον έπεφτε σε σχοινοτενείς στοχαστικές παρεκβάσεις ή σύντομους συνειρμικούς σχολιασμούς είτε αναδιηγηματικά στιγμιότυπα επιβράδυνσης της πλοκής, είχα ως αντίβαρο της επιφυλακτικής αποτίμησης τη θετική αίσθηση της δομικής εναλλαγής και της μεταιχμιακής μετάβασης: από την ποικιλοχρωμία της εντεινόμενης κινητικότητας και την κορύφωση της δράσης στη μαυρόασπρη αργοκίνητη οθόνη μιας αλλοτινής νοσταλγικής εποχής κι ενός άλλου γραφικού ξεχασμένου κόσμου.
Ό,τι, δηλαδή, συνιστά την υποβλητική σκηνογραφία του μυθιστορήματος, που προβάλλεται με τους ζωηρούς ρυθμούς της μεγαλούπολης στην Αθήνα της δεκαετίας του ’70 και με τις μουντές μονότονες εικόνες σ’ ένα απομονωμένο γεροντικό χωριό της ελληνικής επαρχίας.
Γιατί και ο συγγραφέας, που ξέρει με άνεση να χειρίζεται τα σύνεργα της γλαφυρής ποιητικότητας και της αφηγηματικής περιγραφής, μας μεταφέρει σ’ αυτούς τους εκ διαμέτρου αντίθετους κόσμους, συμβολοποιώντας τους ταυτόχρονα μέσα από την αντιπαράθεση των ηλικιωμένων ή υπερηλίκων προσώπων και των νεαρών χαρακτήρων, του πολυθόρυβου αστικού κέντρου και της ήρεμης ατμόσφαιρας της υπαίθρου.
Η παλίνδρομη κίνηση από το πριν στο μετά και από το ενθάδε στο εκεί επιτυγχάνεται τόσο με αναδιηγηματικούς εγκιβωτισμούς οπισθοχωρητικών φωτισμών όσο και με τη λειτουργική εναλλαγή ενεστωτικών και παρελθοντικών χρόνων. Επιπλέον, το πνευματώδες χιούμορ, τα ευφυή λογοπαίγνια και μια διάχυτη σαρκαστική διάθεση με αριστοφάνειους εκφραστικούς τόνους διανθίζουν την περιγραφή ανθρώπων, απρόβλεπτων συνθηκών και ανατρεπτικών καταστάσεων.
Ο κεντρικός ήρωας, που απηχεί τις εγχάρακτες μνήμες και τις περιπετειώδεις αναμνήσεις του συγγραφέα από το νοερό ημερολόγιο των νεανικών του χρόνων, δεν συμβιβάζεται με την εκμετάλλευση του εργοδότη του και το χάος της Αθήνας ούτε με τη σύναψη ενός συμβατικού γάμου και την τύρβη «της καθημερινής ανοησίας».
Αν και πραγματικό το Μεσοχώρι στη Νεάπολη Βοιών Λακωνίας, όπου καταφεύγει μετά το πέρας των σπουδών του, για να συγγράψει το βιβλίο της ζωής του, σηματοδοτεί την ονοματική αλληγορία της αποστασιοποίησης από τον εξωγενή στον ψυχισμό του περίγυρο και της υπαρξιακής αναζήτησης στην ενδοχώρα του αληθινού του εαυτού. Ακολουθώντας την αδήριτη ανάγκη της εσωτερικής του αυτής νομοτέλειας και όντας υπεύθυνος της επιλογής «των ωραίων και μεγάλων έργων», αντιμάχεται τις αντιξοότητες της αυτόβουλης μοναξιάς και της υλικής στέρησης.
Το μικρό σκάφος της κρουαζιέρας στο Αιγαίο, που επιχειρεί με κάποιους Γερμανούς φίλους, δεν θα ναυαγήσει από «το σαρωτικό μελτέμι του Κάβο Μαλιά», προϊδεάζοντας εισαγωγικά όχι μόνο τη συγκυριακή ανακάλυψη του καταφυγίου των ονείρων του, αλλά και την υπέρβαση της πείνας και του κρύου σε ένα μισογκρεμισμένο σπιτάκι.
Η σημειολογία εδώ της αναγκαιότητας και του πεπρωμένου, της αξιοπρέπειας, της υπέρμετρης αντοχής και της πεισματικής θέλησης ως αντίτιμο της θυσίας ενάντια στις κακουχίες και έπαθλο της πνευματικής δημιουργίας ανακαλεί θεματικά κομβικά σημεία της «Πείνας» του Χάμσουν.
Όπως, επίσης, ο ανώνυμος ήρωάς του πασχίζει να πωλήσει ένα δοκίμιο ή ένα διήγημά του, παρόμοια και ο «αιχμάλωτος» του Αρμεύτη παραπονιέται ότι δεν έχει διαθέσει παρά ελάχιστα αντίτυπα της πρώτης ποιητικής του συλλογής και πως κανένας εκδότης δεν του έχει αναθέσει καμιά μεταφραστική δουλειά.
Με μοναδικούς πόρους επιβίωσης από το λιομάζωμα και την κατασκευή δρόμου, τη συμπαράσταση των καλοκάγαθων χωρικών και την περιστασιακή συνδρομή φίλων συνεχίζει τον μονήρη βίο του, που διακόπτεται σαν όαση, ενίοτε, από την ολιγοήμερη επίσκεψη της μητέρας του, κάποιες φιλικές συναντήσεις και περαστικούς έρωτες, καθώς και μια μακρινή πλατωνική γνωριμία μέσω αλληλογραφίας.
Αμετακίνητος στόχος του είναι να καταφέρει να συγγράψει το βιβλίο, που σχεδιάζει από καιρό μέσα του. Παρόλο που μπροστά σε σημαντικούς συγγραφείς και επώνυμα βιβλία έχει την επίγνωση της μηδαμινότητας και της ανωνυμίας του.
Ωστόσο, δεν εγκαταλείπει τον εναγώνιο αγώνα, ανάγοντας τη συγγραφή σε αιτία ύπαρξης και ανάγκη επικοινωνίας με τους συνανθρώπους του. Έτσι, καθορίζοντας τη συγγραφική του Ιθάκη από τη μοναχική σχεδία του βίου του, παλεύει να τιθασέψει τα κύματα των εμπνεύσεων και των βιωματικών του εμπειριών από την Κύπρο της Εισβολής μέχρι τα φοιτητικά του χρόνια στην Αθήνα και την παραμονή του στο Μεσοχώρι ως ενδιά-μεσο σταθμό αυτογνωσίας και προπαρασκευής για τη μελλοντική του πορεία.
«Ο Αιχμάλωτος του Τώρα» του Κώστα Αρμεύτη, προοιωνίζοντας το μυθιστόρημα που ήθελε να συγγράψει ο πρωταγωνιστής - συγγραφέας του, είναι πια γεγονός από το 2010 και προκαλεί με τη συγγραφή ενός νέου δευτέρου μυθιστορήματος.
Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή





