Η διάβρωση της εξωτερικής εικόνας της Τουρκίας
Το Διεθνές Σύμφωνο των Ηνωμένων Εθνών για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα (1966), στη βάση ρητής αναφοράς στο άρθ. 1 παρ. 2, ότι «σε καμιά περίπτωση ένας λαός δεν μπορεί να στερηθεί των μέσων επιβιώσεώς του», προνοεί την ελεύθερη διάθεση των φυσικών του πόρων ενόσω αυτή συνάδει με το διεθνές δίκαιο. Επιπρόσθετα, το άρθρο 20 του ίδιου Συμφώνου ρητά απαγορεύει την άσκηση πολεμικής προπαγάνδας. Το Σύμφωνο αυτό προβλέπει, μεταξύ άλλων, διαδικασία ελέγχου από διεθνή όργανα μέσω του συστήματος των περιοδικών εκθέσεων, οι οποίες εξετάζονται από την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών. Από τις 23 Σεπτεμβρίου 2003, ημερομηνία επικύρωσης του Συμφώνου χωρίς οποιεσδήποτε παρατηρήσεις, η Τουρκία αποτελεί κράτος-μέλος του δεσμευτικού αυτού πολυμερούς διακρατικού κειμένου.
Οι πρόσφατες τουρκικές ενέργειες, που μεταξύ άλλων γνωστοποιούν τη δέσμευση περιοχών εντός της κυπριακής ΑΟΖ για σεισμογραφικές έρευνες, σε συνδυασμό με την παρουσία τουρκικών πλοίων από την έναρξη των ερευνητικών γεωτρήσεων από τις εταιρείες ΕΝΙ/KOGAS στο τεμ. 9, αποτελούν μια σαφώς κλιμακούμενη επιθετική δράση της Τουρκίας έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η τουρκική αυτή επιθετικότητα ενέχει, κατ' αρχήν, στοιχεία παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Κυπρίων πολιτών (κυπριακού λαού), και συγκεκριμένα των άρθρων 1 παρ. 2 και 20 του Διεθνούς Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Στη βάση αυτών των δεδομένων, οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες (Νομική Υπηρεσία και Υπουργείο Εξωτερικών) θα μπορούσαν να προχωρήσουν με τις ενδεδειγμένες ενέργειες (ακόμη και υπό τη διαμόρφωση ατομικών παραπόνων) προς ενεργοποίηση των διαδικασιών ελέγχου των Ηνωμένων Εθνών σε βάρος της Τουρκίας, για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Κυπρίων πολιτών.
Η ενεργοποίηση τέτοιων διαδικασιών θα μπορούσε να συνδεθεί και να ενισχυθεί με αναφορές για τη συνεχιζόμενη τουρκική κατοχή, η οποία, σε συνδυασμό με την άρνηση της Τουρκίας να υπογράψει τη συνθήκη των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS,1982) και, συνεπώς, τη συνεχιζόμενη άρνησή της για επίδειξη πνεύματος συνεργασίας με την Κυπριακή Δημοκρατία προς συναινετική οριοθέτηση της μεταξύ των δύο χωρών ΑΟΖ, αποστερεί από τον κυπριακό λαό τη δυνατότητα ειρηνικής αξιοποίησης του συνόλου του φυσικού του πλούτου, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Παράλληλα, και ως κίνηση τακτικής, η Κυπριακή Δημοκρατία θα μπορούσε να απευθύνει δημόσια πρόταση/πρόσκληση προς την Τουρκία, για τη μεταξύ τους οριοθέτηση της Κυπριακής ΑΟΖ στη βάση του διεθνούς δικαίου.
Τα προτεινόμενα μέτρα δεν υποκαθιστούν αλλά συμπληρώνουν τις συνήθεις διπλωματικές/νομικές αντιδράσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας, που οφείλει να αναλάβει σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, προς διασφάλιση της κρατικής της κυριαρχίας και του δικαιώματός της να αξιοποιεί τον φυσικό της πλούτο σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Είναι, άλλωστε, αντιληπτό πως επιβάλλεται μια συνδυασμένη πολυεπίπεδη και πολύμορφη δράση της Κύπρου, που θα στοχεύει στην παρεμβολή επιπρόσθετων εμποδίων στις επιδιώξεις της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής σε περιφερειακό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, προκειμένου να αυξήσει το κόστος της Άγκυρας για τις όποιες επιθετικές ενέργειές της σε βάρος της Κύπρου, που θα αποβλέπουν στη ματαίωση του ενεργειακού της προγράμματος.
Συγκεκριμένα, στο μεν περιφερειακό επίπεδο, όπου η Άγκυρα στοχεύει στην εδραίωσή της ως ηγεμονική δύναμη, έχοντας ως αιχμή του δόρατός της την πολιτική των μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονές της, κάθε πρωτοβουλία της Κύπρου που θα εκθέτει την επιθετικότητα της Τουρκίας στους γείτονές της, θα διευρύνει τη διάβρωση τής υπό αναφοράν πολιτικής και θα ενισχύει τις σχέσεις της Λευκωσίας με γειτονικές χώρες, θα συνεπάγεται αυξημένο κόστος για την Άγκυρα. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπου η ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ αποτελεί κορυφαίο στόχο της εξωτερικής της πολιτικής, το κόστος θα πρέπει να συνδέεται άμεσα με την ενταξιακή της πορεία.
Η αμαύρωση, για παράδειγμα, της εικόνας της Τουρκίας σε τομείς πολιτικών που αποτελούν θεμελιώδεις πυλώνες της ΕΕ, όπως είναι ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η διακρατική συνεργασία μακριά από τη διπλωματία των κανονιοφόρων, θα προκαλούσε σοβαρότατα εμπόδια στις ευρωπαϊκές της βλέψεις. Συνεπώς, υπολογίσιμο κόστος. Σε διεθνές επίπεδο, κάθε πρωτοβουλία της Κυπριακής Δημοκρατίας που θα πλήττει την εικόνα της Τουρκίας στα Ηνωμένα Έθνη αποτελεί σοβαρό κόστος, αφού θα την πηγαίνει ένα βήμα πίσω από τον διακηρυγμένο της στόχο, για να εδραιωθεί ως μια αναδυόμενη παγκόσμια δύναμη, με ρόλο στα ζητήματα διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας και αναδιοργάνωσης του διεθνούς συστήματος στα ζητήματα παγκόσμιας οικονομίας και ανάπτυξης.
Καταληκτικά, η κυπριακή αντίδραση θα πρέπει να στοχεύει στη ματαίωση των τουρκικών στόχων μέσω της εξουδετέρωσης της επιθετικότητάς της με νομικο-πολιτικά μέσα. Λαμβάνοντας υπ' όψιν τον πολιτικό ρεαλισμό που χαρακτηρίζει την τουρκική εξωτερική πολιτική, κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν το κόστος που θα κληθεί να πληρώσει η Άγκυρα από την επιθετικότητά της θα είναι πολλαπλά υπέρτερο των ωφελειών που προσδοκά από την ανατροπή του κυπριακού ενεργειακού προγράμματος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το κόστος συνδέεται με τις φιλοδοξίες της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής και την όποια ικανότητα της Λευκωσίας να πλήξει τη διεθνή εικόνα της Άγκυρας.
ΜΕΛΑΝΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
Διδακτορικό στις Διεθνείς Σχέσεις και μεταδιδακτορική έρευνα σε Νέα Συστήματα Παγκόσμιας Διακυβέρνησης





