Απόψεις Λάζαρος Μαύρος Έρωτας κι η λευτεριά

Έρωτας κι η λευτεριά

Ο Λάζαρος Μαύρος είναι αρθρογράφος στην εφημερίδα Σημερινή και ραδιοφωνικός παραγωγός στο Ράδιο Πρώτο



Στα λούματα της Κύπριδος Αφροδίτης στην Πάφο βρεγμένη, ολόγυμνη και πανέμορφη έσμιξε των κορμιών τους παθιασμένα ερωτική η πανδαισία. Εκείνη, η Μπεθ, 16χρονη θυγατέρα του ταξίαρχου επικεφαλής της βρετανικής μυστικής υπηρεσίας Εμ-Αϊ-Σιξ, ο οποίος στάλθηκε στην Κύπρο για να εξιχνιάσει τη συνωμοσία και να εξοντώσει τους ιθαγενείς τρομοκράτες της ΕΟΚΑ, που άρχισαν ένοπλο αγώνα για την απελευθέρωση της αποικίας και την ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Εκείνος, ο Ορέστης, 17χρονος μαθητής, ονειροπόλος ποιητής, καταζητούμενος αντάρτης της ΕΟΚΑ. Ήταν η πρώτη φορά που έκαναν έρωτα. Δεν ήξεραν ότι θα ήταν και η τελευταία.

Αυτή η παράγραφος θα μπορούσε να είναι ένας από δεκάδες άλλους, σπουδαιότερους ίσως, υπότιτλους για το ολόφρεσκο, μα και πανάρχαιο βιβλίο του Σταύρου Σιδερά «Οι Ποιητές Δεν Πεθαίνουν Ποτέ», που κυκλοφόρησε αυτές τις μέρες απ’ τις εκδόσεις Γερμανός. Ένα εκπληκτικά συγκλονιστικό, ιστορικό μυθιστόρημα. Για τα καθέκαστα του ανθρώπινου είδους, όταν φτάνει στ’ οριστικό μεταίχμιο να πάρει τα όπλα για τη λευτεριά. Και την τελεσίδικη απόφαση να πεθάνει γι’ αυτήν. Έτσι όπως βιώθηκε και καταγράφηκε ανεξίτηλα μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες και τις ξεχωριστές μορφές του τετραετούς απελευθερωτικού αγώνα της Κύπρου, 1955-1959. Τις μορφές που ξεδιαλύνει ψυχογραφικά, με μικροσκόπια ακριβείας, μετά από έξι δεκαετίες ο συγγραφέας, στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών του. Απ’ τον ανήλικο ποιητή - αντάρτη που αγέρωχος ανέβηκε στην αγχόνη του Χάρντινγκ, ως τον αργυρώνητο προδότη που, φυγαδευμένος στην Σκωτία, άντεξε ώς τα γεράματά του να μπουκώσει επιτέλους το δίκαννο για να εξιλεωθεί.

Του Σταύρου Σιδερά το βιβλίο θα το χαρίσουμε στα παιδιά μας. Κι όσα δεν έχουν γίνει ακόμη βιβλιόφιλοι, μ’ αυτό θα γίνουν. Η φαντασία τους θα το σκηνοθετήσει σαν ένα από τα καλύτερα έργα που ακόμη δεν έτυχε να δουν στον κινηματογράφο, στην τηλεόραση ή στο διαδίκτυο. Για τα ερωτευμένα αγόρια που λουσμένα στις απέραντες ηδονές του ελεύθερου έρωτα με τις ερωμένες τους, γι’ αυτό ακριβώς, αψηφώντας τις προσταγές της εξουσίας του Κρέοντα, από έρωτα πήρανε ένοπλοι μιαν ανηφοριά, πήραν τα μονοπάτια, να βρουν τα σκαλοπάτια που παν’ στη λευτεριά:

«Δεν θέλω να γράφεις τέτοιους μακάβριους στίχους, είπε η Μπεθ. Μα δεν τους έγραψα εγώ, είπε ο Ορέστης. Ο Λόρδος Βύρωνας τους έγραψε, λίγο προτού πεθάνει στο Μεσολόγγι πολεμώντας για την ελευθερία. Δεν είναι νεκρός όμως. Ο Ορέστης πήρε και πάλι την Μπεθ στην αγκαλιά του. Μη φοβάσαι, ψιθύρισε. Οι ποιητές δεν πεθαίνουν ποτέ!»….

ΕΡΩΤΗΣΗ
Δεν ωρίμασε, άραγε, ακόμη ο καιρός που, για τη διαφύλαξη της ιερότητας της Μνήμης των Ηρώων, να βρεθεί τρόπος ώστε οι διοργανωτές των Εθνικών Μνημοσύνων να τ’ απαλλάξουν απ’ το ανίερο μαγάρισμα που προκαλούν οι εκφωνούμενοι από τους πολιτικούς της Κομματοκρατίας, «επιμνημόσυνοι λόγοι» τής ασύστολης δημαγωγικής καπηλείας της Θυσίας του Ήρωα για να παραμείνουν στο βαγόνι της καρεκλολαγνείας τους; Δεν είναι, άραγε, υπεραρκετός, μετά το «Αιωνία Αυτού η Μνήμη», ο Εθνικός Ύμνος και τίποτε πέραν αυτού;


Top