Απόψεις Γιώργος Κέντας Πέρα από την κουλτούρα διαμαρτυρίας

Πέρα από την κουλτούρα διαμαρτυρίας

Ο Γιώργος Κέντας είναι επίκουρος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας. Είναι Επιστημονικός Συνεργάτης στο Κυπριακό Κέντρο Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στη διεθνή θεωρία, φιλοσοφία κοινωνικών επιστημών, οργανωμένη βία και το Κυπριακό πρόβλημα.
 



Η αποχή από τις συνομιλίες δεν είναι επαρκής πολιτική επιλογή. Η απόφαση της Τουρκίας να συνεχίσει τις παράνομες έρευνες στη ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν αναμενόμενη και εν πολλοίς γνωστή σε Λευκωσία, Αθήνα, Βρυξέλλες και Ουάσιγκτον. Η Τουρκία θα συνεχίσει και θα εντείνει την πολιτική αυτή ενόσω συνεχίζεται το πρόγραμμα γεωτρήσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας και θα κορυφώσει τις αντιδράσεις της όταν η Κυπριακή Δημοκρατία και οι συμβαλλόμενες εταιρίες βρεθούν κοντά σε εμπορική συμφωνία για πώληση φυσικού αερίου.

Η προσδοκία του κυβερνητικού εκπροσώπου ότι τώρα θα πρέπει να πεισθούν και οι πλέον δύσπιστοι για τις προθέσεις της Τουρκίας είναι προς τη λάθος κατεύθυνση. Η δήλωση αυτή αναπαράγει μια κουλτούρα διαμαρτυρίας, η οποία έχει εκφυλίσει τη τακτική της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Κυπριακό. Για την ιστορία, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης υποστήριξε έντονα στην ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 2013 ότι δε θα εμπλακεί σε ένα παιγνίδι επίρριψης ευθυνών (το λεγόμενο «blame game»). Δυστυχώς ο κυβερνητικός εκπρόσωπος καταφεύγει ακριβώς στο παιγνίδι αυτό, το οποίο – ως έμπειρος και ικανός διπλωμάτης γνωρίζει ότι – είναι το καταφύγιο του αδυνάτου όταν βρεθεί σε αδιέξοδο. Ένα αδιέξοδο στο οποίο οδηγούν οι χειρισμοί των τελευταίων ετών. Αξίζει μνείας το γεγονός ότι η τακτική και του προκατόχου του κ. Αναστασιάδη, του κ. Χριστόφια, ήταν ακριβώς η ίδια. Μπήκε σε συνομιλίες το 2008 για να αποδείξει ότι η αδιάλλακτη πλευρά είναι η Τουρκία, κάτι που δεν πέτυχε τελικά. Αντίθετα, στα εσωτερικά τους σημειώματα τα Ηνωμένα Έθνη θεωρούσαν αδιάλλακτη την ελληνοκυπριακή «πλευρά».

Η κατευναστική κίνηση Αναστασιάδη προς την Τουρκία, μια μόλις μέρα πριν την ανανέωση της NAVTEX – να βάλει οικειοθελώς το φυσικό αέριο στο τραπέζι των συνομιλιών –, ήταν αχρείαστη. Γνώριζε πολύ καλά ότι οι τουρκικές προκλήσεις θα συνεχιστούν. Προτίμησε να κάνει μια περιττή κίνηση «καλής θέλησης», προς ζημία όμως της διαπραγματευτικής θέσης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Για την ιστορία, μια μέρα πριν από την έκδοση της πρώτης NAVTEX ο κ. Αναστασιάδης δήλωσε ότι οι ΗΠΑ εγγυούνται την κυπριακή ΑΟΖ. Το μόνο που είπαν ή έκαναν οι ΗΠΑ όμως ήταν να ενημερώσουν τη Λευκωσία για τις προθέσεις της Τουρκίας.

Στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει την απόφαση Αναστασιάδη να βάλει το φυσικό αέριο στο τραπέζι των συνομιλιών, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δήλωσε στο «ΜΕΓΑ» ότι «το φυσικό αέριο ήταν πάντοτε στις συνομιλίες», παραπέμποντας στο ζήτημα της διαχείρισης των φυσικών πόρων. Η δήλωση αυτή είναι άστοχη. Το ζήτημα των φυσικών πόρων αποτέλεσε ανέκαθεν ένα επουσιώδες ζήτημα στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό σε σχέση με τα κορυφαία ζητήματα στις συνομιλίες. Δεν αποτέλεσε ποτέ ζητήματα τριβής, αντίθετα ήταν γενικά αδιάφορο. Το 2004, το σχέδιο Ανάν προνοούσε ότι η διαχείριση των φυσικών πόρων θα ήταν αρμοδιότητα και των «συνιστόντων κρατών». Η τουρκοκυπριακή κοινότητα επέμενε σε αυτό και η ελληνοκυπριακή κοινότητα δεν είχε ιδιαίτερη αντίρρηση. Το ζήτημα των φυσικών πόρων παρουσίασε ενδιαφέρον στις συνομιλίες μετά την παροχή άδειας στη Noble και ιδιαίτερα μετά την ανακάλυψη ποσοτήτων φυσικού αερίου στο τεμάχιο Αφροδίτη. Όμως ουδέποτε συζητήθηκε θέμα αρμοδιοτήτων επί του φυσικού αερίου συγκεκριμένα. Αντίθετα, το ζήτημα αυτό προσέδωσε στην Κυπριακή Δημοκρατία ένα στρατηγικό πλεονεκτήματα στην Ανατολική Μεσόγειο, το οποίο η Τουρκία επιδιώκει να εξουδετερώσει. Αρχικά η Τουρκία εμφανίστηκε ως ενδιαφερόμενο μέρος και αργότερα επεδίωξε να ακυρώσει το ερευνητικό πρόγραμμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και των συμβαλλομένων εταιριών. Εάν το ζήτημα του φυσικού αερίου μπει στο τραπέζι των συνομιλιών, δε θα εξουδετερωθούν μόνο τα στρατηγικά πλεονεκτήματα της Κυπριακής Δημοκρατίας, θα απειληθεί σοβαρά όλο το πρόγραμμα για εξόρυξη και εμπορική εκμετάλλευση του φυσικού αερίου. Αυτά είναι γνωστά και θα έπρεπε να γίνονται πιο προσεκτικές δηλώσεις από κυβερνητικής πλευράς. Το φυσικό αέριο δεν συζητήθηκε (ούτε πρέπει να συζητηθεί) ποτέ στις συνομιλίες. Δε χρειάζεται περεταίρω ανάλυση για να τεκμηριωθεί ότι το ζήτημα του φυσικού αερίου δεν είναι απλά ζήτημα φυσικών πόρων.

Η κατάσταση αρχίζει να γίνεται ιδιαζόντως ανησυχητική. Η Κυπριακή Δημοκρατία εμφανίζεται να εξαντλεί όλη τη διπλωματική της δεινότητα στην αναστολή της συμμετοχής της ελληνοκυπριακής κοινότητας στις συνομιλίες και στην αναζήτηση κατανόησης για την απόφαση αυτή. Αυτό δεν επαρκεί και είναι απογοητευτικό. Χρειάζονται επιπλέον κινήσεις και ένας εντελώς διαφορετικός τρόπος σκέψης. Ο χειρισμός του ενεργειακού προγράμματος της Κυπριακής Δημοκρατίας θα πρέπει να γίνει στο πλαίσιο των περιφερειακών σχεδιασμών και αναγκών κατά προτεραιότητα και, εφόσον επιβεβαιωθούν νέα κοιτάσματα, να ακολουθηθεί μια λελογισμένη εμπορική πολιτική σε αγαστή συνεργασία με τις εμπλεκόμενες εταιρίες και τους καλύτερους επενδυτές.

Στη διεθνή αγορά ενέργειας πολύ λίγη σημασία δίνεται στα εσωτερικά και τα εξωτερικά ζητήματα μιας εξαγωγικής χώρας, φτάνει αυτή να μπορεί αξιόπιστα να ανταποκριθεί στα συμφωνηθέντα. Αν η Κυπριακή Δημοκρατία γίνει μέρος της λύσης των ενεργειακών προβλημάτων στην περιοχή, πολύ λίγη σημασία θα δοθεί στον τρόπο αξιοποίησης των εσόδων. Γενικά στη διεθνή πολιτική επικρατεί ένας κυνισμός για τέτοια ζητήματα. Η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να επενδύσει στην οικοδόμηση αξιοπιστίας εξαγωγικού κράτους.

Για τους επόμενους 6-8 μήνες η προτεραιότητα είναι η κάλυψη των αναγκών της Αιγύπτου και της Ιορδανίας σε φυσικό αέριο. Αυτή είναι στρατηγική επιδίωξη και των ΗΠΑ. Σε αυτό το πλαίσιο, η Κυπριακή Δημοκρατία έχει δυνατότητες να αποκτήσει στρατηγική αξία και αξιοπιστία. Οι τουρκικές προκλήσεις πρέπει να ενεργοποιήσουν αλλού είδους αντανακλαστικά στην Κυπριακή Δημοκρατία.


Top