Απόψεις Γιώργος Κέντας Γιατί δεν πρέπει να γίνουν ιδιωτικοποιήσεις

Γιατί δεν πρέπει να γίνουν ιδιωτικοποιήσεις

Ο Γιώργος Κέντας είναι επίκουρος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας. Είναι Επιστημονικός Συνεργάτης στο Κυπριακό Κέντρο Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στη διεθνή θεωρία, φιλοσοφία κοινωνικών επιστημών, οργανωμένη βία και το Κυπριακό πρόβλημα.
 



Η πολιτεία μας περνά ένα κρίσιμο στάδιο. Σύμφωνα με πρόνοια του μνημονίου—δέσμευση δύο διαδοχικών κυβερνήσεων—οι ημικρατικοί οργανισμοί θα πρέπει να ιδιωτικοποιηθούν. Ιδιωτικοποίηση των οργανισμών αυτών συνεπάγεται αποξένωση τους. Το κράτος δεν θα μπορεί να ασκεί οποιονδήποτε έλεγχο στους οργανισμούς αυτούς πέρα από τον θεσμικό έλεγχο στον οποίο υπόκεινται όλοι οι οργανισμοί ιδιωτικού δικαίου, κάτι που θα περιορίσει τη δυνατότητα του κυπριακού κράτους να παράγει και να παρέχει συγκεκριμένα δημόσια αγαθά.

Στη θεωρία υπάρχουν δύο προσεγγίσεις για το ζήτημα αυτό. Η μια υποστηρίζει τη φιλελευθεροποίηση/ιδιωτικοποίηση όλων των παρεχόμενων δημόσιων αγαθών. Η πράξη αυτή συμβάλλει στη διεύρυνση της ανθρώπινης ελευθερίας και του πλαισίου μέσα στο οποίο οι πολίτες ενός κράτους συναλλάσσονται. Την προσέγγιση αυτή υποστήριξε έντονα ο Robert Nozick. Στο πλαίσιο της οικονομικής διεργασίας, η φιλελευθεροποίηση οδηγεί στην αύξηση του ανταγωνισμού και τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών και αγαθών. Εν τέλει ευνοείται ο πολίτης-καταναλωτής. Η προσέγγιση αυτή δοκιμάστηκε στην πράξη εδώ και μερικές δεκαετίες και παρατηρήθηκε ότι στη θεωρία τα πράγματα δουλεύουν κάπως έτσι, αλλά στην πράξη η εφαρμογή του μοντέλου αυτού διαφέρει από κράτος σε κράτος. Οι λόγοι της διαφοροποίησης είναι οικονομικοί, κοινωνικοί και πολιτισμικοί.

Η δεύτερη προσέγγιση υποστηρίζει ότι το κράτος πρέπει να παρέχει συγκεκριμένα δημόσια αγαθά στην κοινωνία, στο πλαίσιο της εκπλήρωσης της αποστολής του. Σύμφωνα με τον Isaiah Berlin, ο οποίος υποστήριξε με πειστικότητα τη θέση αυτή, το κράτος οφείλει να διατηρεί υπό τον έλεγχό του μέσα και δυνατότητες που θα διασφαλίζουν ένα ελάχιστο δημόσιο πλαίσιο ελευθερίας και ευημερίας για την κοινωνία. Όπως και με την πρώτη προσέγγιση, η προσέγγιση του Berlin παρουσιάζει κάποια προβλήματα στην εφαρμογή της. Τα κράτη που διατηρούν μέσα και δυνατότητες παραγωγής και διάθεσης δημόσιων αγαθών αποτυγχάνουν στην εκπλήρωση της αποστολής αυτής.

Το κυπριακό κράτος λειτούργησε από την ίδρυσή του στο πλαίσιο της δεύτερης προσέγγισης. Με γεωμετρική πρόοδο όμως απέτυχε να εκπληρώσει την αποστολή του. Οι οργανισμοί οι οποίοι είχαν ως αποστολή την παραγωγή και διάθεση δημόσιων αγαθών, όπως οι ημικρατικοί οργανισμοί, μετατράπηκαν σε άντρο διαφθοράς και διαπλοκής. Ο συνδικαλισμός και ο παραγοντισμός, η κομματικοποίηση και η ημετεροκρατία έφθειραν και σταδιακά απαξίωσαν τους οργανισμούς αυτούς. Τα προβλήματα αυτά είναι γνωστά. Γι’ αυτό σήμερα οι ημικρατικοι οργανισμοί γίνονται εύκολη λεία στις δυνάμεις της φιλελευθεροποίησης, οι οποίες καραδοκούν για να τους ελέγξουν και να τους φέρουν στα μέτρα τους.

Χάνοντας τον έλεγχο των οργανισμών αυτών το κυπριακό κράτος θα χάσει μέσα και δυνατότητες παραγωγής και διάθεσης σπουδαίων δημόσιων αγαθών. Ταυτόχρονα όμως η κοινωνία θα απαλλαγεί από ένα αρρωστημένο και δαπανηρό σύστημα κακοδιαχείρισης δημόσιας περιουσίας και πλούτου. Στο πλαίσιο του σκεπτικού αυτού η ιδέα της ιδιωτικοποίησης των ημικρατικών οργανισμών φαίνεται μια καλή επιλογή και ίσως μια ιδανική λύση. Με την ιδιωτικοποίηση οι οργανισμοί αυτοί θα εξορθολογισθούν, θα γίνουν πιο αποδοτικοί και θα βελτιώσουν την παραγωγικότητά τους, όπως και την ποιότητα των αγαθών που παράγουν και διαθέτουν στην κοινωνία. Στη θεωρία αυτό ακούγεται λογικό. Στην πράξη όμως;

Στην πράξη το αποτέλεσμα των ιδιωτικοποιήσεων είναι αβέβαιο και απρόβλεπτο. Ουδείς μπορεί να εκτιμήσει με ακρίβεια το αποτέλεσμα της φιλελευθεροποίησης των ημικρατικών οργανισμών στην Κύπρο. Σε παγκόσμιο επίπεδο οι θεωρίες του Nozick (και όλων όσοι τις ανέπτυξαν περαιτέρω) πάσχουν από αναξιοπιστία. Γενικά το μοντέλο του φιλελευθερισμού περνά μια κρίση, η οποία δεν έφτασε ακόμα στα όρια της. Στη βάση του σκεπτικού αυτού πρέπει να γίνει κατανοητό ότι οι ιδιωτικοποιήσεις στην Κύπρο θα είναι ένα κοινωνικο-οικονομικό πείραμα.

Άποψή μου είναι ότι το κυπριακό κράτος οφείλει να διατηρήσει μια ακμαία δυνατότητα παραγωγής και διάθεσης δημόσιων αγαθών. Σε ένα τοπικό και διεθνές περιβάλλον αβεβαιότητας το κράτος θα αναδυθεί ως ο μόνος αξιόπιστος δρώντας. Κανένας άλλος δρώντας σε περιφερειακό ή διεθνές επίπεδο δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της σημερινής εποχής. Η Ευρωπαϊκή Ένωση παρουσιάζεται αδύναμη και απρόθυμη να συμβάλει στην ελευθερία και ευημερία των λαών. Επομένως η πρόταση που κατατίθεται εδώ είναι ο εξορθολογισμός των ημικρατικών οργανισμών από το κράτος και όχι η απαλλοτρίωσή τους στις δυνάμεις μιας αβέβαιης φιλελευθεροποίησης.

Φοβάμαι όμως ότι μπήκαμε ήδη σε μια τελεολογία ιδιωτικοποιήσεων. Στους κομματικούς, συντεχνιακούς και ευνοούμενους που οδήγησαν το κυπριακό κράτος στο σημείο αυτό δεν μένει παρά μόνο μια επιλογή: Μια «ηρωική» πράξη πολιτικής αυτοχειρίας. Αν δεν έχουν το θάρρος να πράξουν τούτο, τουλάχιστον ας μην εμφανίζονται ως μυρολογίστρες στα ΜΜΕ οδυρόμενοι για τις ιδιωτικοποιήσεις. Θα έχουν μόνο την απαξίωση και την αποδοκιμασία μας. Πέραν τούτου δεν αφαιρώ ούτε και ένα ιώτα από τη θέση μου: Δεν πρέπει να γίνουν ιδιωτικοποιήσεις!

ΥΓ. Οι δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου περί των ημικρατικών οργανισμών, τους οποίους χαρακτήρισε «αμπελοχώραφα των κομμάτων», προκαλούν την εξής απορία: Μήπως και οι επικεφαλής της Εκκλησίας της Κύπρου χειρίστηκαν την περιουσία της ως δικά τους αμπελοχώραφα; Ακόμα μια άστοχη δήλωση του Αρχιεπισκόπου, ο οποίος συνεχίζει να εμφανίζεται συχνά-πυκνά ως απολογητής της πολιτικής της τρόικας και της κυβέρνησης.


Top