Απόψεις Γιώργος Κέντας Δεν είναι «απλά μια αρχή» το Κοινό Ανακοινωθέν

Δεν είναι «απλά μια αρχή» το Κοινό Ανακοινωθέν

Ο Γιώργος Κέντας είναι επίκουρος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας. Είναι Επιστημονικός Συνεργάτης στο Κυπριακό Κέντρο Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στη διεθνή θεωρία, φιλοσοφία κοινωνικών επιστημών, οργανωμένη βία και το Κυπριακό πρόβλημα.
 



Το Κοινό Ανακοινωθέν με το οποίο επαναρχίζουν οι συνομιλίες στο Κυπριακό δεν είναι απλά ένα κείμενο. Είναι στην ουσία μια νέα συμφωνία Υψηλού Επιπέδου ανάμεσα στις δύο κοινότητες, η οποία καθορίζει ουσιαστικές παραμέτρους μιας συνολικής συμφωνίας στο Κυπριακό. Είναι λοιπόν λανθασμένη η άποψη που εκφράστηκε ότι η συμφωνία αυτή δεν κρίνει το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Δεν κρίνει μόνο το πλαίσιο κορυφαίων ζητημάτων του Κυπριακού, αλλά τα ορίζει σε απόλυτο βαθμό.

Το κείμενο της συμφωνίας δεν μπορεί να θεωρηθεί απλά ως μια αρχή των συνομιλιών, αλλά πρέπει να αναγνωστεί ως το πλαίσιο της επιδιωκόμενης συμφωνίας σε σημαντικά θέματα. Το κείμενο ορίζει τα θεμέλια του κεφαλαίου της διακυβέρνησης, δηλαδή του τρόπου με τον οποίο επιδιώκεται να διαρθρωθεί πολιτειακά το κράτος. Η διάρθρωση η οποία προβλέπεται είναι διχαστική, αφού αυτή αναφέρεται αποκλειστικά στον τρόπο με τον οποίο τα δύο συνιστώντα κράτη θα έχουν κυριαρχία, αυτοτέλεια και εξουσία, όντας ανεξάρτητο το ένα από το άλλο.

Η αναφορά σε ενιαία κυριαρχία, όπως αυτή ορίζεται από τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ, αφορά αποκλειστικά τη λειτουργία του κράτους ως υποκειμένου διεθνών σχέσεων και διεθνούς δικαίου. Το ζήτημα της κυριαρχίας που αφορούσε ανέκαθεν και κατεξοχήν το Κυπριακό, αναφέρεται στην οργάνωση και την κατανομή των αρμοδιοτήτων και των εξουσιών με τρόπο που να μην υποσκάπτεται η ενότητα του κράτους, των θεσμών και της κοινωνίας. Το κείμενο δίνει αποκλειστικά έμφαση στις κυρίαρχες εξουσίες των συνιστώντων κρατών και παραβλέπει τις κυρίαρχες εξουσίες του ομόσπονδου κράτους, δηλαδή του συνεκτικού κρίκου ανάμεσα στα δύο συνιστώντα κράτη. Το ίδιο ισχύει και με την ιθαγένεια, η οποία επίσης διχοτομείται σε επίπεδο συνιστώντων κρατών. Στο πλαίσιο αυτό ορίζεται και θεσμοθετείται ένα καθαρά διχαστικό πλαίσιο πολιτειακής διάρθρωσης, το οποίο δεν εμπεριέχει ισχυρά στοιχεία ενός ενωμένου κράτους, ενός ενωμένου θεσμικού πλαισίου, μιας ενωμένης κοινωνίας. Στην ουσία η έννοια του κυρίαρχου κυπριακού κράτους υποβαθμίζεται εντελώς στο κείμενο, προς όφελος των δύο συνιστώντων κρατών.

Το πρώτο συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι το κείμενο της συμφωνίας καθορίζει απόλυτα τα όρια και το ουσιαστικό περιεχόμενο της διάρθρωσης του πολιτειακού μορφώματος που επιδιώκεται, διάρθρωση που προβλέπεται ότι θα είναι εξόχως διχαστική. Στο πλαίσιο αυτό δεν μπορεί κανείς να μιλά για «απλώς μια αρχή», αλλά για ένα αυστηρό και απόλυτο πλαίσιο πολιτειακής διάρθρωσης, η οποία φαίνεται να απέχει πολύ από τις προσδοκίες των Ελλήνων της Κύπρου.

Δεν χρειάζεται ίσως να αναφερθούν άλλα παραδείγματα για να αποδειχθεί ότι το κείμενο δεν αποτελεί «απλά μια αρχή». Υπάρχει όμως μια πρόνοια η οποία όχι μόνο δεν παραπέμπει στην έννοια της «αρχής», αλλά καθορίζει εξ ολοκλήρου μια έννοια συνέχειας. Η πρόνοια για συζήτηση μόνο των ζητημάτων που θεωρούνται άλυτα υποχρεώνουν τις δύο κοινότητες να θεωρήσουν κάποια ζητήματα ως «λυμένα», ως «δεδομένα». Ποια είναι όμως τα ζητήματα αυτά; Η διατύπωση στο σημείο αυτό είναι τόσο γενική και αόριστη που δίνει στην κάθε κοινότητα τη δυνατότητα να θέσει στο τραπέζι των συνομιλιών τα ζητήματα που αυτή θεωρεί ως «λυμένα».

Σύμφωνα λοιπόν με την πρόνοια αυτή, αν δημιουργείται μια αρχή, αυτή θα είναι η αρχή μιας ατέρμονης συζήτησης για το «τι» και «πώς» έχει συμφωνηθεί. Με απλά λόγια, η μόνη αρχή η οποία υπάρχει στο κείμενο είναι η αρχή της ασάφειας. Αυτή είναι «απλά μια πολύ κακή αρχή» για τις διαπραγματεύσεις στο Κυπριακό.


Top