Απόψεις Γιάννος Χαραλαμπίδης Γερμανική ισχύς και η βαβυλωνιακή πολιτική της Βρετανίας

Γερμανική ισχύς και η βαβυλωνιακή πολιτική της Βρετανίας

Ο Γιάννος Χαραλαμπίδης είναι διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων και Πολιτικός Αναλυτής


  • Οι παράφωνοι τροβαδούροι της ΕΕ
  • Γιατί τα κέρδη του Βερολίνου αντιμετωπίζουν πρόστιμο της τάξης του 0,1% επί του ΑΕΠ και πώς η ολοκλήρωση οδηγεί σε γερμανική Ευρώπη 
  • Γιατί και πώς μπορεί να αλλάξει το μείγμα της γερμανικής πολιτικής

Όταν οι Γερμανοί υποστήριζαν σφόδρα τις διευρύνσεις και δη τη μεγάλη του 2004, στην οποία συμμετείχε και η Κυπριακή Δημοκρατία, υπήρχαν δυο σχολές σκέψεις. Η μία πίστευε ότι η διαδικασία αυτή ήταν στο πλαίσιο της περιφερειακής ολοκλήρωσης και η άλλη, στην οποία ανήκει και ο γράφων, τόνιζε ότι το Γερμανικό Ζήτημα ζει. Και ότι το Βερολίνο έβλεπε τις διευρύνσεις στο πλαίσιο και τον δικών της εθνικών συμφερόντων, δηλαδή ως νέες αγορές, με στόχο να οικοδομήσει τη γερμανική Ευρώπη μέσα από τις διαδικασίες της περιφερειακής ολοκλήρωσης, η οποία αδυνατεί να καταργήσει και να αντικαταστήσει το έθνος κράτος με υπερεθνικούς θεσμούς. Διότι, όπως μάλιστα έγραψε ο Ρεϊμόν Αρόν, σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα έχουμε αλλαγή, αλλά μετάλλαξη της ιστορίας.

Βαβυλωνία

Βεβαίως, πέραν των Γερμανών, υπάρχει ακόμη ένα ιδιαιτέρως σοβαρό κράτος, η Βρετανία, η οποία, παρότι ευρωσκεπτικίστρια, υποστήριζε τις διευρύνσεις για τους δικούς της λόγους. Για την εξυπηρέτηση των δικών της εθνικών συμφερόντων, αφού το Λονδίνο ήθελε να δημιουργήσει μέσω των διευρύνσεων μια Βαβυλωνία, ώστε να αποτραπεί η συνοχή της ΕΕ και μέσα από τα αντικρουόμενα συμφέροντα να εξυπηρετεί η Βρετανία τις δικές της σκοπιμότητες. Με το καθεστώς Βαβυλωνίας η Ευρώπη απομακρυνόταν, σύμφωνα με τους Βρετανούς, από την ολοκλήρωση και το «City» του Λονδίνου δεν θα έχανε την πρωτοκαθεδρία από τις Βρυξέλλες.

Το τέλος της ιστορίας και η αλήθεια

Όλα αυτά γράφονταν και αναλύονταν από αυτές τις στήλες από τη δεκαετία του ΄90, αλλά το πολιτικό και κομματικό σύστημα ήθελε να πιστεύει άλλα, που στηρίζονταν κυρίως στις θεωρίες του Φράνις Φουκουγιάμα περί το «Τέλος της Ιστορίας», δηλαδή περί της πλήρους υπερίσχυσης του νεοφιλελευθερισμού. Τότε, όταν γράφαμε ότι τίποτε από αυτά δεν θα συμβεί διότι το έθνος κράτος ζει, αυτοί που σήμερα σχίζουν τα ιμάτιά τους για την κρίση και πυροβολούν κατά της ΕΕ και της Γερμανίας, ανήκαν στο στρατόπεδο των ευρωλιγούρηδων ή των ευρωπαϊστών εκείνων που είχαν την ψευδαίσθηση ότι η Ευρώπη κινείται προς την ομοσπονδοποίηση. Και μας αποκαλούσαν «γραφικούς και εξωπραγματικούς», που δεν μπορούμε να αντιληφθούμε πού κινείται ο σύγχρονος κόσμος! Στην ουσία, ήταν χαμένοι στη μέθη για μια άλλη ΕΕ, αυτήν που έφτιαξαν στο μυαλό τους, και από πολιτικοί και ακαδημαϊκοί είχαν γίνει απλώς παράφωνοι τροβαδούροι της, τους οποίους πρόδωσαν οι ψευδαισθήσεις τους. Τώρα, μετά από το σοκ, η μέθη υποχωρεί και προβάλλει μπροστά τους η σκληρή πραγματικότητα. Και μάλιστα μέσα από μια οικονομική κρίση, τη χειρότερη στη σύγχρονη ιστορία της Κύπρου και της Ευρώπης. Το χείριστο, δε, όλων είναι ότι πολιτικοί και άλλοι, ακαδημαϊκοί και μη, αντί να ζητήσουν συγγνώμη για ό,τι έλεγαν στον λαό, συνεχίζουν είτε να κυβερνούν είτε να θέλουν να κυβερνήσουν, είτε ακόμη και να παραδίδουν μαθήματα. Και δεν γράφονται αυτά από ρεβανσισμό, αλλά ως μια ακόμη πολιτική παρέμβαση, που στόχο έχει να βάλει τα πράγματα στη θέση τους στην εξής βάση: Η Ευρώπη είναι αυτή των πατρίδων και των εθνικών συμφερόντων. Το κοινό συμφέρον και η αλληλεγγύη είναι ο ελάχιστος δείκτης σύγκλισης αντικρουόμενων συμφερόντων σε μια διαδικασία, κατά την οποία οι ισχυροί τείνουν να συγκλίνουν όσο το δυνατόν περισσότερο τα δικά τους εθνικά συμφέροντα με το κοινό ευρωπαϊκό, και οι αδύνατοι να συγκλίνουν ή να συνταυτίσουν τα συμφέροντά τους με εκείνα των ισχυρών, κατά μόνας ή σε επίπεδο συμμαχιών. Απόδειξη ενός τέτοιου παιχνιδιού ισχύος αποτελεί, στην παρούσα φάση, η ευρωπαϊκή Γερμανία, που λειτουργεί σε βάρος της γερμανικής Ευρώπης, και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης γενικότερα, διότι, όταν σήμερα μιλάμε για εμβάθυνση της ΕΕ και περισσότερη Ευρώπη, αυτό συνεπάγεται περισσότερη Γερμανία, αφού οι κοινοί θεσμοί από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ώς τη λήψη των αποφάσεων σε επίπεδο Συμβουλίου και άλλου. Ακόμη και αν δεν επιβάλλεται, ελέγχεται από τη Γερμανία. Απόδειξη, όμως, της σκληρής πραγματικότητας συνιστά και κάτι άλλο: το καθεστώς Βαβυλωνίας που επικρατεί στην ΕΕ, καθώς και τα αυξημένα κέρδη του Βερολίνου που φτάνουν σε ό,τι αφορά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών στο 6% επί του ΑΕΠ και προκαλούν μακρο-οικονομικές ανισορροπίες στην Ευρωζώνη. Με άλλα λόγια, η Γερμανία ακολουθεί το πεπρωμένο της ρεαλιστικής σχολής σκέψης και θέτει πάνω απ' όλα το δικό της εθνικό συμφέρον και τη γερμανική Ευρώπη. Βεβαίως, οι μηχανισμοί της ΕΕ υπάρχουν για να τηρούν τα ισοζύγια. Και να δημιουργούν, με τη συμμετοχή των λοιπών κρατών, κόστος στα γερμανικά συμφέροντα, ώστε να αλλάξει η γερμανική πολιτική στην εξής βάση: Το εθνικό συμφέρον της Γερμανίας θα επιβάλλει την αλλαγή μείγματος οικονομικής πολιτικής, διαφορετικά το κόστος θα είναι μεγαλύτερο από το όφελος.

Γερμανικά κέρδη και ανισορροπίες

Θεσμικά ομιλούντες, στην ΕΕ δεν υποβάλλονται σε διαθρωτικές αλλαγές μόνο όσοι έχουν δημοσιονομικά ελλείμματα ή χρεοκοπημένες τράπεζες, αλλά και όσοι έχουν κέρδη. Και μάλιστα πέραν των προβλεπομένων, που σημαίνει στρέβλωση της αγοράς και δη της κοινής. Η Κύπρος και η Ελλάδα μπορεί να είναι μεν σε Μνημόνιο, αλλά και η κυρίαρχη εντός της Ευρώπης Γερμανία αντιμετωπίζει τον κίνδυνο να πληρώσει πρόστιμο, που μπορεί να φτάσει ακόμη και το 0,1% επί του ΑΕΠ, εάν συνεχίσει να έχει πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών πέραν του 6% επί του ΑΕΠ. Ο Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Όλι Ρεν ανακοίνωσε ότι από την περασμένη τρίτη θα άρχιζαν έρευνες για τις μακροοικονομικές ανισορροπίες που εμφανίζει η γερμανική οικονομία, της οποίας το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών τα τελευταία τρία χρόνια ξεπερνά το 6% επί του ΑΕΠ. Το φαινόμενο αυτό πλήττει την ομαλή λειτουργία της ενιαίας αγοράς, ιδιαιτέρως σε περιόδους κρίσης όπως η υφιστάμενη, γιατί η αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία που εφαρμόζει η Γερμανία και γενικότερα το μείγμα της αυστηρής δημοσιονομικής πολιτικής, επί τη βάσει της οποίας έριξε όλο το βάρος της στις εξαγωγές, διατηρώντας ταυτοχρόνως τους μισθούς σε χαμηλά επίπεδα για να έχει αυξημένη ανταγωνιστικότητα. Υπό αυτές τις συνθήκες, περιόρισε την εσωτερική ζήτηση και διεύρυνε τις δικές της εξαγωγές, προκαλώντας  προβλήματα στην Ευρωζώνη και στο ευρώ, αφού διατηρεί μεγάλο όγκο εξαγωγών και πολύ μικρότερο εισαγωγών. Συνεπώς, το μείγμα της γερμανικής πολιτικής θα πρέπει να αλλάξει κατά τρόπον ώστε να αυξηθούν οι εισαγωγές της ή, με άλλα λόγια, να δοθεί η δυνατότητα αύξησης των εξαγωγών και άλλων εταίρων προς τη Γερμανία και προς τρίτες εκτός της ΕΕ χώρες.

Το ευρώ, ανταγωνισμός και εξυγίανση

Ο Όλι Ρεν τονίζει, σε άρθρο στη γερμανική εφημερίδα «FAZ», ότι με το τεράστιο εμπορικό πλεόνασμα που παρουσιάζει η Γερμανία οδηγεί και σε μεγάλη ανατίμηση του ευρώ, αφού το βάρος της γερμανικής οικονομίας στην Ευρωζώνη είναι καταλυτικής σημασίας. Το πρόβλημα που εντοπίζεται στο ευρώ και στην Ευρωζώνη καταγράφεται με τον ακόλουθο τρόπο: Πρώτο, η Γερμανία είναι ιδιαιτέρως ανταγωνιστική, αφού, εκτός των άλλων, δεν έχει κατώτατο όριο μισθού, ενώ από το 2005 οι πρώτες αυξήσεις ήρθαν το 2012. Η ενισχυμένη ανταγωνιστικότητα της Γερμανίας κτυπά τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές που εμφανίζουν διαθρωτικά προβλήματα, μειωμένη ανταγωνιστικότητα και δημοσιονομικά ελλείμματα. 2. Η Γερμανία με το δικό της οικονομικό μοντέλο και την πολιτική της διατηρεί το ευρώ σε υψηλές συναλλαγματικές ισοτιμίες και έτσι οι μεν φτωχές χώρες της ΕΕ δεν μπορούν να αυξήσουν τις εξαγωγές τους εντός της Γερμανίας, αλλά και εκτός των συνόρων της ΕΕ. Ταυτοχρόνως, η Γερμανία προς τις τρίτες χώρες έχει βαριά βιομηχανία και εξειδικευμένα ποιοτικά προϊόντα, που πολύ λίγο επηρεάζονται από το σκληρό ευρώ. Είναι, δε, πρόδηλο ότι υπό αυτές τις συνθήκες η Γερμανία αυξάνει τα έσοδά της και από τον χώρο της ΕΕ και εκτός αυτής. Με αποτέλεσμα να τείνει να γίνει η ίδια πλουσιότερη ή, στη χειρότερη περίπτωση, λόγω μειωμένης ανάπτυξης, να μη γίνει φτωχότερη, την ίδια όμως στιγμή που οι φτωχοί γίνονται, λόγω μνημονίων και μέχρι να ανακάμψουν, φτωχότεροι. Για παράδειγμα, η Κύπρος προβλέπεται να έχει ελαφρύ θετικό πρόσημο ανάπτυξης περί το 0,5% επί του ΑΕΠ το 2015, εάν όλα εξελιχθούν ομαλά, εφόσον όμως τη διετία 2013 -14 η ύφεση θα είναι σαρωτική και απειλεί να φτάσει το 19% επί του ΑΕΠ, συγκριτικά με ό,τι ίσχυε πριν από την κρίση. Σε πραγματικούς αριθμούς το ΑΕΠ, όταν ξέσπασε η κρίση, έφτανε τα 17,5 δις ευρώ, ενώ με 19% μείωση θα αγγίξει το 14,75 δις. Ταυτοχρόνως, η ανεργία θα φθάσει με αισιόδοξους αριθμούς το 19% περίπου, για να σημειώσει το 2015 ελάχιστη μείωση της τάξης του 0,5%. Συνεπώς, το ζητούμενο είναι να πιάσουμε τον πάτο, να γίνει δηλαδή ο απολογισμός των ζημιών και εν συνεχεία να αρχίσει η ανάκαμψη και να περάσει από τους αριθμούς στην πραγματική οικονομία. Η Ιρλανδία, η οποία ήταν σε καθεστώς μνημονίου, πήρε την περασμένη Πέμπτη απολυτήριο από το Γιούρογκρουπ και τους δανειστές της. Το ίδιο συμβαίνει και στην Ισπανία. Αμφότερες, ξαναμπαίνουν στις αγορές. Μπορούν να στηριχθούν στα πόδια τους. Η Ελλάδα υπολογίζει σε πρωτογενές πλεόνασμα και το ερώτημα είναι εάν θα γίνουν εκείνες οι θεσμικές μεταβολές, για να μπορέσει αφενός να επανέλθει στις αγορές, αφετέρου να αρχίσει η ανάπτυξη στην πραγματική οικονομία. Η διαφορά της Κύπρου, της Ελλάδας και της Ιρλανδίας με τη Γερμανία είναι η εξής: Η Γερμανία ήταν σε καθεστώς δημοσιονομικής εξυγίανσης, διαρθρωτικών αλλαγών και δημοσιονομικής πειθαρχίας από το 2005. Η εξυγίανση έγινε από τους ίδιους τους Γερμανούς, ενώ στις λοιπές περιπτώσεις, εφόσον δεν υπήρχε η πολιτική και οικονομική ωριμότητα, η εξυγίανση επιβλήθηκε από την Τρόικα και τη Γερμανία, η οποία επιβάλλει το δικό της μοντέλο δημοσιονομικής πειθαρχίας στην Ευρωζώνη, το οποίο όμως φτάνει από θεσμικής πλευράς στο όριό του.

Αλλαγή πολιτικής

Επειδή, λοιπόν, με βάση τα συμφωνηθέντα, το γερμανικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών φτάνει το 6% επί του ΑΕΠ και επειδή το Βερολίνο τείνει να κρατεί από τον λαιμό τη Γαλλία και την Ιταλία, και από τα μαλλιά τις λοιπές βυθισμένες οικονομίες, το ζητούμενο και το αίτημα άλλων χωρών, όπως η Γαλλία και η Ιταλία, καθώς και άλλα κράτη του Νότου, είναι όπως αλλάξει το μείγμα της γερμανικής πολιτικής, για να μπορέσουν και οι ίδιες να γίνουν, στο πλαίσιο της Ευρωζώνης, ανταγωνιστικότερες. Είναι αυτό που λέμε να γίνει ανακατανομή της πίτας. Όπως αναφέρει ο Επίτροπος Ρεν, «εάν η Γερμανία λάβει μέτρα προς όφελος της εσωτερικής ζήτησης και των επενδύσεων, και η Γαλλία προωθήσει μεταρρυθμίσεις για την εγχώρια αγορά εργασίας, το επιχειρηματικό περιβάλλον και το συνταξιοδοτικό της σύστημα, τότε οι δύο αυτές χώρες θα προσφέρουν μεγάλη υπηρεσία στο σύνολο της Ευρωζώνης». Γιατί; Διότι, σύμφωνα με τον Αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, θα ενισχυθεί η ανάπτυξη και θα δημιουργηθούν περισσότερες θέσεις εργασίας, ενώ ταυτόχρονα θα μειωθούν οι εντάσεις. Στην ουσία, ο κ. Ρεν υποστηρίζει λιγότερη Γερμανία, περισσότερη Ευρώπη.

Η διαδικασία και το πρόστιμο

Με βάση τους νέους κανόνες οικονομικής διακυβέρνησης, η διόρθωση των μακροοικονομικών ανισορροπιών αποτελεί υποχρέωση των κρατών μελών, όπως τα ελλείμματα και το χρέος. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει τη δυνατότητα επιβολής προστίμου μέχρι και 0,1% επί του ΑΕΠ. Ο εντοπισμός των μακροοικονομικών ανισορροπιών γίνεται με βάση 11 οικονομικούς και διαρθρωτικούς δείκτες. Πρόκειται για μια διαδικασία που προβλέπεται στο «πακέτο» των οκτώ νομοθετικών αποφάσεων για τον καλύτερο συντονισμό και την οικονομική  διακυβέρνηση. Βεβαίως, αυτά γράφουν οι κανονισμοί. Όμως πέραν των κανονισμών υπάρχει και η ισχύς, καθώς και τα γερμανικά συμφέροντα, που είναι δυνατό να βάλουν φρένο στις ποινές και να αφήσουν τις συμφωνίες γράμμα κενό περιεχομένου.

Το οξυγόνο των εταίρων και ο Κλαούζεβιτς

Η Γερμανία δεν οδηγήθηκε από μόνη της στην κυρίαρχη θέση την οποία έχει σήμερα, αλλά τη βοήθησαν οι κακοδιαχειρίσεις των λοιπών κρατών, η έλλειψη ρεαλισμού για τον τρόπο λειτουργίας του διεθνούς συστήματος και η ψευδαίσθηση ότι το έθνος κράτος και τα εθνικά συμφέροντα πνέουν τα λοίσθια. Ο Πρώσος στρατηγός Κλαούζεβιτς είχε γράψει ότι ο πόλεμος είναι η συνέχιση της διπλωματίας με άλλα μέσα, τα οποία για τη Γερμανία, μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και ειδικότερα σήμερα, δεν είναι τα στρατιωτικά, αλλά τα οικονομικά. Τελικώς, για το γεγονός ότι οι οικονομίες και τα κράτη μας πνέουν τα λοίσθια, ακόμη και αυτή η συνοχή της ΕΕ τελεί εν κινδύνω, δεν ευθύνεται μόνο η Γερμανία υπό την έννοια ότι στερεί από την Ευρωζώνη μέρος του οξυγόνου που ανήκει σε όλους, αλλά και όλοι εκείνοι -συμπεριλαμβανομένων και των ημετέρων - που μεθυσμένοι από τον έρωτα στην εξουσία, τη δόξα και το χρήμα, τη λανθασμένη εικόνα που είχαν για την ΕΕ, κατέστησαν εαυτούς παράφωνους τροβαδούρους μιας Ευρώπης που υπήρχε μόνο στη φαντασία τους. Δεν υπήρχε όπως την ήθελαν... 


Top