Απόψεις Γιάννος Χαραλαμπίδης Το πόδι του ΝΑΤΟ και τα καρότα της ΕΕ

Το πόδι του ΝΑΤΟ και τα καρότα της ΕΕ

Ο Γιάννος Χαραλαμπίδης είναι διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων και Πολιτικός Αναλυτής



Τελικά η κρίση στην Ουκρανία καλά κρατεί, με τη Ρωσία να έχει δημιουργήσει στην Κριμαία ένα τετελεσμένο γεγονός: Αφενός διΆ της σκιάς της ισχύος της και αφετέρου, εφόσον είχε νόμιμο πληθυσμό, με την επίκληση του άρθρου 1 παράγραφος 2 του Χάρτη των Ην. Εθνών, για το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης.

Κάτι τέτοιο βεβαίως δεν μπορεί να ισχύσει στην περίπτωση της βόρειας Κύπρου. Γιατί; Διότι εκεί δεν έχουμε νόμιμο γηγενή πληθυσμό, αλλά Τουρκοκυπρίους, οι οποίοι, πλην ενός μικρού αριθμού, εξαναγκάστηκαν από την Τουρκία να μετακινηθούν στον Βορρά με την εισβολή, και εποίκους, δηλαδή προϊόν εγκλήματος πολέμου.

Η ασφάλεια και ο ρόλος του ΝΑΤΟ

Γιατί γράφονται αυτά; Διότι μπορεί να είχε αποκλειστεί από τη Σύνοδο των G-7 της περασμένης Τετάρτης και Πέμπτης στις Βρυξέλλες η Ρωσία και ο Βλαντιμίρ Πούτιν, όμως, ήταν αμφότεροι στο επίκεντρο της συζήτησης, λόγω της ουκρανικής κρίσης, η οποία αποτελεί σήμερα ένα από τα μεγάλα προβλήματα της Ευρώπης και του διεθνούς συστήματος.

Οι G-7 περιορίστηκαν μετά το γεύμα εργασίας να προειδοποιήσουν εκ νέου ότι θα επιβάλουν κυρώσεις στη Ρωσία, εάν δεν αλλάξει στάση και αν κλιμακωθεί η κρίση, την ίδια στιγμή κατά την οποία ο Πρόεδρος Πoύτιν ευχήθηκε εκ του μακρόθεν στους ηγέτες συναδέλφους του «καλή όρεξη»! Η κρίση της Ουκρανίας είναι ανοικτή και θα συνεχίσει ως εκ της φύσεώς της, διότι σχετίζεται με τη «νέα ρωσική απειλή». Άρα εκ των πραγμάτων έχουμε ένα νέο σκηνικό, που στηρίζεται στα εξής χαρακτηριστικά:

Πρώτο, οι ΗΠΑ βάζουν ξανά πόδι στην ασφάλεια της Ευρώπης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι Αμερικανοί είχαν ουσιαστικά αποχωρήσει ποτέ. Ειδικώς μέσω του ΝΑΤΟ, ήταν πάντα εκεί. Απλώς με την επίσκεψη Ομπάμα στην Πολωνία, οι ΗΠΑ επιδιώκουν να ασκήσουν έναν πιο πατερναλιστικό ρόλο απ' ό,τι τα τελευταία χρόνια στην ανατολική Ευρώπη, αφού οι αμυντικές δομές της ΕΕ αδυνατούν. Και αυτό οφείλεται στο ότι κυρίως η Βρετανία θέλει τα ζητήματα άμυνας και εξωτερικής πολιτικής να παραμένουν στα κράτη μέλη, αλλά και για άλλους δυο λόγους:

1. Υπάρχουν κράτη, όπως για παράδειγμα η Δανία, που είναι διάκειται αρνητικά στη συνεισφορά για την κοινή άμυνα.

2. Η αυτονόμηση του αμυντικού βραχίονα της ΕΕ, που κατά μια γαλλική αντίληψη έπρεπε να αυτονομηθεί από τις ΗΠΑ, αποδυναμώθηκε και τελικώς περάσαμε από το 2008 σε μια εμβάθυνση των σχέσεων ΝΑΤΟ-ΕΕ.

Το μεν ΝΑΤΟ επιφορτίζεται τις «military missions» (στρατιωτικές αποστολές), η δε ΕΕ τις «civilian missions» (πολιτικές αποστολές). Υπό αυτές τις συνθήκες, η ΕΕ και τα ελλείμματά της είναι αυτά που δίδουν χώρο στο ΝΑΤΟ και στις ΗΠΑ, που μέσω της Ουκρανίας αποκτούν ενισχυμένο ρόλο, για να κάνουν περισσότερο κουμάντο εντός του ευρωπαϊκού εδάφους.

Ήδη, οι Αμερικανοί έχουν στείλει στην Πολωνία 300 στρατιώτες και 16 μαχητικά F-16, ενώ στο προσκήνιο επανέρχεται το θέμα της αντιβαλλιστικής ομπρέλας, το οποίο προγραμμάτιζε η διακυβέρνηση Μπους και πάγωσε το 2009 ο Μπαράκ Ομπάμα μετά την πρώτη εκλογή του. Τότε μάλιστα η πολωνική εφημερίδα «Fact» εκδόθηκε με τον τίτλο: «Προδοσία! Οι ΗΠΑ μας πώλησαν στη Ρωσία και μας κάρφωσαν πισώπλατα».    

Πολιτικά και οικονομικά παιγνίδια
 
Δεύτερο, είναι δύσκολη η κλιμάκωση της απόφασης για τη λήψη εμπορικών και οικονομικών μέτρων σε βάρος της Ρωσίας, λόγω των αλληλεξαρτήσεων που έχουν δημιουργηθεί τόσο με την ΕΕ όσο και με τις ΗΠΑ. Ειδικότερα, η ενέργεια διαδραματίζει σημαντικό ρόλο. Εξού και η γερμανική στάση, η οποία είναι ηπιότερη από τη βρετανική εντός της ΕΕ σχετικά με τις κυρώσεις σε βάρος της Μόσχας. Το Λονδίνο υιοθετεί σκληρή στάση, διότι όσο περισσότερα προβλήματα έχει η Γερμανία και η ΕΕ με τη Ρωσία, τόσο δυσκολότερα κινείται η λεγόμενη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Ήδη, ο Βρετανός Πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον προβάλλει ένσταση στην υποψηφιότητα του Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, διότι τον θεωρεί ως ευρωπαϊστή. Και αυτή η πενταετία θα είναι σημαντική για την ΕΕ, υπό την έννοια ότι θα πρέπει να επιλυθούν σοβαρά προβλήματα που αφορούν στην ενιαία αγορά, με ό,τι αυτό σημαίνει, το ενιαίο τραπεζικό σύστημα, η ανεργία κλπ.

Η Βρετανία, όπως και ένα μεγάλο ρεύμα ευρωσκεπτικιστών, θεωρούν ότι η ΕΕ δεν μπορεί να επιλύσει ως τέτοια τα προβλήματα των πολιτών της και ως εκ τούτου θα πρέπει είτε να παγώσει η εμβάθυνση και η λογική της περισσότερης Ευρώπης, είτε ακόμη και να αναλάβουν περισσότερη δράση, στην πρακτική μιας  πιο απεξαρτημένης πολιτικής από την ΕΕ, τα κράτη μέλη της. Στο σκηνικό αυτό δεν μπορούμε να αποκλείσουμε τις σχέσεις της Ρωσίας, της Κίνας και των ΗΠΑ. Η τελευταία ενεργειακή συμφωνία της Μόσχας με το Πεκίνο, ύψους 400 δις δολαρίων για τα επόμενα 30 χρόνια, δίδει μιαν άλλη διάσταση στο διεθνές σύστημα και περιορίζει τις επιλογές περί των τιμωρητικών μέτρων σε βάρος της Μόσχας, διότι η αμερικανική οικονομία δεν είναι αλληλεξαρτημένη μόνο με τη ρωσική αλλά και με την κινεζική.   

Τα ενεργειακά και οι G-7

ΒΕΒΑΙΩΣ το σκηνικό αυτό αφορά και στην Κύπρο, καθότι: 1. Οι εξελίξεις στην ΕΕ και σε ό,τι αφορά τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και στο ποια Ευρώπη θέλουμε επηρεάζουν και το κυπριακό κράτος και τους πολίτες του. Οι αποφάσεις της καθημερινής μας ζωής δεν λαμβάνονται μόνο στη Λευκωσία, αλλά και στις Βρυξέλλες.

Επιλογή, για παράδειγμα, άλλη από εκείνη όσων ήταν υποψήφιοι για την Προεδρία της Επιτροπής, μεταξύ αυτών και ο Γιούνκερ, ο οποίος έχει τη στήριξη και του Σοσιαλιστή ανθυποψηφίου του Μάρτιν Σουλτς, θα σημαίνει οπισθοδρόμηση και κτύπημα κάτω από τη μέση στην προσπάθεια κάλυψης του δημοκρατικού ελλείμματος. Και αυτό σημαίνει μεγαλύτερη αποστροφή της κοινής γνώμης προς την ΕΕ. 2. Η κρίση της Ουκρανίας και η μείωση της ισοτιμίας του ρουβλίου συγκριτικά με το ευρώ ενδέχεται να έχει αρνητικές επιπτώσεις στον κυπριακό τουρισμό.

Επί του παρόντος δεν φαίνεται να υπάρχει κόστος ούτε οικονομικό ούτε πολιτικό. Διότι προφανώς ούτε οι Γερμανοί θέλουν την επιβολή κόστους στη Ρωσία, μεγαλύτερο από εκείνο που θα της προκαλέσουν τα ρωσικά αντίμετρα, που ξεκινούν από τα ζητήματα της ενέργειας ώς εκείνα του εμπορίου. 3. Η ενεργειακή εξάρτηση της Γερμανίας από τη Μόσχα αναδύει στην επιφάνεια το ζήτημα της κυπριακής εναλλακτικής οδού και της δημιουργίας LNG στο Βασιλικό.

Για να προχωρήσει η διαδικασία, θα πρέπει να ληφθεί στρατηγική απόφαση από την κυπριακή κυβέρνηση, να προσελκυστούν επενδυτές και να επιλυθούν ζητήματα ασφαλείας, που ξεκινούν από τα συμβατικά οπλικά συστήματα και την αποτροπή ώς το «Cyber-Security». Ως μικρό κράτος, του οποίου η έκταση είναι έντεκα φορές μεγαλύτερη στη θάλασσα  απ' ό,τι στην ξηρά, η Κύπρος για να καλύψει τις ανάγκες της ασφάλειας επιβάλλεται να προχωρήσει σε στρατηγικές συμμαχίες και δη με την Ελλάδα και το Ισραήλ.

Σημαντικός είναι και ο ρόλος των ΗΠΑ, όπως και των χωρών των οποίων οι εταιρείες μπορούν να εμπλακούν στην εκμετάλλευση του φυσικού αερίου, ενόσω το κυπριακό πρόβλημα είναι άλυτο και η τουρκική απειλή υπαρκτή. Η εμπλοκή τους λειτουργεί ως μορφή αποτροπής. 4. Οι G-7, πρωτοστατούντων των ΗΠΑ, υποστηρίζουν όπως η Ρωσία σεβαστεί την κυριαρχία της Ουκρανίας και τερματίσει την υποστήριξή της στους αποσχιστές, καθώς και τη διοχέτευση όπλων προς αυτούς.

Και είναι το εν λόγω ζήτημα  ενδιαφέρον, υπό την έννοια ότι, εάν η Ρωσία, η οποία διέθετε στην Κριμαία νόμιμο γηγενή πληθυσμό, θα πρέπει, κατά τις ΗΠΑ και τους G-7, να υποστεί κυρώσεις για παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου, πόσω μάλλον η Τουρκία, η οποία μας φορτώνει με εποίκους, έχοντας πλέον σαφή στόχο την αλλαγή του δημογραφικού χαρακτήρα και τη μετατροπή μας σε μειονότητα.

Τα διλήμματα και η τουρκική ένταξη
 
ΕΧΟΥΜΕ μια ΕΕ η οποία προσπαθεί να βρει τα πόδια της, την ίδια στιγμή που το ΝΑΤΟ βάζει πιο βαθιά το πόδι του στην ασφάλεια της Ευρώπης. Και το ζητούμενο είναι αν η ΕΕ, με τα τόσα υφιστάμενα προβλήματα που έχει, θα θελήσει να προωθήσει την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας και ειδικότερα το θεσμικό καθεστώς της πλήρους ένταξης.

Και ως εκ τούτου, είναι πάντα επίκαιρο το ερώτημα: Εμβάθυνση, δηλαδή περισσότερη Ευρώπη και επίλυση πρώτα των προβλημάτων, ή διεύρυνση, η οποία, ειδικώς με την Τουρκία, θα προκαλέσει περισσότερους πονοκεφάλους. Και αυτό θα συμβεί κατά πάσα πιθανότητα, διότι το υφιστάμενο δίλημμα είναι εάν θα περάσουμε από μια γερμανική Ευρώπη σε μια ευρωπαϊκή Γερμανία, και το νέο ερώτημα θα είναι εάν θα έχουμε μια ευρωπαϊκή Τουρκία ή μια τουρκική Ευρώπη, αφού η Τουρκία, αν δεν θα είναι η πρώτη, θα είναι σίγουρα -σε περίπτωση ένταξης- η δεύτερη μετά από τη Γερμανία μεγαλύτερη χώρα στην ΕΕ, με ό,τι αυτό σημαίνει.

Υπό αυτές τις συνθήκες, γιατί η Τουρκία να μη θέλει την πλήρη ένταξη; Άρα, μπορεί να πει κάποιος ότι είναι προπέτασμα καπνού ο ισχυρισμός ότι η Άγκυρα δεν επιθυμεί να ενταχθεί στην ΕΕ. Απλώς θέλει να ενταχθεί με τους δικούς της όρους. Συνεπώς, το χαρτί της ΕΕ, δηλαδή του κόστους επί της Τουρκίας για να βοηθηθεί η λύση στο Κυπριακό, είναι ο δικός μας άσος!

Τον οποίο όμως φροντίζουμε να αχρηστεύουμε με τη λογική του καρότου, το οποίο καταβροχθίζει η Άγκυρα, το ένα μετά το άλλο, ανενόχλητη, αφού γνωρίζει ότι όχι μόνο μαστίγιο δεν έχουμε για να χρησιμοποιήσουμε, αλλά ούτε τους ευρωπαϊκούς άσους, δηλαδή τα μικρά βέτο, στην ενταξιακή της διαδικασία χρησιμοποιούμε επαρκώς, πράγμα που θα ήταν δυνατό να συμβεί σε συνεργασία με τη γερμανική για παράδειγμα δεξιά, ή με την Αυστρία, που δεν θέλουν την πλήρη ένταξη, ώστε να προκληθεί ζημιά στην Άγκυρα και να τηρήσει λογικότερη στάση.

Για να αυξηθεί το κόστος σε ένα αυταρχικό καθεστώς όπως αυτό του Ερντογάν, το οποίο, εάν συνεχίσει να προελαύνει ανενόχλητο, δεν θα έχει ως στόχο μόνο τη μετατροπή της Κύπρου σε  τουρκικό βιλαέτι, αλλά και της ίδιας Ευρώπης σε τουρκικό σουλτανάτο. Αυτά δεν  είναι υπερβολές, ο Νταβούτογλου τα αναλύει στο «στρατηγικό του βάθος», προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι η Δύση βρίσκεται σε παρακμή και ότι είναι η ώρα εν ολίγοις της Τουρκίας και του μοντέρνου Ισλάμ…

Τα βαρίδια της πενταετίας
 
Η ΕΥΡΩΠΗ συνεπώς αυτήν την πενταετία έχει μεγάλα βαρίδια ταυτότητας και συνοχής, που μας επηρεάζουν άμεσα. Και επιβάλλεται να αναλυθούν σε βάθος με εναλλακτικά σενάρια δράσης, από την Ουκρανία ώς τις σχέσεις εντός της ΕΕ, ποια Ευρώπη θέλουμε, ποιους συμμάχους έχουμε σε σχέση με το Κυπριακό και το φυσικό αέριο, και πώς θα βγούμε κι εμείς και η ΕΕ από την οικονομική κρίση το συντομότερον.

Και τα σοβαρά κράτη, όπως και οι Οργανισμοί, τα οποία δεν θέλουν να την «πατάνε» και να προλαβαίνουν τα χειρότερα, οφείλουν να εργάζονται στη βάση του «worst case scenario» (χειρότερου-απαισιόδοξου σεναρίου). Διότι και οι Ρεπουμπλικανοί, για παράδειγμα, προεκλογικά στις ΗΠΑ αναφέρονταν σε ρωσική απειλή, αλλά ο Ομπάμα τους έβγαζε τρελούς, όπως και στην περίπτωση τη δική μας, κατά την οποία το κούρεμα εθεωρείτο αδιανόητο, αλλά το υποστήκαμε. Και ακριβά μάλιστα!


Top