Απόψεις Γιάννος Χαραλαμπίδης Η εκδίκηση των S-300 και η αλλαγή των ισοζύγιων δυνάμεων

Η εκδίκηση των S-300 και η αλλαγή των ισοζύγιων δυνάμεων

Ο Γιάννος Χαραλαμπίδης είναι διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων και Πολιτικός Αναλυτής



Ο πόλεμος στη Συρία και η κρίση της Τουρκίας με τη Ρωσία προκαλούν γεωπολιτικές αλλαγές. Και το ερώτημα είναι εάν επηρεάζουν οι εξελίξεις αυτές την Κύπρο και πώς. Η εμπλοκή της Μόσχας στον πόλεμο της Συρίας ήταν αποτέλεσμα του κενού ασφαλείας, που δημιούργησε η αδυναμία των ΗΠΑ να τελειώσουν τον πόλεμο, η εμφάνιση και η απειλή της ISIS, η επανάκαμψη της Μόσχας διεθνώς και ο κίνδυνος πτώσης που διέτρεχε το καθεστώτος Άσαντ, γεγονός που θα είχε ως αποτέλεσμα να χάσει η Ρωσία τη Ναυτική Βάση της Ταρτούς, τη μοναδική που διαθέτει στη Μεσόγειο, καθώς και την αεροπορική Βάση της Λαττάκειας.

Η κατάρριψη του Σουχόι και τα αποτελέσματα

Η κατάρριψη του βομβαρδιστικού Su-24 από τουρκικό μαχητικό αεροσκάφος F-16 χαρακτηρίστηκε από τον Πρόεδρο Πούτιν ως πισώπλατη μαχαιριά. Και δεν ήταν καθόλου τυχαία η δήλωση αυτή, αφού με βάση το ηχητικό υλικό το οποίο έχει στα χέρια της η Μόσχα, η κατάρριψη του Su-24 έγινε 2 με 3 χιλιόμετρα εντός του συριακού εναέριου χώρου, οπότε και είχε παγιδευτεί από το τουρκικό F-16. Υπάρχει το ηχητικό υλικό, στο οποίο ο Τούρκος πιλότος αναφέρει, τη στιγμή που το Su-24 ήταν στον συριακό εναέριο χώρο, ότι το εγκλωβίζει σε επίπεδο «fire - 2», που σημαίνει ότι θα ήταν δυνατό να κτυπηθεί με πυρά θερμικής ακτινοβολίας. (Υπάρχουν τρία επίπεδα εγκλωβισμού: το «fire - 1» αφορά σε όπλα μακρού βεληνεκούς και το «Fire - 3», που αφορά σε όπλα μικρού βεληνεκούς - μυδράλια).

Το ηχητικό υλικό είναι υπόψη και του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, παρότι έχει δοθεί και από τους δύο Οργανισμούς στήριξη στην Τουρκία, με τον ισχυρισμό ότι υπήρξε παραβίαση του τουρκικού εναέριου χώρου. Παρότι το Su-24 είναι βομβαρδιστικό, δεν συνοδευόταν από άλλα αεροσκάφη κάλυψης, προφανώς επειδή οι Ρώσοι δεν ανέμεναν μια τέτοια τουρκική αντίδραση, η οποία δεν έγινε χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των ΗΠΑ. Οι Αμερικανοί θα ήταν δυνατό να ήθελαν την κατάρριψη του Su-24 για να πληγεί η αξιοπιστία της Μόσχας, η οποία σήκωνε κεφάλι στη Συρία και στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Βεβαίως, από την εξέλιξη αυτή προκύπτουν τα εξής θετικά και αρνητικά αποτελέσματα για κάθε δρώντα της κρίσης:

1. Η αύξηση της αποτρεπτικής αξιοπιστίας της Τουρκίας, η οποία είχε προειδοποιήσει από τις 6 Οκτωβρίου ότι θα καταρρίψει τα ρωσικά μαχητικά που θα πετούσαν εντός του εναέριού της χώρου.

2. Η Τουρκία απομακρύνεται από τη Ρωσία και στρέφεται προς τις ΗΠΑ, οι οποίες τής δίδουν κάλυψη μέσω ΝΑΤΟ. Το γεγονός αυτό λειτουργεί αποτρεπτικά και ως εκ τούτου η Ρωσία δεν αντιδρά με άμεσα στρατιωτικά αντίποινα. Διότι, δεν είχε πρόθεση να προχωρήσει σε πόλεμο με την Τουρκία και το ΝΑΤΟ. Στην ουσία δεν είχε πρόθεση να ξεκινήσει έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο, για ένα Su-24. Συνεπώς, δεν είναι η τουρκική στρατιωτική ισχύς από μόνη της που απέτρεψε τη σύγκρουση, αλλά η ισχύς του ΝΑΤΟ και δη των ΗΠΑ, καθώς και το μικρό για τη Ρωσία διακύβευμα του Su-24.

3. Οι Αμερικανοί δεν είναι κερδισμένοι μόνο επειδή απαγκιστρώνονται οι Τούρκοι από τους Ρώσους, αλλά και για άλλους δύο λόγους: Α. Οι Τούρκοι δεν δημιουργούν τη ζώνη ασφαλείας που ήθελαν εντός της Συρίας, για να αποτρέψουν τη δημιουργία κουρδικής οντότητας, όπως προσδοκούν να επιτύχουν οι Αμερικανοί με τη λύση του Συριακού, χωρίς επί τούτου να εναντιώνονται οι Ρώσοι. Τους οποίους στη συγκεκριμένη περίπτωση χρησιμοποίησαν οι ΗΠΑ για να αποτρέψουν τους Τούρκους. Β.

Παγώνει η κατασκευή τόσο του πυρηνικού σταθμού στο Άκκιουγιου, που τελεί υπό ρωσική επίβλεψη, καθώς και ο «Τουρκικός Αγωγός» (Turkish Stream). Αυτές είναι εξελίξεις που ευνοούν και τις ΗΠΑ, αλλά κυρίως τη Γερμανία. Διότι, η επιδίωξη του Βερολίνου είναι όπως κατασκευαστεί ο «Βόρειος Αγωγός ΙΙ» για να περάσει το ρωσικό φυσικό αέριο μετά την 1.1.2017 προς τη Γερμανία, η οποία θα καταστεί το ενεργειακό κέντρο της Ευρώπης, με αποτέλεσμα να προκληθούν νέες γεωπολιτικές εξελίξεις.

Οι S-400 και το νέο σκηνικό

Από την άλλη, η Τουρκία έχει απομακρυνθεί από τη Μόσχα με την οποία εξυπηρετεί μεγάλα οικονομικά και ενεργειακά συμφέροντα, ενώ η Άγκυρα χάνει το πλεονέκτημα να «παίζει» μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας. Ταυτοχρόνως:

1. Πλήττονται τα τουρκικά οικονομικά συμφέροντα από το ρωσικό εμπάργκο επί του τουρισμού και επί άλλων τομέων.

2. Η Ρωσία εγκαθιδρύει εντός του συριακού εδάφους το αντιπυραυλικό σύστημα των S-400, που διαθέτει πυραύλους εδάφους αέρος, με βεληνεκές από 400, 250, 120 και 40 χιλιόμετρα (αυτά τα στοιχεία είναι θεωρητικά, στην πράξη το βεληνεκές είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων), ενώ τα ραντάρ του έχουν ακτίνα 600 χιλιόμετρα με ταυτόχρονη σαρωτική ανίχνευση και στόχευση πολλαπλών στόχων.

Πάντως δεν έχει ανακοινωθεί ποιους πυραύλους έχουν στη διάθεσή τους οι Ρώσοι στη Συρία. Ούτως ή άλλως βέβαιο είναι ότι οι S-400 καλύπτουν ολόκληρη τη Συρία, τμήμα της Τουρκίας και δη τη Βάση του Ιντσιρλίκ, τμήμα του Ισραήλ και του Λιβάνου, καθώς και την Κύπρο και δη τις Βρετανικές Βάσεις. Εκ των πραγμάτων, οι S-400 συνιστούν στρατηγικό όπλο που μπορεί να επιβάλει απαγορευμένες ζώνες πτήσεων.

Σήμερα οι ΗΠΑ και η Βρετανία αποδέχονται de-facto τις αλλαγές, και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό που θα επέρχονταν στην περιοχή, εάν το 1988 ή το 1999 εγκαθίσταντο στην Κύπρο οι S-300. Είναι ως μια εκδίκηση των S-300 από τον νεότερο αδελφό τους, δηλαδή το αντιπυραυλικό σύστημα S-400, διά του οποίου αλλάζουν τα ισοζύγια δυνάμεων στην περιοχή.

Η εξέλιξη αυτή προκαλεί ανησυχία και στο Ισραήλ, που παρακολουθεί διακριτικά, ενώ είναι αντίθετη με τα συμφέροντα της Βρετανίας και των ΗΠΑ. Για τους Αμερικανούς ενδεχομένως να υπάρχει και η θετική όψη του νομίσματος. Διότι, όσο αυξάνεται η ρωσική απειλή τόσο πιο αναγκαίοι είναι οι Αμερικανοί για τις χώρες που έχουν συμφέροντα στην περιοχή, και οι οποίες θεωρούν την παρουσία της Μόσχας ως απειλή. Πάντως, τόσο η Βρετανία όσο και οι ΗΠΑ συμβιβάζονται με τα νέα δεδομένα.

Και αλλάζουν το δόγμα που είχαν εφαρμόσει λόγω Κριμαίας για την απομόνωση της Ρωσίας. Μετά την πρόσφατη συνάντηση του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών Τζον Κέρι με τον Ρώσο ομόλογό του Σεργκέι Λαβρόφ, ο πρώτος τόνισε ότι δεν τίθεται πλέον ζήτημα απομόνωσης της Ρωσίας, καθώς και ότι οι δύο χώρες θα εργαστούν για την επίλυση του Συριακού και την καταπολέμηση της ISIS. Υπό αυτές τις συνθήκες πλήττεται η τουρκική πολιτική, διότι το ζήτημα της επίλυσης του Συριακού περνά σε επίπεδο Μεγάλων Δυνάμεων, με τις περιφερειακές, όπως είναι η Τουρκία, να έχουν δευτερεύοντα ρόλο.

Μάλιστα, η Άγκυρα δεν φαίνεται να επιτυγχάνει αυτό που ήθελε. Δηλαδή να ελέγχει το νέο καθεστώτος στη Συρία, αποδίδοντάς του καθεστώς δορυφόρου. Το ερώτημα πλέον για την Άγκυρα είναι εάν θα καταφέρει να αποτρέψει τη δημιουργία κουρδικής ζώνης και όχι εάν θα κυριαρχήσει επί της Συρίας.

Ο περιορισμός του τουρκικού ζωτικού χώρου

Επειδή, λοιπόν, η Ρωσία δέχθηκε, κατά τον ισχυρισμό Πούτιν, πισώπλατη μαχαιριά, με την εγκατάσταση των S-400, το σκηνικό στην περιοχή αλλάζει. Οι Ρώσοι δεσμεύουν εκ των πραγμάτων εναέριους χώρους και τα τουρκικά μαχητικά δεν πετούν παρά μόνο σε απόσταση 15 χιλιομέτρων από τα σύνορά τους! Ταυτοχρόνως, η Μόσχα είχε αμέσως μετά την κατάρριψη του Su-24 δεσμεύσει μεγάλη περιοχή πλησίον της Καρπασίας για αεροναυτικές ασκήσεις και επιχειρήσεις, περιορίζοντας σημαντικά τη δράση της Τουρκίας.

Η οποία, πέραν των ρητορικών μεγαλοστομιών, ουδόλως θα ήθελε να ρίξει λάδι στη φωτιά. Διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε επιδείνωση της κρίσης, ακόμη και πόλεμο, τον οποίο δεν εγκρίνουν ούτε οι ΗΠΑ ούτε τα ευρωπαϊκά κράτη. Ο περιορισμός της δράσης των τουρκικών μαχητικών οφείλεται και σε έναν άλλο λόγο. Στην εμπλοκή στις επιχειρήσεις κατά της ISIS και άλλων χωρών, όπως η Βρετανία και η Γαλλία, ενώ στην περιοχή πετούν και τα ισραηλινά μαχητικά.

Η Μόσχα ζητά επί μακρόν διευκολύνσεις από τη Λευκωσία, κάποιες εκ των οποίων σκοντάφτουν στα βρετανικά και αμερικανικά βέτο. Επί του παρόντος, η Κυβέρνηση μπορεί να παρέχει προς τη Ρωσία τις διευκολύνσεις εκείνες που προσφέρει και σε άλλες χώρες, όπως είναι η Γαλλία ή και οι ΗΠΑ. Δηλαδή τη στάθμευση μεταγωγικών αεροσκαφών, τη χρήση του εναέριού της χώρου, καθώς και τη μετατροπή της σε διαμετακομιστικό σταθμό, οπότε θα χρειαστεί η ενεργοποίηση και χρήση της Βάσης Ανδρέας Παπανδρέου. Αυτό σημαίνει ότι θα εδρεύουν και ρωσικά στρατεύματα, όπως έγινε το 2006 στην κρίση του Λιβάνου με τους Γάλλους και τους Γερμανούς. Μεγάλη συζήτηση γίνεται για τη στάθμευση ρωσικών μαχητικών.

Η Βάση Α. Παπανδρέου και η Λαττάκεια

Το ζήτημα αυτό είναι στρατηγικής σημασίας και μια τέτοια απόφαση θα πρέπει να ληφθεί με βάση την πολιτική, που η Λευκωσία και η Μόσχα θα εφαρμόσουν στην περιοχή. Συνεπώς, έχουμε το επιχειρησιακό και το στρατηγικό σκέλος, που είναι αλληλένδετα μεταξύ τους. Στο επιχειρησιακό, εφόσον οι Ρώσοι δρουν από τη Βάση της Λαττάκειας, από συριακό δηλαδή έδαφος, θα μπορούσαν να έχουν τη Βάση Ανδρέας Παπανδρέου ως εναλλακτική επιλογή, και ειδικότερα στην περίπτωση που η Βάση της Λαττάκειας θα ήταν εξόχως ευάλωτη στην ISIS και δη εντός του βεληνεκούς των όλμων και του πυροβολικού της. Ή θα ήταν ευάλωτη από τη δράση των τζιχαντιστών. Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση του Ισραήλ.

Η Βάση Ανδρέας Παπανδρέου θα ήταν δυνατό να συνιστά εναλλακτική επιλογή της Ισραηλινής Πολεμικής Αεροπορίας. Και στις δύο περιπτώσεις, πράγμα που είναι ήδη εμφανές, περιορίζεται ο τουρκικός ζωτικός χώρος και η δράση της Τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας. Άλλωστε, με την παρουσία των S-400 αλλάζουν τα ισοζύγια δυνάμεων. Και εμείς, ενώ βρισκόμαστε στο κέντρο των εξελίξεων, είμαστε ουσιαστικά απόντες.

Βεβαίως, σε στρατηγικό επίπεδο είναι λογικό και σοφό να λαμβάνει κανείς υπόψη τις αντιδράσεις και του Λονδίνου και της Ουάσιγκτον, καθώς και του ΝΑΤΟ, που διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην περιοχή. Η αντι-νατοϊκή λογική είναι σύμμαχος της τουρκικής πολιτικής, που θέλει να ελέγχει την περιοχή μέσω της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, αφήνοντας την Κύπρο εκτός. Ταυτοχρόνως, δεν διευκολύνει τη στροφή προς τη Μόσχα. Διότι, όπως πολλάκις έχουμε επισημάνει, μια προσπάθεια ένταξης στο ΝΑΤΟ και ένα «όχι» από την Τουρκία, τη Βρετανία, ακόμη και από τις ΗΠΑ, νομιμοποιεί τη στροφή προς τη Μόσχα. Θέτει τη Δύση προ διλημμάτων που δεν υπάρχουν σήμερα, επειδή θεωρούν την κυπριακή Κυβέρνηση δεδομένη. Με παρωπίδες. Το συναφές ερώτημα είναι εάν η Μόσχα θέλει και σε ποιο βαθμό την εμπλοκή της στην Κύπρο.

Επιχειρησιακά, διπλωματικά και στρατηγικά, η στροφή προς τη Μόσχα και το Ισραήλ, επί τη βάσει σύγκλισης συμφερόντων και υπό το βάρος της κοινής τουρκικής απειλής που όλοι αντιμετωπίζουν, βοηθά δραματικά στην αλλαγή των ισοζύγιων δυνάμεων και στον καθορισμό εναλλακτικής στρατηγικής, που θα αποτρέπει τη γεωπολιτική κυριαρχία της Άγκυρας στην περιοχή, η οποία θα προκύψει μέσω μιας ομοσπονδιακής λύσης, όπως ανέκαθεν ήταν ο στόχος της Τουρκίας και της Βρετανίας. Και ταυτοχρόνως, μέσω της αλλαγής των ισοζύγιων δυνάμεων, δημιουργούνται συνθήκες για δημοκρατική και βιώσιμη λύση.

Εναλλακτικές επιλογές σε νέο σκηνικό

Το ερώτημα, λοιπόν, που πρέπει να τεθεί προς τη Μόσχα και το Τελ Αβίβ είναι εάν θα συναινέσουν σε μια ομοσπονδία, διά της οποίας θα βάλουν την Τουρκία στο παιχνίδι και, μάλιστα, κατά τρόπο ενισχυμένο, κάτι που είναι αντίθετο με τα συμφέροντά τους και τους κανόνες ισχύος. Διότι, ούτε η Ρωσία ούτε το Ισραήλ θα ήθελαν να δουν την Τουρκία να ενισχύεται και να καθίσταται περιφερειακή δύναμη, που θα κλείνει τον γεωπολιτικό δρόμο του Ισραήλ προς την Ευρώπη μέσω Κύπρου ή θα τον θέτει την οδό αυτή υπό την εξάρτηση της Τουρκίας, αναβαθμίζοντας, ταυτοχρόνως, τον ρόλο της Άγκυρας σε μια περιοχή όπου η Ρωσία θέλει να έχει αναβαθμισμένο ρόλο.

Το ζητούμενο δεν είναι μόνο εάν θέλει η Μόσχα, αλλά εάν η Λευκωσία έχει πρόθεση και αν μπορεί να παίξει στη νέα σκακιέρα, με απώτερο στόχο τον απεγκλωβισμό της από τις βρετανικές και τουρκικές επιδιώξεις. Προσοχή, διότι εάν η όποια συμμαχία με τη Μόσχα και το Τελ Αβίβ δεν έχει στρατηγικό χαρακτήρα και σύγκλιση, καθώς και δέσιμο συμφερόντων, ή δεν θα προκύψει ποτέ ή εάν προκύψει θα καταλήξει σε μπούμερανγκ, όπως συνέβη με τη Ρωσία τη δεκαετία του '60 και του '70.

Τι σημαίνει στρατηγική, μεταξύ άλλων, συμμαχία; Ότι μέσα από τη διαδικασία αυτή θα πεισθούν και οι ΗΠΑ, όπως συνέβη και στη Συρία, να αποδεχθούν τη Μόσχα ως ισότιμο διαμεσολαβητή και να αντιληφθεί η Δύση γενικότερα το αυτονόητο: Ότι δηλαδή η ομοσπονδία δεν είναι ούτε προς το συμφέρον της Μόσχας ούτε προς το συμφέρον του Ισραήλ, αλλά ούτε και προς το συμφέρον των ΗΠΑ και της ΕΕ. Διότι, μια ομοσπονδία στην Κύπρο είναι πολύ πιθανό να αυξήσει τη διαμάχη Τουρκίας - Ισραήλ και να δημιουργήσει συνθήκες αντίθετες με εκείνες της ασφάλειας, τις οποίες η Ουάσιγκτον προσδοκά να επιβάλει στην περιοχή.

Και, ταυτοχρόνως, να αποτελέσει μια μόνιμη αντιπαράθεση μεταξύ Δύσης και Ρωσίας λόγω της τουρκικής επεκτατικής πολιτικής. Το πολιτικό, δε, αξίωμα για το Κυπριακό έχει ως εξής: Μια φόρμουλα βιώσιμης πολιτειακής λύσης επικεντρώνεται στη μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως είπε ορθά ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, κατά τρόπον ώστε να βελτιωθούν τα κακώς έχοντα της Ζυρίχης, μέσα από την πλήρη εφαρμογή των δημοκρατικών αρχών και αξιών της ΕΕ, και την απαλλαγή της νήσου από την κατοχή.

Όμως, η ομοσπονδία, την οποία η Κυβέρνηση διαπραγματεύεται, οδηγεί στο αντίθετο αποτέλεσμα, αφού νομιμοποιεί τον γεωγραφικό, διοικητικό και πληθυσμιακό διαχωρισμό της Κύπρου, δηλαδή τα διχοτομικά τετελεσμένα της εισβολής, ενώ ενισχύει τον ρόλο της Τουρκίας ως περιφερειακής δύναμης, ακρωτηριάζει στοιχειώδεις δημοκρατικές αρχές και αξίες και εμφανίζει ως «θεραπευτική αγωγή» όλων αυτών των αποκλίσεων το πρωτογενές δίκαιο. Δηλαδή τη διάλυση του υφιστάμενου νόμιμου ενιαίου κράτους και τη νομιμοποίηση ενός συνεταιρισμού μεταξύ του ψευδοκράτους με τις ελεύθερες περιοχές, στη λογική δύο χωριστών, όπως διευκρινίζουν Τσαβούσογλου και Ακιντζί, ιδρυτικών κρατών.

Το διεθνές σύστημα δεν είναι στατικό. Γεωπολιτικές αλλαγές βρίσκονται σε εξέλιξη στην περιοχή μας και τα ισοζύγια δυνάμεων αλλάζουν, ενώ εναλλακτικές επιλογές στρατηγικής και λύσης γεννώνται και υπάρχουν, φτάνει η ηγεσία μας να θέλει να τις δει. Και να μην κλείνει τα μάτια της, δίνοντας το μήνυμα ότι είναι απούσα. Ότι είναι ήδη εκλιπούσα…


Top