Απόψεις Γιάννος Χαραλαμπίδης Ποιοι, πώς και γιατί «έκαψαν» τη Βάση Ανδρέας Παπανδρέου

Ποιοι, πώς και γιατί «έκαψαν» τη Βάση Ανδρέας Παπανδρέου

Ο Γιάννος Χαραλαμπίδης είναι διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων και Πολιτικός Αναλυτής



«Εφόσον η Δύση και η Τουρκία λένε όχι στη συμμετοχή μας στο PfP και στην ένταξή μας στο ΝΑΤΟ, ως αλλαγή των ισοζύγιων δυνάμεων, θα έπρεπε να είχαμε ήδη εναλλακτική στρατηγική, επί τη βάσει της οποίας θα ήταν δικαιολογημένη η παραχώρηση διευκολύνσεων προς τους Ρώσους στη Βάση Ανδρέας Παπανδρέου, καθώς και στους Ισραηλινούς, καθότι όλοι μαζί πολεμούμε εναντίον της ISIS και της τρομοκρατίας. Κανείς δεν είναι βέβαιος ότι πράττει το ίδιο και η Τουρκία»!

Υπό τη σκιά της ρωσοτουρκικής κρίσης και της κλιμάκωσης των τρομοκρατικών δράσεων της ISIS, καθώς και της διάχυσής τους πέραν του πεδίου της μάχης στη Συρία και στο Ιράκ, καθώς και στη Μέση Ανατολή, το Βρετανικό Κοινοβούλιο έδωσε το πράσινο φως για τη διενέργεια στρατιωτικών επιχειρήσεων. Οι Βρετανοί δεν έχουν άλλη στρατηγική επιλογή παρά μόνο αυτήν της Κύπρου. Εξού και το γεγονός ότι από τις πρώτες πρωινές ώρες της 3ης Δεκεμβρίου επιχειρούν από τις Βάσεις τους στη Δεκέλεια σε βάρος της ISIS, με μαχητικά αεροσκάφη.

Το φιάσκο με τη Βάση Α. Παπανδρέου

Η πραγματικότητα αυτή είναι συναφής με την πολιτική της Λευκωσίας και τα στρατηγικά της ελλείμματα, που την καθιστούν παίκτη κομπάρσο, αντί αξιόπιστο εταίρο. Τα πάντα, βεβαίως, έχουν την εξήγησή τους.

Πρώτον, πριν από ενάμιση περίπου χρόνο, οι Γάλλοι, κατόπιν συνεννόησης με τον Υπουργό Εξωτερικών Ι. Κασουλίδη ζήτησαν από τη Λευκωσία όπως τους παράσχει διευκολύνσεις στη βάση Ανδρέας Παπανδρέου, λόγω της κρίσης στη Συρία. Όμως, ο Υπουργός Άμυνας Χριστόφοφος Φωκαΐδης είπε στους Γάλλους ότι οι διευκολύνσεις δεν μπορούσαν να δοθούν, διότι πλησίον του στρατιωτικού, υπήρχε πολιτικό αεροδρόμιο και, ως εκ τούτου, θα προέκυπτε πρόβλημα και δη με τον τουρισμό.

Ο κ. Κασουλίδης έμεινε εκ των πραγμάτων εκτεθειμένος. Το ίδιο, όμως, συνέβη και με τον κ. Φωκαΐδη, διότι οι Γάλλοι έμειναν άφωνοι από την απάντηση και τα επιχειρήματα του Κύπριου Υπουργού Άμυνας. Και διερωτήθηκαν, όπως μας μεταφέρθηκε, για το εξής: «Είναι το μοναδικό στρατιωτικό αεροδρόμιο στον κόσμο που συνυπάρχει με πολιτικό»; Δεύτερον, προ ολίγων ημερών, είπε δημόσια ο κ. Κασουλίδης ότι εάν οι Γάλλοι μάς ζητούσαν διευκολύνσεις θα συζητήσουμε επί τούτου. Μα αφού το είχαν πράξει προ καιρού, αλλά ο Υπουργός Άμυνας τούς έκλεισε την πόρτα. Και, ως εκ τούτου, εστάλησαν στην αγκαλιά των Εγγλέζων, δηλαδή στις Βάσεις τους.

Και εμείς μείναμε εκτός παιχνιδιού! Πολύ δε, φοβούμαστε ότι ούτε καν τη συγκατάθεσή μας δεν ζήτησαν, όπως οι Βρετανοί οφείλουν, με βάση το Σύνταγμα, για τις ενέργειές τους. Ή απλώς ήταν μια τυπική διαδικασία. Και το τονίζουμε αυτό διότι η κυριαρχία τους δεν είναι κρατική, αλλά συμβατική. Αρχίζει και τελειώνει το εύρος της επί τη βάσει των Συνθηκών και ουδόλως είναι αυθύπαρκτη και απεριόριστη. Τρίτον, οι Ισραηλινοί μάς ζήτησαν διευκολύνσεις στα ραντάρ του Τροόδους και συνεργασία σε διάφορα θέματα, κυρίως για να ελέγχουν από εκεί τη Συρία.

Όμως η Λευκωσία, κατόπιν παρέμβασης των Βρετανών, που δεν ήθελαν τους Ισραηλινούς στα πόδια τους, και την Κύπρο υπό τον δικό τους έλεγχο, για να την έχουν γεωστρατηγικό τους τσιφλίκι, έβαλαν βέτο στην Κυβέρνηση, η οποία ως συνήθως υπέκυψε στα βασικά. Συναφής είναι ακόμη μια πρόταση των Ισραηλινών: Να έχουν τη βάση Ανδρέας Παπανδρέου ως εναλλακτική επιλογή, σε περίπτωση που κτυπηθούν δικές τους εγκαταστάσεις. Και επί τούτου η απάντηση ήταν όχι. Κατά τα άλλα, γίνεται δημόσια λόγος για συνεργασία ή ακόμη και για συμμαχία με το Ισραήλ.

Αν μη τι άλλο, στην περίπτωση της συμμαχίας με το Ισραήλ, εάν αυτή γινόταν πράξη, θα είχαμε μια ομπρέλα προστασίας, σε αντίθεση με την παρούσα φάση, κατά την οποία εμείς παρέχουμε προστασία προς τους Βρετανούς, σε περίπτωση πυραυλικής επίθεσης μέσω του ρωσικού αντιπυραυλικού Συστήματος Buk (Είναι η δεύτερη από τις τρεις γραμμές αεράμυνας των S-300, που βρίσκονται παροπλισμένοι στην Κρήτη. Η πρώτη είναι αυτή των TOR M1).

Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχουν προστασία μέσω των πολεμικών πλοίων που βρίσκονται στην περιοχή. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων θα επισημάνουμε το εξής: Καμιά ψευδαίσθηση δεν υπάρχει ότι μπορεί να σωθείς από τρίτους συμμάχους, εάν εσύ δεν θέλεις να σώσεις τον εαυτό σου. Τέταρτον, πριν από τον Σεπτέμβριο του 2013 οι Ρώσοι ζητούσαν διευκολύνσεις στη Βάση Ανδρέας Παπανδρέου από τη Λευκωσία. Αίτημα για διευκολύνσεις υπεβλήθη και από τις ΗΠΑ.

Είτε ο τότε Υπουργός Άμυνας Φώτης Φωτίου είτε συνεργάτες του άφησαν να διαρρεύσει στον Τύπο η πληροφορία περί ρωσικού ενδιαφέροντος για τη Βάση Ανδρέας Παπανδρέου, με αποτέλεσμα να σημάνει συναγερμός, Σάββατο μέρα, στο Υπουργείο Εξωτερικών, με αμφότερους του Ρώσους και τους Αμερικανούς να μας κατηγορούν για ασυνέπεια και μη σοβαρότητα, διότι θεώρησαν, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, ότι η κίνηση αυτή είχε ως στόχο να πλήξει και τους μεν και τους δε. Τελικώς, ζημιωμένοι δεν βγήκαν ούτε οι Ρώσοι ούτε οι Αμερικανοί, αλλά εμείς.

Ελλείμματα πολιτικής

Υπό αυτές τις συνθήκες διαπιστώνουμε τα εξής:

Πρώτον, έχουμε έναν υπουργό Άμυνας και έναν Υπουργό Εξωτερικών, που αφενός δεν μπορούν να συντονιστούν μεταξύ τους, αφετέρου δεν μπορούν να διαγνώσουν στοιχειωδώς και να αναλύσουν τις εξελίξεις στην περιοχή. Και εφόσον δεν μπορούν να διαγνώσουν και να αναλύσουν ορθά τις εξελίξεις δεν μπορούν να υιοθετήσουν ούτε ορθή και επαρκή εξωτερική πολιτική και άμυνα, αλλά ούτε να καθορίσουν το εθνικό συμφέρον.

Πόσω μάλλον να το διεκδικήσουν. Δεύτερον, παραπλανούν και παραπληροφορούν την κοινή γνώμη για να καλύψουν τις αδυναμίες τους. Πώς αλλιώς μπορούν να ερμηνευθούν οι δηλώσεις Κασουλίδη, ότι αν μας ζητήσουν τη Βάση οι Γάλλοι θα συζητήσουμε, ενώ γνωρίζει ότι ένα τέτοιο αίτημα έχει ήδη τεθεί και το έχουμε απορρίψει; Τι περίμενε ο Κύπριος ΥπΕξ; Ότι θα μας παρακαλούν οι Γάλλοι εσαεί; Έχει κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια. Και μάλιστα αγγλικές.

Κάποιος, δε, θα μπορούσε να ισχυριστεί, ειδικώς στην παρούσα φάση, ότι ηθελημένα η Λευκωσία έστειλε τους Γάλλους στις Βρετανικές Βάσεις, για να εξευμενίσει το Λονδίνο και για να δείξει καλή διαγωγή. Ή ότι το Λονδίνο υπέδειξε στη Λευκωσία πώς να ενεργήσει. Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο. Συνεπώς, δεν είναι παράλογο. Το έπραξε η Κυβέρνηση και με τους Ισραηλινούς, το έκανε και στο θέμα της συμμετοχής της Κύπρου στον Συνεταιρισμό για την Ειρήνη (PfP). Θυμάται ο καθείς εξ ημών ότι η ένταξη στο πρόγραμμα του PfP συνιστούσε προτεραιότητα της Κυβέρνησης και δη των Υπουργών Εξωτερικών και Άμυνας.

Μάλιστα είχαν σταλεί και μηνύματα προς τους Ευρωβουλευτές, Κύπριους, Ελλαδίτες και ξένους, όπως περιληφθεί στις εκθέσεις Κοππά και Μπροκ η ένταξη της Κύπρου στον PfP, για να τεθεί το θέμα εν συνεχεία, τον Δεκέμβριο του 2013, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ή και αργότερα. Και ενώ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο οι αποστολές εξετελέσθησαν, κατόπιν δύο τηλεφωνημάτων, ένα από τους Βρετανούς και ένα από τους Αμερικανούς, ο φάκελος PfP και ΝΑΤΟ μπήκαν στο ράφι, επειδή δεν το θέλει η Τουρκία.

Και δεν θέλει μια τέτοια εξέλιξη, διότι την πάτησε με την ένταξή μας στην ΕΕ και, ως εκ τούτου, δεν είναι διατεθειμένη να δει την Κύπρο είτε στον PfP είτε στο ΝΑΤΟ. Διότι θεωρεί ότι εάν συμβεί κάτι τέτοιο, θα χάσει τον γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό έλεγχο της περιοχής, επί του οποίου ασκούν με τους Βρετανούς, μέσω Κύπρου, σχέση κυρίαρχη. Και εισπράττουν πάνω στη δική μας πλάτη, χρησιμοποιώντας τα δικά μας κυριαρχικά δικαιώματα, στο έδαφος, στον αέρα και στη θάλασσα, ανταλλάγματα, τα οποία θα ήταν δυνατό να αποκομίζαμε εμείς, αντί η Άγκυρα και η Βρετανία, από τις ΗΠΑ, εάν όμως ξέραμε τι θέλαμε.

Βεβαίως, θα ήταν δυνατό να παίρναμε ανταλλάγματα:

1. Εάν η Κύπρος ήταν στον PfP ή στο ΝΑΤΟ.

2. Εάν προχωρούσε σε στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ για να καλύψει τα νώτα της και για να έχει αυξημένη αποτρεπτική ικανότητα.

3. Εάν αποφάσιζε να οικοδομήσει αξιόπιστες ένοπλες δυνάμεις.

Για να μπορέσει κάποιος να προχωρήσει και να εφαρμόσει αυτονόητες στρατηγικές θα πρέπει να είναι σε θέση να αντιληφθεί το απλούστερο δίδαγμα της Ρεαλιστικής Σχολής Σκέψης: Ότι δηλαδή το κράτος έχει μια βασική διπλή αποστολή: Την εσωτερική και εξωτερική του ασφάλεια. Την προστασία των συνόρων του από εξωτερικές απειλές, που εξελίσσονται σε εσωτερικές. Αλλά και κάτι άλλο: Προτού το κράτος προχωρήσει σε συμμαχίες, είτε για να επεκταθεί είτε για να επιβιώσει, οφείλει να έχει επαρκή αυτοάμυνα. Αλλιώς, δεν λαμβάνεται υπόψη.

ΝΑΤΟ, Ρωσία, ΕΕ και Κύπρος

Βεβαίως, θα ισχυριστεί ορθά κάποιος τρία πράγματα:

1. Καλά και με τη Ρωσία, η οποία μάς στηρίζει, τι γίνεται, εάν μπαίναμε ή αν μπούμε στο ΝΑΤΟ;

2. Ακόμη και αν κάναμε ή κάνουμε αίτηση θα ασκήσει βέτο η Τουρκία;

3. Γιατί δεν παραχωρούμε τη Βάση Ανδρέας Παπανδρέου στη Ρωσία;

Είναι απολύτως λογικά τα ερωτήματα. Και επιδέχονται σαφείς απαντήσεις:

Πρώτον, η Κύπρος είναι ήδη ΝΑΤΟ μέσω και μόνο των Βάσεων. Και εφόσον εμείς είμαστε εκτός, τα οφέλη πάνε στη Βρετανία και στην κατοχική Τουρκία, που είναι χώρες ΝΑΤΟϊκές.

Δεύτερον, το γεγονός ότι είμαστε στην ΕΕ δεν μας αφαιρεί το δικαίωμα να έχουμε άριστες σχέσεις με τη Μόσχα. Το ίδιο ισχύει και για το ΝΑΤΟ. Εάν στην κρίση μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ από τη μια και Ρωσίας από την άλλη επί του θέματος της Κριμαίας είχαμε ευφυή και ικανή εξωτερική πολιτική, θα ήταν δυνατό, ως κράτος-μέλος της ΕΕ, να είχαμε διαδραματίσει πρωταγωνιστικό διαμεσολαβητικό ρόλο με ανταλλάγματα στο Κυπριακό και στην οικονομία. Και από τους μεν και από τους δε. Φτάνει να είχαμε ταυτοχρόνως ξεκάθαρους στόχους. Πόσω μάλλον εάν ήμασταν και κράτος-μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.

Οι δυνατότητές μας θα ήταν μεγαλύτερες. Εάν δεν είχαμε αυτό τον ρόλο στην ΕΕ δεν σημαίνει ότι δεν θα έπρεπε να ενταχθούμε στην ΕΕ. Υποθετικά λοιπόν ομιλούντες: Εάν φύγουμε από την ΕΕ, επειδή εξευμενίζει σήμερα την Τουρκία ποιος θα πανηγυρίζει; Η Τουρκία. Και αν μπούμε εκτός από την ΕΕ και στο ΝΑΤΟ ποιος θα διαμαρτύρεται; Και πάλιν η Τουρκία. Και κάτι άλλο: Δεν θα πρέπει να μπούμε στην ΕΕ, επειδή έχουμε καλές σχέσεις με τη Ρωσία ή επειδή η ΕΕ θέλει να έχει και καλές σχέσεις με την Άγκυρα;

Ο λόγος για τον οποίο η Τουρκία δεν μας θέλει στο ΝΑΤΟ είναι απλός: Διότι θέλει να μας έχει αποδυναμωμένους και υπό τον έλεγχό της. Πριν από και μετά τη λύση. Λογικό πάντως είναι ότι η Ρωσία θα ήθελε να είχε μια πιο ενεργή σύμμαχο στην ΕΕ. Όχι μόνο δεν την είχε, αλλά η Λευκωσία δεν κατάφερε να εξυπηρετήσει τα δικά μας συμφέροντα ζητώντας, για παράδειγμα, κυρώσεις επί της Τουρκίας εξ αφορμής εκείνων που επέβαλε η ΕΕ στη Μόσχα για την κατοχή της Κριμαίας.

Και οι όποιες κυρώσεις θα μπορούσαν να ζητηθούν, με το επιχείρημα ότι συνεχίζεται η κατοχή στην Κύπρο και ότι η Άγκυρα δεν εκπληρώνει τις ενταξιακές της υποχρεώσεις, όπως είναι η άρση του εμπάργκο σε βάρος των πλοίων και των αεροσκαφών μας και η άρνηση της Τουρκίας να αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία, όπως προνοεί η αντιδήλωση της 21ης Σεπτεμβρίου του 2005. Η Κυβέρνηση όχι μόνο δεν διεκδίκησε, αλλά πλήρωσε ζημιές που προκύπτουν από τις κυρώσεις της Ρωσίας επί των κρατών-μελών της ΕΕ, και την περασμένη βδομάδα στη Σύνοδο της 27ης Νοεμβρίου, παρότι κράτος υπό κατοχή -που έχει πρόσφυγες στην ίδια τους την πατρίδα- στήριξε την παροχή βοήθειας προς την Τουρκία, ύψους 3 δις ευρώ, και το άνοιγμα του κεφαλαίου 17 για την οικονομία και τη νομισματική πολιτική. Ερώτημα: Φταίει η ΕΕ ή εμείς;

Συναφώς, τονίζουμε το παράδειγμα της Γερμανίας, η οποία είναι στην ΕΕ, είναι και στο ΝΑΤΟ, και ταυτοχρόνως επιβάλλει κυρώσεις στη Ρωσία, αλλά ετοιμάζεται να οικοδομήσει με τη Μόσχα ενεργειακή συμμαχία, για να γίνει μέσω των «Βόρειων Αγωγών Ένα και Δύο» (North Stream), το ενεργειακό κέντρο του φυσικού αερίου στην Ευρώπη, αλλάζοντας τα γεωπολιτικά δεδομένα. Εκεί όπου τα συμφέροντα το επιβάλλουν η Μόσχα δεν θεωρεί εχθρό της τη Γερμανία και αντίστροφα, ασχέτως εάν είναι στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ. Ασχέτως εάν τώρα επιβάλλει ο ένας στον άλλον κυρώσεις, όπως συμβαίνει μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας.

Και αίτηση στο ΝΑΤΟ και τουρκικό βέτο

Τρίτο, εάν είχαμε στο μυαλό μας να στραφούμε προς τη Μόσχα, για παράδειγμα, και να δώσουμε τη Βάση Ανδρέας Παπανδρέου, επειδή εκτιμούσαμε ότι επί τη βάσει μιας στρατηγικής συμμαχίας θα είχαμε περισσότερη ασφάλεια και θα αλλάζαμε τα ισοζύγια δυνάμεων και τη βάση λύσης του Κυπριακού, λογικό είναι να ενεργούσαμε με έξυπνο τρόπο. Που σημαίνει ότι θα έπρεπε να επιδιώκαμε και την αίτηση ένταξης στο ΝΑΤΟ και το τουρκικό βέτο! Διότι το τουρκικό βέτο θα ήταν το άλλοθι για την όποια στροφή μας προς τη Μόσχα. Αλλά ακόμη και αν εμείς θέλαμε ή θέλουμε, η Ρωσία θέλει; Και αν θέλει, μέχρι ποιου σημείου; Επί τούτου θα πρέπει να λάβουμε και κάτι άλλο υπόψη.

Πώς θα αντιδράσουν οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί; Θα διακινδυνέψει σήμερα η Μόσχα την κλιμάκωση της σχέσης της με το ΝΑΤΟ για μια Βάση στην Κύπρο; Εάν θα στραφούμε προς τη Μόσχα για να συνεχίσουμε τη «διεκδίκηση» μιας ομοσπονδιακής λύσης, δεν έχει νόημα. Είναι η ίδια ιστορία με την ΕΕ. Αντί να χρησιμοποιηθεί η ΕΕ για τη δημοκρατική λύση και την ανατροπή των τετελεσμένων της εισβολής γίνεται προσπάθεια νομιμοποίησής τους μέσω των αποκλίσεων από το κεκτημένο και μέσω της εφαρμογής του πρωτογενούς δικαίου.

Η σημασία της στροφής και ο «παράδεισος» του Κέρι

Συνεπώς, μια τέτοια στρατηγική στροφή θα πρέπει να λάβει υπόψη όλες τις παραμέτρους. Για να μην γίνουμε τελικά όπως είμαστε σήμερα αναλώσιμοι, άλλοτε των Ρώσων και άλλοτε των Δυτικών. Χωρίς αλλαγή στόχου στο Κυπριακό, που σημαίνει τη διάσωση της Κυπριακής Δημοκρατίας και την απαγκίστρωση από μια διχοτομική ομοσπονδία, γιατί να μπούμε σε περιπέτεια; Δείτε τι έπαθε ο Κ. Καραμανλής με τη στροφή του προς τη Μόσχα και τον αγωγό Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη.

Προέβη σε μια κίνηση χωρίς στρατηγικό βάθος και όταν κινήθηκαν οι Αμερικανοί εναντίον του δεν είχε στήριξη από τη Μόσχα και έμεινε μετέωρος. Για να προχωρήσει ένα κράτος σε τέτοιες στροφές, δηλαδή προς τη Ρωσία, θα πρέπει να έχει συγκροτημένη στρατηγική και τόσο η Κυβέρνηση όσο και το Εθνικό Συμβούλιο θα έπρεπε να είχαν ήδη απαντήσει στα εξής συναφή ερωτήματα: Πόσο θα κρατήσει η κρίση Ρωσίας - Τουρκίας; Θα υπάρξει σταδιακή εξομάλυνση της κρίσης επί τη βάσει σύγκλισης σημαντικών συμφερόντων που διακυβεύονται και για τις δύο πλευρές;

Έχουμε εμείς στρατηγική και εναλλακτικές επιλογές να δώσουμε ισοδύναμα ανταλλάγματα στη Μόσχα, έτσι ώστε να υποστηρίξει διαχρονικά εμάς η Ρωσία αντί την Τουρκία και ουχί περιστασιακά; Το κλειδί για κάτι τέτοιο είναι να πεισθεί η Μόσχα ότι η ομοσπονδία δεν είναι προς το συμφέρον της, διότι ενισχύεται η Τουρκία στην περιοχή σε βάρος των δικών της συμφερόντων. Μια τέτοια αντίληψη είναι συναφής και με τα συμφέροντα του Ισραήλ.

Ότι, δηλαδή, εάν η Κύπρος πέσει κάτω από τον έλεγχο της Άγκυρας, κλείνει η μοναδική του έξοδος προς την Ευρώπη, αφού αφενός δεν έχει στρατηγικό βάθος και αφετέρου είναι περικυκλωμένο από εχθρικά κράτη και δη από την Τουρκία. Ο αποκλεισμός του Ισραήλ δεν συμφέρει ούτε στις ΗΠΑ, διότι θα διαιωνίσει την αντιπαράθεση Τουρκίας - Ισραήλ. Ενδεχομένως να την κάνει χειρότερη. Προφανώς, ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, με όσα εύηχα δηλώνει για το Κυπριακό και την ομοσπονδία, δεν έχει κατανοήσει τι γίνεται ούτε στην Κύπρο ούτε στην περιοχή μας.

Απόδειξη τούτου είναι ότι οι Αμερικανοί τα έκαναν θάλασσα στη Συρία, έβαλαν τη Ρωσία στο παιχνίδι και τώρα ζουν μέσα από τα οφέλη που προκαλεί το χάος. Πωλούν όπλα με τους Ρώσους, χωρίς οι ίδιοι, δηλαδή οι Αμερικανοί, να επηρεάζονται από την κρίση, όπως οι Ευρωπαίοι και οι λαοί της περιοχής. Ας μας προβληματίσει αυτό. Διότι, και στο Ιράκ και στη Συρία τα ίδια έλεγαν πριν από την κρίση. Ότι τα κράτη αυτά θα γίνονταν δημοκρατικός και οικονομικός παράδεισος. Ζουν όμως την κόλαση.

Εναλλακτική στρατηγική και διευκολύνσεις σε Ρωσία - Ισραήλ

Για ό,τι μας συμβαίνει ευθύνονται πρωτίστως οι κυβερνήσεις μας, η νυν και οι προηγούμενες, καθώς και το Εθνικό Συμβούλιο, που δεν έχουν και δεν είχαν εναλλακτική στρατηγική και στόχο. Αφού αναζητήσουμε τις δικές μας ευθύνες, μετά θα αναζητήσουμε εκείνες των ξένων. Το πρόβλημα δεν είναι εάν θα είσαι με τους μεν ή τους δε, μπορεί να είσαι και με τους δύο, με όλους ή με κανένα. Το ζητούμενο είναι εάν ως κράτος έχεις πολιτική, στρατηγική και στόχους και εναλλακτικά σενάρια, για να αρπάζεις τις ευκαιρίες που προκύπτουν, ακόμη και μέσα από κρίσεις όπως αυτή της ISIS ή και η ρωσοτουρκική.

Ή εάν άγεσαι και φέρεσαι ή εάν είσαι θεατής απλός των γεγονότων. Εφόσον η Δύση και η Τουρκία μάς λένε όχι στη συμμετοχή μας στο PfP και στην ένταξή μας στο ΝΑΤΟ, ως αλλαγή των ισοζύγιων δυνάμεων, θα έπρεπε να είχαμε ήδη εναλλακτική στρατηγική, επί τη βάσει της οποίας θα ήταν δικαιολογημένη η παραχώρηση διευκολύνσεων προς τους Ρώσους στη Βάση Ανδρέας Παπανδρέου, καθώς και στους Ισραηλινούς, καθότι όλοι μαζί πολεμούμε εναντίον της ISIS και της τρομοκρατίας. Κανείς δεν είναι βέβαιος ότι πράττει το ίδιο και η Τουρκία! Ποτέ δεν είναι αργά.

Όμως, η Κυβέρνηση φρόντισε να βγάλει την Κύπρο εκτός παιχνιδιού, καθώς και τη Βάση Ανδρέας Παπανδρέου. Την «κάψαμε» ως στρατηγικό χαρτί ισοζυγίου δυνάμεων και έμεινε κάτω από την ομηρία της Βρετανίας και της Άγκυρας. Για να ισχυρίζονται κάποιοι ότι ο κόσμος είναι στατικός, ότι δεν έχουμε επιλογές, ότι δεν μπορούν να αλλάξουν τα ισοζύγια δυνάμεων και ότι θα πρέπει να δεχθούμε μια ομοσπονδιακή λύση όπως την οραματίστηκε η Τουρκία. Ή ακόμη και να τεθούμε υπό την ασφάλεια της Άγκυρας, εφόσον μόνοι μας δεν θα μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις όποιες εξωτερικές απειλές…


Top