Απόψεις Γιάννος Χαραλαμπίδης Εναλλακτική πρόταση στο Κυπριακό

Εναλλακτική πρόταση στο Κυπριακό

Ο Γιάννος Χαραλαμπίδης είναι διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων και Πολιτικός Αναλυτής



Ένα από τα πιο ουσιώδη και ορθά ερωτήματα που τίθενται από την κοινή γνώμη περί του Κυπριακού αποτυπώνεται ως εξής: Καλά, όσοι απορρίπτουν τη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία και γενικότερα την ομοσπονδία, τι προτείνουν; Εμείς ουδέποτε ανήκαμε στο απορριπτικό στρατόπεδο. Αντιθέτως, είμαστε, όπως η συντριπτική πλειοψηφία, υπέρ της δημοκρατικής και βιώσιμης λύσης, καθώς και της διατύπωσης εναλλακτικής πρότασης με μεθοδολογία, στρατηγική και στόχο. Πώς, λοιπόν, μπορεί να μετεξελιχθεί η Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς να διχοτομηθεί;

Ιστορική αλήθεια και διάλογος

Πριν από την παρουσίαση της όποιας εναλλακτικής πρότασης, θα πρέπει να διατυπωθεί μια ιστορική αλήθεια, πράγμα που γίνεται επί μακρόν από τις στήλες αυτές. Ότι δηλαδή η ομοσπονδία και δη η διζωνική, είτε μας αρέσει είτε όχι, συνιστά μια τουρκική στρατηγική διευθέτηση του Κυπριακού, την οποία οργάνωσαν από το 1956 οι Βρετανοί. Περί τούτου, υπάρχουν για τους καλόπιστους σωρεία εγγράφων και ειδικότερα βρετανικών. Μετά, μάλιστα, την εισβολή του 1974, οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις επέβαλαν τον πληθυσμιακό, διοικητικό και γεωγραφικό διαχωρισμό, με στόχο τη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία, που σημαίνει τη διχοτόμηση του υφιστάμενου ενιαίου κράτους σε δυο ισότιμα συνιστώντα κράτη. Λογικό είναι, όταν κάποιος διαφωνεί με την ομοσπονδία και τη διχοτόμηση, και δεν ανήκει στο στρατόπεδο της απόρριψης, να υποβάλει στο πλαίσιο του δημοκρατικού διαλόγου εναλλακτική πρόταση, εμβολιάζοντας έτσι τον δημοκρατικό διάλογο.

Ασφάλεια, επαρχίες - ζώνες και ομοσπονδία

Εάν λάβουμε υπόψη ότι η ομοσπονδία συνιστά την υλοποίηση των τουρκικών στρατηγικών στόχων στη βάση της τουρκικής αναθεωρητικής πολιτικής και εδραίωσης της Άγκυρας ως περιφερειακής δύναμης, τότε η μεθοδολογία της διευθέτησης του Κυπριακού θα έπρεπε να στηριζόταν και να στηριχθεί στη λύση αρχών και στην εξισορρόπηση των υφιστάμενων ισοζυγίων δυνάμεων στον μέγιστο δυνατό βαθμό, και να εξελιχθεί από «zero sum game» σε «win - win game», που σημαίνει:

Πρώτο: Αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων. Για να συμβεί αυτό, θα πρέπει τα τουρκικά στρατεύματα ή να ηττηθούν στο πεδίο της μάχης ή να αντικατασταθούν με στρατεύματα πιο ισχυρά από αυτά, για να μην μπορεί η Άγκυρα να εγείρει θέμα ασφάλειας για την ίδια, καθώς και για τους Τουρκοκυπρίους. Ένας τέτοιος στρατός είναι αυτός του ΝΑΤΟ. Συνεπώς, μια φόρμουλα κοινώς αποδεκτή θα μπορούσε να ήταν η συμμετοχή στρατευμάτων των κρατών-μελών της ΕΕ και του ΝΑΤΟ σε μια πολυεθνική δύναμη, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, που θα αντικαθιστούν την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων από την Κύπρο, κατά τρόπον ώστε να εντάσσεται το νησί στο ενιαίο σύστημα ασφάλειας, όχι μόνο εντός της ΕΕ, αλλά και του ΝΑΤΟ.

Υπό αυτές τις συνθήκες, ποιος θα είναι ο ισχυρισμός της Τουρκίας για να απορρίψει μια τέτοια πρόταση; Ότι θεωρεί εχθρικά τα στρατεύματα κρατών-μελών της ΕΕ, της οποίας την πόρτα κτυπά για να γίνει κράτος μέλος ή/και του ΝΑΤΟ, όπου η Τουρκία είναι ήδη κράτος-μέλος; Εννοείται ότι θα υπάρξουν μικρά χωριστά ελληνοκυπριακά και τουρκοκυπριακά αγήματα τα οποία θα έχουν κοινή κεντρική διοίκηση, που θα μπορούν να εκπροσωπούν την Κύπρο διεθνώς.

Δεύτερο: Εξεύρεση λύσης στη βάση δημοκρατικών αρχών και συμμαχικών συμφερόντων, στο πλαίσιο ενός αξιόπιστου συστήματος ασφαλείας, με αλλαγή της συνταγής, της μεθοδολογίας και της λογικής των συνομιλιών. Και με στόχο μια δημοκρατική διευθέτηση εντός των θεσμών της ΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη τα νέα δεδομένα, αλλά και κάτι άλλο: Την εδαφική ακεραιότητα και τη νομική, πολιτική και πολιτειακή πρακτική της συνέχισης του υφιστάμενου κράτους, δηλαδή της Ζυρίχης, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της κυπριακής μοναδικότητας.Η πολιτειακή εξουσία (η κυριαρχία) θα πρέπει να είναι μία ενιαία και αδιαίρετη, εκπηγάζουσα από τον λαό της Κύπρου, χωρίς να τεμαχίζεται μέσω της κατανομής των εξουσιών μεταξύ των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων, κατά τρόπον ώστε η μία, ενιαία και αδιαίρετη εξουσία και κυριαρχία να διχοτομείται ή να τριχοτομείται.

Εννοείται ότι μια και αδιαίρετη θα είναι η διεθνής προσωπικότητα και η ιθαγένεια. Οι συνταγματικές αναθεωρήσεις θα έχουν ως στόχο την ομαλή μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας σε ένα αποκεντρωτικό σύστημα ενιαίου κράτους με έξι επαρχίες-ζώνες, εκ των οποίων οι δυο θα έχουν Τουρκοκυπρίους επάρχους και οι τέσσερις Ελληνοκυπρίους με μία κεντρική κυβέρνηση, επί της αρχής ένας άνθρωπος μία ψήφος, με τη δυνατότητα να συζητηθεί η εξής δυνατότητα: Να εκλέγεται Πρόεδρος οποιοσδήποτε πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας, ανεξαρτήτως εθνικής καταγωγής. Εννοείται ότι εάν ο Πρόεδρος είναι μίας Κοινότητας, ο Αντιπρόεδρος θα ανήκει στην άλλη.

Σχετικά με τη Βουλή του κράτους, αυτή θα είναι μία, στην οποία οι Τουρκοκύπριοι θα δύνανται να έχουν ένα ποσοστό εκπροσώπησης, με τη νήσο να γίνεται για όλους τους πολίτες της ενιαία επαρχία, ώστε να αποφεύγεται η σταθμισμένη ψήφος και η πολιτειακή πληθυσμιακή πλειοψηφία στις δυο επαρχίες-ζώνες, όπως θα συμβεί σε μια διζωνική ή και πολυζωνική ομοσπονδία. Το έμβρυο της διχοτόμησης δεν θα είναι οι επαρχίες-ζώνες, αλλά το πολιτειακό σύστημα της ομοσπονδίας και οι πολιτειακές εξουσίες των δυο συνιστώντων κρατών. Σε επίπεδο εκλογών τοπικής αυτοδιοίκησης, στις δυο τουρκοκυπριακές επαρχίες-ζώνες θα είναι δυνατό να υπάρχει ποσόστωση εκπροσώπησης των Ελληνοκυπρίων, ακόμη και αν είναι πλειοψηφία.

Σε ένα τέτοιο πολιτειακό σύστημα θα εφαρμόζονται πλήρως:

α. Το κοινοτικό κεκτημένο,

β. Οι αρχές και οι αξίες της ΕΕ (δικαιώματα εγκατάστασης, διακίνησης, ιδιοκτησίας, και η αρχή ένας άνθρωπος μια ψήφος), καθώς και γ. οι τέσσερεις βασικές ελευθερίες (διακίνησης προσώπων, κεφαλαίων, αγαθών και υπηρεσιών).

Η λογική του ενιαίου κράτους, δηλαδή της μίας και μόνο πολιτείας, αποτρέπει τη διχοτόμηση της υφιστάμενης Κυπριακής Δημοκρατίας σε δυο πολιτείες-συνιστώντα κράτη, ενώ ταυτοχρόνως οδηγεί στην ομαλή μετεξέλιξή της σε ένα σύγχρονο και όσο το δυνατόν πιο δημοκρατικό αποκεντρωτικό πολιτειακό σύστημα. Η βιωσιμότητα της λύσης θα είναι δυνατό να περάσει μέσα από τη λαϊκή νομιμοποίηση, δηλαδή μέσα από τη σύγκληση Αναθεωρητικής, εκλεγείσας από το σύνολο του λαού Βουλής στη βάση των δυο Κοινοτήτων, για να καθορίσει το νέο αναθεωρημένο σύνταγμα, που θα τύχει εν συνεχεία της τελικής έγκρισης από τον λαό μέσω δημοψηφίσματος.

Με τη φόρμουλα αυτή είναι δυνατό να κατοχυρωθεί μια λύση η οποία δεν θα προκύψει μόνο μέσω των διαμεσολαβητών και των ηγετών, αλλά από ένα συλλογικό και εποικοδομητικό διάλογο μεταξύ των εκπροσώπων των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων. Θα είναι διαφανής και θα υπάρχει πολιτική νομιμοποίηση, που θα εγγυάται την πάσης φύσεως συνοχή της κυπριακής κοινωνίας και τη συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Μεθοδολογία και βάση

Η διαδικασία και η μεθοδολογία θα είναι αντίστροφες της υφισταμένης. Αντί να αρχίζει η διαδικασία καθορίζοντας την ονομασία της λύσης και ως εκ τούτου τις αποκλίσεις και τους ακρωτηριασμούς από τις δημοκρατικές αρχές και αξίες, για να εξεταστεί ποιες και πώς θα χωρέσουν σε μια διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία, θα πρέπει να αρχίζει από τη λογική ότι: Η βάση της λύσης θα στηρίζεται στον σεβασμό και την πλήρη εφαρμογή των δημοκρατικών αρχών και αξιών της ΕΕ, κατά τρόπον ώστε να είναι όλοι οι πολίτες, ανεξαρτήτως φυλής, γλώσσας, χρώματος, θρησκείας ή εθνικότητας, πραγματικά ίσοι και ελεύθεροι, χωρίς διαχωριστικούς περιορισμούς αντιδημοκρατικού χαρακτήρα, που θα οδηγήσουν σε νέες τριβές, πολιτειακές δυσλειτουργίες και προβλήματα βιωσιμότητας. Αντί, λοιπόν, να καθορίζει η ονομασία του πολιτειακού συστήματος τις αποκλίσεις από τις δημοκρατικές αρχές και αξίες, καθώς και από το κοινοτικό κεκτημένο, να καθορίσουν οι δημοκρατικές αρχές και αξίες, καθώς και το κοινοτικό κεκτημένο τη λύση και την τελική πολιτειακή της μορφή.

Στρατηγική και πυλώνες

Εκ των πραγμάτων, η στρατηγική της βιώσιμης λύσης μπορεί να στηριχθεί επί δυο κυρίως κεντρικών πυλώνων, που είναι συναφείς με τη δημοκρατικότητα, την ασφάλεια και τη γεωπολιτική-γεωστρατηγική:
Ο πρώτος πυλώνας είναι αυτός της ΕΕ. Τα κύρια εμπλεκόμενα μέρη, δηλαδή η Κύπρος, η Ελλάδα και η Βρετανία, είναι κράτη-μέλη της ΕΕ και η Τουρκία υποψήφιο για ένταξη κράτος. Η κοινωνία αρχών και αξιών είναι οι δημοκρατικοί κανόνες που διέπουν την ΕΕ και τα κράτη-μέλη της. Η ίδια η Τουρκία, η οποία δηλώνει έτοιμη για την εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου, πώς μπορεί να αποκλείει την πλήρη και χωρίς αποκλίσεις εφαρμογή του από την Κύπρο;

Ο δεύτερος πυλώνας είναι αυτός της ασφάλεια και του ΝΑΤΟ, καθότι έχει κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση του περιφερειακού και του παγκόσμιου συστήματος ασφαλείας. Η Τουρκία, η Ελλάδα και η Βρετανία είναι κράτη του ΝΑΤΟ. Μόνο η Κύπρος είναι εκτός. Συνεπώς, στη λογική της λύσης και της κοινωνίας των συμφερόντων, θα πρέπει να ισχύσει η εξής στρατηγική θέση: Ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, ή ειδική σχέση, και ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ.

Η νέα στρατηγική θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλους του δρώντες στο σύγχρονο κυπριακό πρόβλημα, τα οικονομικά, εμπορικά, διπλωματικά και στρατιωτικά συμφέροντα και τις φιλοδοξίες τους. Οι δρώντες αυτοί είναι:

1) Οι ΗΠΑ.

2) Το ΝΑΤΟ.

3) Η ΕΕ, αλλά και τα κράτη-μέλη της.

4) Η Βρετανία.

5) Η Ελλάδα.

6) Η Τουρκία.

7) Η Ρωσία, καθώς και άλλα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, όπως η Γαλλία και η Κίνα.

8) Το Ισραήλ ως περιφερειακή δύναμη, τα αραβικά κράτη, καθώς και οι εξελίξεις εντός της Τουρκίας.

Επιπροσθέτως, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις που είναι συναφείς με το ζήτημα των πετρελαίων και του φυσικού αερίου στην Κύπρο και στις γειτονικές της περιοχές, των νερών και της ευαίσθητης περιοχής του Καυκάσου, καθώς και οι σχέσεις της ΕΕ και του ΝΑΤΟ στην ευρύτερη περιοχή της νοτιοανατολικής Μεσογείου, καθότι η Κύπρος βρίσκεται εντός ενός ευαίσθητου γεωπολιτικού και γεωστρατηγικού τριγώνου, με κορυφές τα Βαλκάνια, τη Μέση Ανατολή και τον Καύκασο.

Εάν η όποια λύση στο Κυπριακό δεν συνάδει με τα σύγχρονα δεδομένα, δηλαδή τις αρχές και τις αξίες επί των οποίων είναι θεμελιωμένη η ΕΕ, καθώς και με το σύνολο των δημοκρατικών αρχών και αξιών, όπως είναι ο πλήρης σεβασμός των ατομικών-ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εάν δεν είναι απαλλαγμένη από τα βαρίδια και τις κηδεμονίες των ξένων εγγυήσεων και επεμβάσεων, δεν θα είναι βιώσιμη. Όπως δεν θα είναι βιώσιμη εάν δεν είναι κατοχυρωμένο το σύστημα ασφαλείας, που θα διέπει την Κύπρο σε σχέση με το ΝΑΤΟ κα την ΕΕ.

Είτε, λοιπόν, η λύση θα λαθροβιοί, είτε το νέο πολιτειακό σύστημα θα οδηγηθεί στην καλύτερη των περιπτώσεων σε βελούδινο διαζύγιο. Τα περί του αντιθέτου, ότι δηλαδή μπορεί μια λύση, η οποία θα αποκλίνει από τις δημοκρατικές αρχές και αξίες, να είναι βιώσιμη, συνιστούν ουτοπικά και καθόλου ρεαλιστικά σενάρια. Μπορούν να γίνουν ρεαλιστικά στην περίπτωση που οι Ελληνοκύπριοι θα συμβιβαστούν με τις τουρκικές αξιώσεις και τα εξωτερικά σε βάρος τους ανισοζύγια δυνάμεων, εφαρμόζοντας ένα πολιτειακό σύστημα του οποίου η βιωσιμότητα θα είναι δυνατό να ακροβατεί σε τεντωμένο σχοινί, χωρίς δίκτυ ασφαλείας.

Δημοκρατικότητα και συμμαχική σχέση

Ο δημοκρατικός χαρακτήρας της λύσης είναι ένας από τους κύριους συντελεστές, που μπορούν να χαλιναγωγήσουν και να εξισορροπήσουν τα υφιστάμενα ανισοζύγια δυνάμενων, που κλίνουν υπέρ της Τουρκίας. Βεβαίως, για να συμβεί κάτι τέτοιο, θα πρέπει να εξισορροπηθεί εκ των προτέρων το γεωστρατηγικό πλεονέκτημα της Άγκυρας. Και αυτό μπορεί να συμβεί: Είτε με συμμαχίες εντός της ΕΕ, ώστε η στήριξη δίκαιων αιτημάτων να προκύπτει από την κοινή εξυπηρέτηση των στρατηγικών συμφερόντων των ισχυρών κρατών της ΕΕ με εκείνα της Κύπρου, είτε με τη σύναψη περιφερειακών συμμαχιών ή με τη σύνδεση των στρατηγικών συμφερόντων της Κύπρου με εκείνα των κρατών-μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας, όπως είναι η Ρωσία και η Κίνα.

Ή και με την αίτηση ένταξης της Κύπρου στον Συνεταιρισμό για την Ειρήνη και στο ΝΑΤΟ, καθώς και με τη στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ, για να εξισορροπηθούν τα θεσμικά και γεωστρατηγικά πλεονεκτήματα της Τουρκίας και της Βρετανίας στην περιοχή. Συνεπώς, η λύση του Κυπριακού μπορεί να στηριχθεί στη βάση της γεωστρατηγικής εξισορρόπησης, καθώς και της ισχύος από τη μια και της δημιουργίας κοινωνίας συμμαχικών συμφερόντων ακόμη και με αυτήν την Τουρκίαμ στη βάση δυο συναφών, όπως έχουμε ήδη επισημάνει, πυλώνων, δηλαδή αυτού της ΕΕ και εκείνου του ΝΑΤΟ από την άλλη. Έτσι μπορούν να δημιουργηθούν συνθήκες για την αποχώρηση του τουρκικού στρατού από την Κύπρο και τον τερματισμό των ξένων εγγυήσεων, αφού:

1. Μέσω του ΝΑΤΟ είναι δυνατό να λυθούν τα ζητήματα ασφαλείας και να εκλείψουν οι τουρκικές ανησυχίες.

2. Θα δημιουργηθεί ένα σύστημα ασφαλείας με κεντρικό πυλώνα το αμυντικό σκέλος του ΝΑΤΟ και στη δημοκρατικότητα την ΕΕ με τη συμμετοχή όλων των εμπλεκομένων μερών.

Έτσι, από την συγκρουσιακή σχέση τα εμπλεκόμενα μέρη θα περάσουν στη συμμαχική.

Γιατί η Κύπρος είναι ΝΑΤΟ

Επί τούτων μπορεί να διατυπωθεί και ο εξής προβληματισμός: Εάν γίνει πολιτική στροφή προς το ΝΑΤΟ, υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί η στήριξη από τη Ρωσία και δη στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Η Κύπρος ήταν και είναι ελεγχόμενη από το ΝΑΤΟ, λόγω της παρουσίας του ελληνικού (ΕΛΔΥΚ) και του τουρκικού στρατού (ΤΟΥΡΔΥΚ και λοιπών κατοχικών δυνάμεων), καθώς και των βρετανικών βάσεων. Επί τούτου δε, πρέπει να επισημάνουμε ότι το υφιστάμενο γεωστρατηγικό περιβάλλον δεν είναι το ίδιο με το ψυχροπολεμικό.

Ως εκ τούτου, οι σχέσεις Ρωσίας - ΗΠΑ είναι ανταγωνιστικές, αλλά διαφοροποιημένες συγκριτικά με το παρελθόν. Δεν έχουν πρόβλημα να συνεργαστούν εκεί όπου κρίνουν ότι έχουν κοινωνία συμφερόντων. Με αυτά τα δεδομένα, τι συμφέρει περισσότερο τη Ρωσία; Να είναι η Κύπρος ελεγχόμενη από το ΝΑΤΟ, μέσω Τουρκίας και Βρετανίας, ή να έχει λόγο και η Κυπριακή Δημοκρατία; Η ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ δεν πλήττει κατ΄ ανάγκην τα ρωσικά συμφέρονταν, αντίθετα, δημιουργεί γέφυρες συνεργασίας, όπως κατ΄ ανάλογον τρόπο συμβαίνει με την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ. Γιατί η Κύπρος να μην αποτελέσει χώρο κοινωνίας στρατηγικών συμφερόντων μεταξύ ΝΑΤΟ και Ρωσίας ή και Τουρκίας, καθώς και Ελλάδας;

Ευρωπαϊκή Τουρκία - Ευρωπαϊκή λύση

Υπάρχει και η άποψη ότι η Τουρκία θα ασκήσει βέτο σε περίπτωση αίτησης για ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στο ΝΑΤΟ, καθότι στόχος της Άγκυρας είναι ο πλήρης έλεγχος της περιοχής από την ίδια. Υπό αυτές τις συνθήκες, θα νομιμοποιείται και η κυπριακή κυβέρνηση να ασκεί βέτο επί της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας, εφόσον τα βέτο αυτά είναι ενταγμένα σε μια συγκροτημένη στρατηγική με καθορισμένους στόχους, εναλλακτικά σενάρια, αρχή, μέση και τέλος.

Η πρακτική των «αντίρροπων ή συμψηφιζόμενων βέτο» (της Τουρκίας από τη μια και της Κυπριακής Δημοκρατίας από την άλλη) οδηγεί στη λογική των ισοδύναμων ανταλλαγμάτων, σε διπλωματικό διάλογο και στη δημιουργία κοινωνίας συμφερόντων όχι μόνο μεταξύ Κύπρου - Τουρκίας, αλλά και στο πλαίσιο της ΕΕ και των σχέσεών τους με το ΝΑΤΟ, στην εξής βάση: Η ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ ή το καθεστώς ειδικής σχέσης δεν θα συμπληρωθούν μόνο με την ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, αλλά και θα στηριχθούν στην ακόλουθη στρατηγική θέση: Ευρωπαϊκή και δημοκρατική Τουρκία από τη μια, ευρωπαϊκή και δημοκρατική λύση στο Κυπριακό από την άλλη! Όσο δε για τα Ην. Εθνη, που αποτελούν το συν ένα, δηλαδή τον τρίτο πυλώνα, μπορούν να λεχθούν τα εξής: Ο ρόλος τους είναι υποβοηθητικός στη διαδικασία λύσης και μπορούν να της προσφέρουν την παγκόσμια νομιμοποίηση.

Ουτοπία και αφορισμός

Αληθές είναι ότι μπορεί να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι όλα αυτά είναι ουτοπικά και ότι επί της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας υπάρχουν διεθνείς δεσμεύσεις και μια προχωρημένη διαδικασία λύσης, χωρίς απεγκλωβισμό. Στον αντίποδα τούτων μπορεί να προβληθούν οι εξής ισχυρισμοί: Η αντίληψη ότι η λύση αρχών συνιστά ουτοπία, επιβεβαιώνει τη θέση ότι η υπό συζήτηση λύση θα χαρακτηρίζεται από δημοκρατικές αποκλίσεις και θα είναι συμβατή με τους τουρκικούς και βρετανικούς στόχους, που αποκλίνουν από τη νομιμότητα.

Ταυτοχρόνως, η υφιστάμενη πολιτική και μεθοδολογία λύσης δεν έχει απλώς ουτοπικό χαρακτήρα ως προς την εφαρμογή ενός δημοκρατικού συστήματος, που δεν θα ανατρέπει τα τετελεσμένα της εισβολής, αλλά σταδιακά και σταθερά επιτρέπει στην Τουρκία να επιβάλλει τους στρατηγικούς της στόχους, όπως αυτοί καθορίστηκαν από το 1956. Επιπροσθέτως, ο αφορισμός εναλλακτικών στρατηγικών σχεδιασμών και επιλογών συνιστά μηδενιστική των πραγμάτων προσέγγιση, και εμπόδιο στην παραγωγή ρεαλιστικής στρατηγικής, γεγονός που επιτρέπει στην Τουρκία την προώθηση της νεο-οθωμανικής πολιτικής, που θέλει την Κύπρο υπό τον έλεγχο της Άγκυρας. Και αυτό δεν το λέμε εμείς. Το υποστηρίζουν Τούρκοι πολιτικοί και αρθρογράφοι, όπως ο Σεμί Κοχέν, που καλούν τον Ερντογάν να αρπάξει την ευκαιρία…


Top