Απόψεις Γιάννος Χαραλαμπίδης Οι μεσσίες της Άγκυρας και τα σενάρια εξουσίας

Οι μεσσίες της Άγκυρας και τα σενάρια εξουσίας

Ο Γιάννος Χαραλαμπίδης είναι διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων και Πολιτικός Αναλυτής



Η Τουρκία σήμερα ζει γι' άλλη μια φορά την εμπειρία των εκλογών και το διακύβευμα είναι κατά πόσον η χώρα θα οδηγηθεί σε πολιτική σταθερότητα ή κατά πόσο θα συνεχιστεί και να θα γίνει οξύτερη η υφιστάμενη πολιτική αστάθεια. Ο Ταγίπ Ερντογάν ελπίζει ότι αυτήν τη φορά το AKP θα πάρει την απαιτούμενη πλειοψηφία των 276 επί του συνόλου των 550 εδρών, για να κυβερνήσει εκ νέου μόνο του. Τον περασμένο Ιούνιο, οι Ισλαμιστές κόλλησαν στο ποσοστό του 40,8% και συγκέντρωσαν 258 έδρες, χωρίς εν συνεχεία να επιτύχουν σχηματισμό κυβέρνησης.

Με αποτέλεσμα να φτάσουμε στις σημερινές νέες εκλογές. Οι αξιωματούχοι του AKP και ο Αχμέτ Νταβούτογλου αναφέρονται σε επαναπατρισμό ψηφοφόρων της τάξης ώς και του 7%. Εάν συμβεί κάτι τέτοιο, θα κερδηθούν οι εκλογές και το ζητούμενο, πλέον, θα είναι η αναθεώρηση του Συντάγματος, η οποία: 1. Για να περάσει από τη Βουλή θέλει ποσοστό αυξημένης πλειοψηφίας της τάξης των 3/5 και 2. για να πάει απευθείας σε δημοψήφισμα, χρειάζεται η πλειοψηφία 2/3 επί του συνόλου των 550 βουλευτών.

Η Τουρκία ως πέτρα του σκανδάλου

Ο Ερντογάν θέλει αφενός να κερδίσει το AKP τις εκλογές και αφετέρου να προχωρήσει σε αναθεώρηση του Συντάγματος, για να μετατρέψει την υφιστάμενη Κοινοβουλευτική σε μια μορφή Προεδρικής Δημοκρατίας, για να περάσει τις εξουσίες από τα χέρια του Πρωθυπουργού στα δικά του. Το θέμα, όμως, έχει ως εξής: Άλλο είναι τι θέλει ο Τούρκος Πρόεδρος και άλλο τι μπορεί να συμβεί. Οι σφυγμομετρήσεις δείχνουν το AKP να μη συγκεντρώνει την απόλυτη πλειοψηφία στη Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση, οπότε από το σενάριο Α, περνούμε αναγκαστικά στο σενάριο Β.

Που σημαίνει τον σχηματισμό συνασπισμού κομμάτων για τη διακυβέρνηση της χώρας, αλλιώς θα συνεχιστεί η πολιτική αστάθεια, με οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις σε μια εποχή κατά την οποία η Τουρκία έχει ανοικτά μέτωπα, κυρίως με τους Κούρδους, ευρισκόμενη ταυτοχρόνως στη δίνη του κυκλώνα της συριακής κρίσης, της οποίας μέρος του προβλήματος είναι και η ίδια για τους εξής λόγους:

1. Πρωτοστάτησε στην αποκαθήλωση του Άσαντ για να δημιουργήσει δικό της προτεκτοράτο με μια νέα πολιτική ηγεσία, που θα ήταν υπό τη δική της επιρροή και θα την αναβάθμιζε και έναντι του Ιράν, το οποίο θα έχανε την επιρροή του. Ανάλογη αναβάθμιση προσδοκούσε να είχε και στις σχέσεις της έναντι του Ισραήλ, στο παιχνίδι του ανταγωνισμού περί του ποια εκ των δύο χωρών θα έχει την πρωτοκαθεδρία της περιφερειακής δύναμης. Ο Άσαντ είναι εχθρός του Ισραήλ, αλλά δεν είναι υποτελής στην Άγκυρα. Αλλαγή καθεστώτος υπό τουρκική επιρροή σημαίνει διεύρυνση της τουρκικής ζώνης επίδρασης.

2. Δεν έδρασε έγκαιρα κατά της ISIS για δυο λόγους: α. ένεκα του κοινού σουνιτικού δόγματος και επειδή δεν ήθελε να διευκολύνει τους Κούρδους να δημιουργήσουν τη δική τους ζώνη εντός της Συρίας, η οποία θα αναγνωριζόταν είτε με τον έναν είτε με τον άλλον τρόπο σε περίπτωση δημιουργίας ενός νέου πολιτειακού συστήματος στη χώρα.

3. Εξήγαγε το προσφυγικό πρόβλημα προς την Ευρώπη και συμμετείχε με την πολιτική της στη δημιουργία της ανθρωπιστικής κρίσης, την οποία επωμίζεται η Ευρώπη, αλλά η Τουρκία προσδοκά να εισπράξει 3 δις ευρώ βοήθεια από τους εταίρους, οι οποίοι, από την πλευρά τους, εκτιμούν ότι θα αγοράσουν τον μπελά και θα βάλουν φρένο στα ρεύματα των προσφύγων. Ταυτοχρόνως, η Άγκυρα θέλει να εισπράξει πολιτικά ανταλλάγματα συναφή με την ενταξιακή της πορεία, με τα ζητήματα της ενέργειας και το Κυπριακό.

Μυστικός δίαυλος Ισλαμιστών-Κεμαλιστών

Εντός της Τουρκίας υπάρχει ενόψει εκλογών έντονο παρασκήνιο. Είναι κοινό μυστικό ότι υπάρχει ανοικτός δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ του AKP και του Κεμαλικού Λαϊκού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος CHP. Είναι, δηλαδή, ανοικτό το ενδεχόμενο σχηματισμού μιας «Μεγάλης Συμμαχίας» μεταξύ Κεμαλιστών και Ισλαμιστών επί των αρχών, όπως τονίζεται, του Κεμάλ και επί τη βάσει σύγκλισης απόψεων σε εθνικά μεγάλα ζητήματα όπως είναι το Κουρδικό, η καταπολέμηση της τρομοκρατίας γενικότερα, η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην ΕΕ και το Κυπριακό, το οποίο βρίσκεται στο περιθώριο του προεκλογικού, αφού θεωρείται ζήτημα που δεν προκαλεί σοβαρό κόστος στη χώρα, ενώ η στρατηγική και οι στόχοι επί του εν λόγω θέματος είναι κοινοί για όλους. Υπάρχουν και οι εξής, βεβαίως, πρόσθετοι λόγοι που συνηγορούν σε μιαν αναγκαστική συγκατοίκηση Ισλαμιστών και Κεμαλιστών:

1. Η πολιτική σταθερότητα, η οποία είναι συναφής με την αντίστοιχη οικονομική. Κανείς δεν θέλει την οικονομική οπισθοδρόμηση της Τουρκίας και κανείς δεν θέλει να επωμιστεί την ευθύνη και το κόστος της αποτυχίας σχηματισμού κυβέρνησης. Το δίλημμα για τους Κεμαλιστές είναι εάν, τελικά, στο πλαίσιο ή όχι μιας τέτοιας Μεγάλης Συμμαχίας, ξαναβάζουν τους Ισλαμιστές στο παιχνίδι της εξουσίας και κατά πόσο θα πληρώσουν κόστος και φθορά οι ίδιοι. Ή εάν θα πρέπει να αφήσουν να σέρνεται η πολιτική κρίση και να φθείρεται ο Ερντογάν. Το ερώτημα είναι, εάν συμβεί κάτι τέτοιο, πόσο θα φθαρεί.

2. Τόσο οι ΗΠΑ όσο και η ΕΕ θα ευνοούσαν τον σχηματισμό μιας τέτοιας κυβέρνησης και πολιτικής σταθερότητας, αντί πολιτικής αστάθειας σε μια περίοδο κατά την οποία η γύρω περιοχή βρίσκεται επί ποδός πολέμου, με την Τουρκία να έχει σημαντικό γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό ρόλο να διαδραματίσει. Ακόμη και οι Ρώσοι, που έχουν μεγάλα ενεργειακά και εμπορικά συμφέροντα στη χώρα, γιατί να μη θέλουν τον σχηματισμό μιας Μεγάλης Συμμαχίας. Σε κάθε περίπτωση, οι ξένοι προτιμούν τη συμμαχία των δυο παρά την παντοδυναμία του Ερντογάν. Θα μπορούν άλλωστε να παίζουν μέσα από τις κυβερνητικές διαφορές.

3. Η Δύση και δη η ΕΕ θα ήθελαν μια Κυβέρνηση Ισλαμιστών και Κεμαλιστών παρά μια συμμαχία, δηλαδή το σενάριο Γ, μεταξύ Ισλαμιστών και του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης των Γκρίζων Λύκων - εάν όμως οι ψήφοι αρκούν.

Βεβαίως, και για τους Εθνικιστές ισχύει το ίδιο δίλημμα που περνά από το μυαλό των Κεμαλιστών: Εάν, δηλαδή, με μια κυβερνητική συμμαχία θα στηρίξουν το AKP, ώστε να παραμείνει στην εξουσία... υπό όρους και έλεγχο, ή εάν θα αφήσουν τη χώρα στην πολιτική αστάθεια, με την προσδοκία να γίνουν αυτοί ισχυρότεροι και το AKP ασθενέστερο. Αληθές είναι ότι το ζήτημα της πολιτικής αστάθειας και των επιπτώσεών της, καθώς και ποιος θα πληρώσει το κόστος πέραν του τουρκικού λαού, συνιστά θέμα συναφές με τα παζάρια που θα γίνουν και τις επικοινωνιακές πολιτικές που θα υιοθετηθούν.

Ο ρόλος των Κούρδων και οι Γκρίζοι Λύκοι

Υπάρχει, πάντως, και ένα τέταρτο σενάριο, που είναι απομακρυσμένο, δηλαδή η συμμαχία του AKP με το Κουρδικό Κόμμα HDP (Δημοκρατικό Λαϊκό Κόμμα), που έλαβε το 16,2% των ψήφων στις τελευταίες εκλογές και 80 έδρες. Το κλίμα πόλωσης που προκλήθηκε μεταξύ των Κούρδων και των Τούρκων το τελευταίο διάστημα μειώνει τις πιθανότητες ενός τέτοιου σεναρίου. Ο Ερντογάν πόλωσε το κλίμα προφανώς για να μαζέψει ψήφους από το Κόμμα της Εθνικιστικής Δράσης, που ήταν σε αντιπαράθεση με τους Κούρδους. Η σύγκρουση αυτή ανέβασε το Κουρδικό Κόμμα HDP στο 16,2% και τους Γκρίζους Λύκους στο 13,1% με 79 έδρες. Η συνεχής αντιπαράθεση φαίνεται να βοηθά τους Κούρδους, που άλλοτε ψήφιζαν AKP. Υπό αυτές τις συνθήκες, το ερώτημα είναι εάν το AKP θα καλύψει τις ζημιές από τους Κούρδους με ψηφοφόρους από το Κόμμα της Εθνικιστικής Δράσης.

Συνασπισμοί και συνταγματικές αλλαγές

Όπως έχει ήδη λεχθεί, το ζήτημα δεν είναι μόνο ο σχηματισμός Κυβέρνησης, αλλά και η συνταγματικές αλλαγές. Εάν δηλαδή θα μετατραπεί το σύστημα σε μια μορφή Προεδρικής Δημοκρατίας και ποια θα είναι η έκταση των εξουσιών του Ερντογάν. Η αλλαγή του Συντάγματος είναι επιτακτική ανάγκη και συνδεδεμένη διαδικασία με την τουρκική ενταξιακή πορεία και τον εκδημοκρατισμό της χώρας. Συνεπώς το AKP, ακόμη και αν επιτύχει πλειοψηφία για να προχωρήσει στις συνταγματικές αλλαγές, χρειάζεται πλειοψηφία των 3/5, δηλαδή πέραν των 330 εδρών.

Άρα, είναι πιθανόν το AKP να χρειαστεί ούτως ή άλλως συμμαχίες, εάν στο σενάριο που το θέλει να έχει την πλειοψηφία δεν του δίνει δύναμη κατά τρόπον ώστε να ξεπερνά τις 330 έδρες. Το όνειρο το Ερντογάν, για να γίνει απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού, περνά μέσα από μια έκπληξη. Αλλιώς, τόσο ο σχηματισμός κυβέρνησης όσο και το νέο Σύνταγμα θα περάσουν μέσα από διάλογο και συμβιβασμούς.

Τουρκικές εκλογές και επιδράσεις στο Κυπριακό

Πέραν των ανωτέρω, το ερώτημα είναι κατά πόσο οι εκλογές στην Τουρκία επηρεάζουν τις εξελίξεις στο Κυπριακό. Αληθές είναι ότι η τουρκική πολιτική δεν μεταβάλλεται αναλόγως της κυβέρνησης που θα είναι στην εξουσία, σε ό,τι αφορά τους προκαθορισμένους στόχους της. Η επικοινωνιακή πολιτική και η ρητορική είναι δυνατό να διαφοροποιηθούν. Επί της ουσίας, εκείνο που θα αναμένει κάποιος δεν είναι να γίνει η τουρκική πολιτική στο Κυπριακό πιο μετριοπαθής ή να υπάρξει αλλαγή στόχων, αλλά εάν θα γίνει ή όχι πιο σκληρή και πιο διεκδικητική. Ή πιο ευέλικτη στη ρητορική της.

Η τουρκική πολιτική στο Κυπριακό δεν εξαρτάται μόνο από τις εκλογές, αλλά και από μια σειρά άλλων μεταβλητών, όπως είναι οι εξελίξεις στην περιφέρεια, στην εξής βάση: Η σημασία που έχει η Τουρκία σε γεωστρατηγικό και σε γεωπολιτικό επίπεδο για τους τρίτους, λαμβάνοντας υπ' όψιν την κρίση της Συρίας και τις λοιπές γεωπολιτικές αλλαγές, σε συνάρτηση βεβαίως και με τη δική μας πολιτική. Κατά πόσο, δηλαδή, αυτή είναι πλήρης, ικανοποιητική ή ελλειμματική και σε ποιο βαθμό. Συνεπώς, η τουρκική πολιτική δεν εξαρτάται μόνο από την ίδια, αλλά και από τη δική μας πολιτική, η οποία, για παράδειγμα, ως εξευμενιστική που είναι απέτυχε παταγωδώς. Η στάση του κ. Ακιντζί αποκαλύπτει ότι:

1. Η τουρκική πολιτική δεν άλλαξε. Ο διαλλακτικός αρχικά Ακιντζί εμφανίζεται με θέσεις βαθέος κράτους, για να μπορεί στο τραπέζι των συνομιλιών να έχει στρατηγικό βάθος. Δηλαδή, όταν προχωρεί σε ανεπαίσθητες υποχωρήσεις να τις εμφανίζει ως μέγιστες και να ζητά δυσανάλογα ανταλλάγματα, που εάν δεν του τα δίδει η Λευκωσία, να κινδυνεύει να χαρακτηριστεί η ίδια ως αδιάλλακτη.

2. Η πολιτική της Κυβέρνησης και της ηγεσίας του ΑΚΕΛ να εμφανίζουν τον Ακιντζί ως τον πολιτικό που μοιράζεται το κοινό όραμα με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη, και ότι η λύση είναι θέμα χρόνου, έχει αποενοχοποιήσει την Άγκυρα και έχει δημιουργήσει για τον κ. Ακιντζί κίβδηλες πολιτικές παραστάσεις.

Πέραν τούτων, εάν η Τουρκία είναι σε πολιτική αστάθεια, η στάση της στα εθνικά ζητήματα όπως το Κυπριακό θα είναι πιο σκληρή, διότι όποιος τολμήσει να το κλείσει, ανεξαρτήτως του εάν είναι προς το τουρκικό συμφέρον η λύση, θα κατηγορηθεί πολύ περισσότερο απ' ό,τι σε περίοδο σταθερότητας για μειοδοσία. Από την άλλη, εάν το ΑΚP αποκτήσει πλειοψηφία, αυτό δεν σημαίνει ότι θα λυθούν τα χέρια του Ερντογάν στο Κυπριακό για να βρει υποφερτή λύση.

Άλλωστε, η στάση του είναι τέτοια που αποκαλύπτει ότι δεν έχει καμιά διαφορά με τις κλασικές θέσεις του βαθέος κράτους. Αυτός είναι τώρα το βαθύ κράτος. Σε περίπτωση, δε, συμμαχίας με τους Ρεπουμπλικανούς, στην καλύτερη περίπτωση η στάση της Άγκυρας θα είναι η ίδια με την υφιστάμενη, αν όχι πιο διεκδικητική.

Εις ην δε περίπτωση συμμαχήσει με τους Γκρίζους Λύκους, η πολιτική της Άγκυρας στο Κυπριακό θα γίνει ούτως ή άλλως πιο σκληρή. Τα σοβαρά κράτη δεν εξαρτώνται μόνο από τα αποτελέσματα των εκλογικών αναμετρήσεων άλλων κρατών, αλλά και από τη δική τους πολιτική. Στην Κύπρο η τουρκική πολιτική και στρατηγική είναι πάγια και αμετάβλητη, και χρησιμοποιείται ως άλλοθι της ελλειμματικής πολιτικής και των ψευδαισθήσεων των ημετέρων, που παλαιότερα θεωρούσαν τον Ερντογάν ως μεσσία της λύσης και προσφάτως τον Μουσταφά Ακιντζί. Ουδέν άλλο σχόλιο για την ικανότητα των ημετέρων να αξιολογούν πρόσωπα και καταστάσεις. Να χαράσσουν πολιτικές.

Αν είχαμε άδικο και αν ήταν ρεαλιστές, δεν θα ήμασταν εδώ που είμαστε. Και ας μη σπεύσουν να πουν τι προτείνουμε. Και που τα λέμε, τι γίνεται; Δεν θέλουν να ακούσουν. Δίνουν την εντύπωση ότι κλείνουν τ' αφτιά τους, βάζουν παρωπίδες και προχωρούν αχαλίνωτα προς διχοτομικές ατραπούς. Γιατί αλλιώς, αν παραδεκτούν το λάθος τους, άλλων κινδυνεύουν οι πολιτικές φιλοδοξίες και μωροφιλοδοξίες, και άλλων τρίζουν οι κομματικές ή οι πολιτειακές καρέκλες.


Top