Απόψεις Γιάννος Χαραλαμπίδης Οι φούσκες της Κίνας και ο χρησμός της Πυθίας

Οι φούσκες της Κίνας και ο χρησμός της Πυθίας

Ο Γιάννος Χαραλαμπίδης είναι διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων και Πολιτικός Αναλυτής



Η Κίνα προκάλεσε διεθνείς αναταράξεις στην παγκόσμια οικονομία. Η «Μαύρη Δευτέρα» της 24ης Αυγούστου του 2015 ήταν η χειρότερη μετά την κρίση της «Lehman Brothers» το 2008, που προκάλεσε «domino effect» στην παγκόσμια οικονομία, λόγω των αλληλεξαρτήσεων και των ανεπαρκών ελέγχων στην αγορά. Και η κρίση της Κίνας συνιστά για πολλούς αυτό που λέμε «απροσδόκητο παράγοντα», αγγλιστί (unpredictable factor). Για άλλους ήταν το αποτέλεσμα σειράς πολιτικών τακτικών κινήσεων σε οικονομικό επίπεδο, που στόχευαν στο σπάσιμο της «κινεζικής φούσκας» και της απεξάρτησης των ΗΠΑ από το Πεκίνο.

Οι κινεζικές μετοχές είχαν υπερτιμηθεί το πρώτο εξάμηνο του 2015 κατά ποσοστό της τάξης του 150%. Τέτοιες εξελίξεις είναι καλή υπόθεση εργασίας, από την οποία μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα σε σχέση με το Κυπριακό και ειδικότερα με την αντίληψη για όσους πιστεύουν ότι με τη λύση του Κυπριακού, στη βάση μιας ομοσπονδίας, η Κύπρος θα καταστεί το Χονγκ Κονγκ της Τουρκίας.

Κεφάλαια και ζημίες

Οι ΗΠΑ επί μακρόν πίεζαν την Κίνα να προχωρήσει σε ανατίμηση του γουάν, για να μπορεί να συμβαδίζει η οικονομική της επιφάνεια με τις νομισματικές ισοτιμίες. Το ζητούμενο για τις ΗΠΑ ήταν η ανταγωνιστικότητα.

Ήθελαν μέσα από τις συναλλαγματικές ισοτιμίες να βελτιώσουν τη δική τους ανταγωνιστικότητα, αφού ανάλογο πρόβλημα αντιμετώπιζαν οι Αμερικανοί με τη μείωση της τιμής του ευρώ συγκριτικά με το δολάριο λόγω της οικονομικής κρίσης στην Ευρώπη και των μειωμένων ρυθμών ανάπτυξης.

Ταυτοχρόνως, δε, οι ΗΠΑ για να θωρακίσουν την εσωτερική τους αγορά επέβαλαν όρια και κανόνες εισαγωγής κινεζικών προϊόντων και ειδικές φορολογίες. Και εφόσον η αμερικανική οικονομία άρχισε μετά την κρίση του '98 να ανακάμπτει, ήρθε η ανακοίνωση για την πρόθεση από μέρους της Κεντρικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας για την αύξηση του επιτοκίου, την ίδια στιγμή κατά την οποία η Κίνα προχωρούσε σε μείωση των δικών της επιτοκίων.

Το γεγονός προκάλεσε την πρόθεση και την ίδια τη μετακίνηση κεφαλαίων από την Κίνα και αλλού, κυρίως από τις ασιατικές αγορές, προς τις ΗΠΑ, ενώ δημιούργησε καθεστώς ανασφάλειας στην ευρύτερη ασιατική αγορά με πτώση των χρηματιστηρίων, που επέφερε συστημικό πρόβλημα. Και ως εκ τούτου κτύπησε και το χρηματιστήριο των ΗΠΑ, καθώς και εκείνα της Ευρώπης, με αποτέλεσμα να χαθεί σε μια ημέρα 1 τρισεκατομμύριο δολάρια και άλλα 2 τρισεκατομμύρια από τις 12 Ιουνίου ώς σήμερα! Οι επιπτώσεις ήταν αλυσιδωτές, αφού, εκτός των άλλων, είχαμε μείωση της τιμής του πετρελαίου κάτω από 40 δολάρια το βαρέλι.

Ομόλογα και κεφάλαια

Από την κρίση, οι ΗΠΑ κερδίζουν υπό την εξής έννοια:

1. Υπάρχει τάση μετακίνησης κεφαλαίων από την Κίνα και την Ασία προς την Αμερική, επειδή η αγορά είναι πιο ασφαλής, καθώς και για έναν άλλο λόγο: Ένεκα της προσδοκίας για μεγαλύτερο επιτόκιο. Και αυτό, παρά το γεγονός ότι στις 17 Σεπτεμβρίου η Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα θα μελετήσει κατά πόσον θ' αναστείλει για κάποιο χρονικό διάστημα ή όχι το μέτρο που είχε εξαγγείλει περί της αύξησης των επιτοκίων, για να βοηθήσει τη σταθερότητα στις αγορές της Ασίας και διεθνώς.

2. Υπάρχει η δυνατότητα χαμηλότερων τιμών στις πρώτες ύλες και αύξησης της ανταγωνιστικότητας, που ισοζυγίζει την αύξηση της συναλλαγματικής τιμής του δολαρίου. Από την άλλη, όμως, η Κίνα αποκτά πλεονέκτημα από τα αμερικανικά ομόλογα που έχει στα χέρια της. Διότι, εκεί, για παράδειγμα, που η αποπληρωμή ενός ομολόγου ήταν 1000 δολάρια, σε αυτό το ποσό θα προστεθεί η αύξηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του δολαρίου σε σχέση με το γουάν.

Το χρυσό της Μόσχας και το γερμανικό μοντέλο 

Από την άλλη, η Ρωσία δέχεται νέο πλήγμα από τη μείωση της τιμής του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Εξ ου και η νέα πτώση του ρουβλίου. Από πλευράς Μόσχας, για να σωθεί η παρτίδα θα έχει ως εργαλείο τα αποθέματα σε χρυσό επί του οποίου είχε επενδύσει ο Πρόεδρος Πούτιν. Όμως, για τη Ρωσία το πρόβλημα της δικής της ανταγωνιστικότητας στην παγκόσμια αγορά παραμένει άλυτο, παρότι έχει γίνει αντιληπτό από το Κρεμλίνο. Η Ρωσία είχε παρασυρθεί στη λογική της εύκολης λύσης.

Αντί να παράγει δικά της προϊόντα για να είναι αυτάρκης εσωτερικά και ανταγωνιστική διεθνώς, επέλεξε την εισαγωγή δυτικών προϊόντων. Κερδισμένη εκ πρώτης όψεως από την κρίση είναι και πάλι η Γερμανία και άλλες χώρες της Ευρωζώνης, καθότι η πτώση της τιμής του πετρελαίου και των πρώτων υλών σε συνδυασμό με τη σταθερή άνοδο του δολαρίου και της στερλίνας, διατηρεί τα πλεονεκτήματα του Βερολίνου στην ανταγωνιστικότητα. Η Γερμανία μετά την κρίση του '98 επιδίωξε να εφαρμόσει ένα δικό της οικονομικό μοντέλο, διαφορετικό από εκείνο των ΗΠΑ και ενταγμένο στις πραγματικότητες της ίδιας της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης στη βάση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και της απεξάρτησης, όσο αυτό μπορεί να συμβεί, από το οικονομικό πρότυπο των ΗΠΑ, καθώς και από τα «τοξικά του προϊόντα».

Η οικονομική πολιτική του Βερολίνου φαίνεται να αντιδρά θετικά στην υφιστάμενη κρίση όπως και σε άλλες εσωτερικές, δηλαδή της Ευρωζώνης, διαθέτοντας πλέον την ικανότητα για τη λήψη μέτρων προστασίας. Είναι ενδεικτικό ότι στις 3 Σεπτεμβρίου θα γίνει συζήτηση σε επίπεδο Ευρωζώνης για τις οικονομικές εξελίξεις με αφορμή την κρίση που προκαλεί η Κίνα, ενώ ήδη ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι ανακοίνωσε ότι μελετάται το ενδεχόμενο να παραταθεί το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης πέραν των 16 μηνών.

Υπενθυμίζουμε ότι, με το πρόγραμμα Ντράγκι, η ΕΚΤ έχει τη δυνατότητα να αγοράζει κρατικά ομόλογα από τη δευτερογενή αγορά και να αναλαμβάνει το ρίσκο αποπληρωμής τους, παρέχοντας στήριξη στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα και βοηθώντας στη δημιουργία συνθηκών χαμηλού δανειστικού επιτοκίου και ρευστότητας στην αγορά, προκειμένου να επέλθει ανάπτυξη. Ή να περιοριστούν οι πιθανότητας ύφεσης. Δηλαδή να μην τερματιστεί γι' ακόμη μια φορά η χρηματοδότηση που οδηγεί σε αναπτυξιακή τάση.

Οι αναδυόμενες οικονομίες

Η κρίση της Κίνας δείχνει να είναι ελεγχόμενη, αφού δεν συμφέρει σε κανέναν η συνέχισή της. Είναι σήμα συναγερμού για περισσότερες μεταρρυθμίσεις και πιο στέρεο περιβάλλον. Εξ ου και οι διορθώσεις που έγιναν στις επόμενες μέρες, μετά δηλαδή τη «Μαύρη Δευτέρα». Πάντως, οι εξελίξεις δεν άφησαν ανεπηρέαστες τις αναδυόμενες οικονομίες όπως της Βραζιλίας και της Τουρκίας. Ειδικώς η τελευταία αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, λόγω της έλλειψης υποδομών και ένεκα της διαφθοράς, καθώς και της πολιτικής αστάθειας και σχεδιασμού στον τρόπο ανάπτυξης.

Σήμερα η χώρα μαστίζεται από πληθωρισμό και μείωση της συναλλαγματικής ισοτιμίας της τουρκικής λίρας, που είναι, εκτός των άλλων, αποτέλεσμα των προβλημάτων στο ισοζύγιο εμπορικών συναλλαγών, που αναγκάζει την Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας να υποτιμά το νόμισμα για να διατηρεί την ανταγωνιστικότητα της χώρας διεθνώς. Αυτό, όμως, καθιστά τους Τούρκους πολίτες συγκριτικά με τους υπόλοιπους, και δη την Ευρώπη, φτωχότερους.

Σόλων ο νομομαθής και το «wishful thinking»

Και επειδή περί Τουρκίας και λύσης του Κυπριακού ο λόγος, που εκ των πραγμάτων σχετίζονται με ζητήματα οικονομίας, είναι τροφή προς προβληματισμό η ελαφρότητα με την οποία προβάλλονται οι ισχυρισμοί ότι η υπό συζήτηση διευθέτηση στο πλαίσιο μιας διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας θα είναι χρυσοφόρα. Σε σοβαρούς οργανισμούς, από τις τράπεζες ώς τις πολυεθνικές εταιρίες και τα κράτη, ο πιο νευραλγικός και ουσιαστικός τομέας είναι αυτός του «risk management».

Δηλαδή του τμήματος εκείνου που επεξεργάζεται ακόμη και το χειρότερο σενάριο, αφενός για να το αποτρέψει και, αφετέρου, για να φτάσει στο καλύτερο δυνατό. Αυτό είναι ρεαλιστικό μοντέλο δράσης και ουδόλως ανταποκρίνεται στη λογική του «wishful thinking», από την οποία διακατέχονται στελέχη της ΟΕΒ και του ΚΕΒΕ, καθώς και άλλοι, και θεωρούν εκ των προτέρων ότι η λύση της ομοσπονδίας θα συνοδευτεί με οικονομική επιτυχία.

Η κρίση της Κίνας, όπως και η υφιστάμενη στην Ε.Ε., είναι κλασικά παραδείγματα που παραπέμπουν στη γνωστή φράση του Σόλωνος του νομομαθούς περί του «μηδένα προ του τέλους μακάριζε». Τι θα συμβεί, για παράδειγμα, εάν η κρίση της Κίνας, ή μια παρόμοια, ξεσπάσει μετά τη λύση του Κυπριακού και η κυπριακή οικονομία είναι εξαρτημένη από την τουρκική; Ήδη, οι Ρεπουμπλικάνοι ανακοινώνουν ότι εάν έρθουν στην εξουσία θα κτυπήσουν στην περιοχή μας την ISIS.

Ποιες θα είναι οι επιπτώσεις σε μια ομόσπονδη Κύπρο; Ποιες θα είναι οι σχέσεις με την Τουρκία ή με τις χώρες της περιοχής; Πώς θα επηρεαστεί η οικονομία από πολιτικές, στρατιωτικές και άλλες μεταβλητές; Πώς θα γίνει διαχείριση της κατάστασης; Δεν είναι ζήτημα, όπως κάποιοι λένε, «λυσοφοβίας», αλλά σοβαρής και υπεύθυνης ανάλυσης και διατύπωσης θέσεων. Άλλωστε φορτικά θα γράφουμε ότι από αυτές τις στήλες έχουμε προτείνει -και θα συνεχίσουμε να το πράττουμε- εναλλακτικές πολιτικές και οικονομικές δράσεις.

Καμιά πατρίδα και κανένα κράτος δεν δικαιούνται να παίζουν την τύχη τους στα ζάρια ή να κινδυνεύουν να βρεθούν σε καταστάσεις χειρότερες από τις υφιστάμενες επειδή η χρεοκοπημένη, κομματική και οικονομική ελίτ απορρίπτει οποιαδήποτε εναλλακτική φόρμουλα, γιατί η φόρμουλα αυτή είναι εκτός «των γνωστών πλαισίων» στα οποία το κατεστημένο έμαθε να δουλεύει. Η καλλιέργεια κλίματος για θετικές οικονομικές εξελίξεις σε περίπτωση μιας πολυδαίδαλης διοικητικά ομοσπονδίας είναι ατεκμηρίωτη.

Διότι, μια βασική μεταβλητή της οικονομίας και της ανάπτυξης είναι η λειτουργικότητα ενός πολιτειακού συστήματος. Το οποίο είναι συναφές με την πολιτική σταθερότητα και την ασφάλεια. Συνεπώς, θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικά τα στελέχη της ΟΕΒ και του ΚΕΒΕ, όταν υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να μετατραπούμε σε Χονγκ Κονγκ της Τουρκίας. Σε μια τέτοια εξέλιξη, ποια θα ήταν η οικονομική μας κατάσταση μετά από οποιαδήποτε κρίση, η οποία θα επηρέαζε αρνητικά την εύθραυστη τουρκική οικονομία;

Κάποιος θα ήταν δυνατό να ισχυριστεί ότι το ίδιο ερώτημα μπορεί να τεθεί στη σχέση μας με την Ε.Ε. Μάλλον οι περιπτώσεις είναι διαφορετικές. Η Ε.Ε. και η Ευρωζώνη, παρά τα προβλήματά τους, μπορούν να απορροφήσουν κραδασμούς που δεν μπορεί η Τουρκία. Εάν στην οικονομική κρίση της Ε.Ε. είχαμε ως νόμισμα τη λίρα αντί του ευρώ, η οικονομική μας κατάσταση θα ήταν πολύ χειρότερη από την υφιστάμενη.

Ερώτημα, λοιπόν: Πώς θα αντιδρούσαν τα ενθουσιώδη περί τη «χρυσοφόρα ομοσπονδιακή λύση» στελέχη της ΟΕΒ και του ΚΕΒΕ σε περίπτωση οικονομικής κρίσης στην Τουρκία, της οποίας θα είμαστε μια ανάλογη επαρχία όπως το Χονγκ Κονγκ; Τι θα έπρατταν; Θα έσπευδαν εκ νέου προς την πρεσβεία των ΗΠΑ, με κλειστά τα μάτια, για να λάβουν νέες οδηγίες ή θα στρέφονταν προς την Πυθία για να βγάλει χρησμό; Ούτε τα σοβαρά κράτη, ούτε οι σοβαροί επενδυτές και επιχειρηματίες ενεργούν τοιουτοτρόπως.


Top