Απόψεις Ανδρέας Θεοφάνους Η επιστροφή των υπερβολικών προσδοκιών

Η επιστροφή των υπερβολικών προσδοκιών

Ο Ανδρέας Θεοφάνους είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

 



Ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού κόσμου της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς και η διεθνής κοινότητα αποδίδουν τεράστια σημασία στην αναμενόμενη επανέναρξη των συνομιλιών κυρίως σε συνάρτηση με το αναμενόμενο αποτέλεσμα των παράνομων εκλογών στα κατεχόμενα.  Και πάλιν καλλιεργούνται υπερβολικές προσδοκίες για λύση του Κυπριακού και την προοπτική οικονομικής ανόδου.  Η υφιστάμενη κατάσταση σίγουρα δεν είναι αποδεκτή.  Είναι όμως πολύ σημαντικό να κατανοηθεί ότι αποτελεί τεράστιο σφάλμα και αφέλεια να θεωρείται ότι οποιαδήποτε λύση του Κυπριακού συνεπάγεται βελτίωση του status quo. 

Οι πρόσφατες δηλώσεις Άιντα για την ιστορία του Κυπριακού μας υπενθυμίζουν, μεταξύ άλλων, την ανάγκη να αποκτήσει επιτέλους η Κυπριακή Δημοκρατία αφηγηματική επεξήγηση.  Δυστυχώς η τουρκική θέση περί «εκλιπούσας Κυπριακής Δημοκρατίας» και «απαχθέν κράτος» κερδίζει έδαφος με διαμαρτυρίες που δεν έχουν ικανοποιητικά αποτελέσματα.  Για τη θλιβερή αυτή κατάσταση υπάρχουν διαχρονικές ευθύνες του πολιτικού συστήματος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι ευθύνες κατανέμονται αναλογικά σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις. 

Εν όψει της επανέναρξης των συνομιλιών, είναι πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε τη σημασία της συνέχειας της Κυπριακής Δημοκρατίας.  Θα πρέπει επίσης να καταστεί ξεκάθαρο ότι η λύση δεν θα καταργεί το νόμιμο κράτος. Αντίθετα, θα πρέπει να ολοκληρώνει την ανεξαρτησία του.  Μεταξύ άλλων, επισημαίνεται η σημασία της νομιμοποίησης.  Υπενθυμίζεται ότι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της νεοϊδρυθείσας Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960 ήταν η έλλειψη νομιμοποίησης.  Ως εκ τούτου θα είναι θανάσιμο σφάλμα εάν η πολιτική ηγεσία προχωρήσει ή παγιδευτεί με «δημιουργικές ασάφειες» σε ένα περίγραμμα λύσης αγνοώντας τις προεκτάσεις. 

Σημειώνεται συναφώς ότι ξένα κέντρα αποφάσεων και συμφερόντων που δραστηριοποιούνται στη χώρα μας, αρκετές φορές με τη συνεργασία Κυπρίων, προωθούν επικίνδυνες και αυτοκτονικές ιδέες.  Στο Κυπριακό, γίνεται προσπάθεια να καλλιεργηθεί η εντύπωση ότι είναι οι Ελληνοκύπριοι που φέρουν την ευθύνη για τα κακώς έχοντα και ως εκ τούτου θα πρέπει να αποδεχθούν την οποιαδήποτε λύση τους προτείνεται.

Η επιμονή για τη διασφάλιση βασικών αρχών στην επίλυση του Κυπριακού χλευαζόταν/χλευάζεται συστηματικά από ξένα κέντρα αποφάσεων καθώς και από τους εν Κύπρω τοποτηρητές τους.  Οι αντιδράσεις κορυφώθηκαν μετά το δημοψήφισμα στις 24 Απριλίου 2004 δια του οποίου ο Κυπριακός Ελληνισμός απέρριψε το Σχέδιο Ανάν.  Η απόρριψη αυτή συνοδεύθηκε με την απώλεια της ηθικής υπεροχής των Ελληνοκυπρίων και της Κυπριακής Δημοκρατίας.  Ταυτόχρονα κορυφώθηκαν οι προσπάθειες δημιουργίας συμπλεγμάτων ενοχής στους Ελληνοκύπριους.  Μια από τις βασικές παραλήψεις της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν η απουσία αφηγηματικής επεξήγησης.  Η παράληψη αυτή εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι σήμερα.

Στο οικονομικό πεδίο υπογραμμίζεται το γεγονός ότι θα είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατο να λειτουργήσει στην Ευρωζώνη ένα τρικέφαλο, πολυδάπανο και δυσκίνητο κράτος.  Και τούτο παρά τις εκτιμήσεις του Προέδρου Αναστασιάδη ότι η λύση θα οδηγήσει σε οικονομική έκρηξη.  Υπογραμμίζεται συναφώς ότι οι δηλώσεις του κ. Αναστασιάδη για το συγκεκριμένο ζήτημα – δηλαδή «ότι μόνο όσοι υστερούν πνευματικά δεν θα το αναγνώριζαν αυτό», είναι το λιγότερο ατυχείς. Για την οικονομική άνοδο στα πλαίσια μιας λύσης του Κυπριακού απαιτούνται, μεταξύ άλλων, πολιτική σταθερότητα, ένα ελάχιστο πλαίσιο κοινών στόχων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, ευελιξία στη διακυβέρνηση και αποφυγή ψηλών δημοσίων δαπανών και στρεβλώσεων.  Αποτελεί μέγιστη απρονοησία να θεωρείται ότι τα ζητήματα αυτά εκ προοιμίου θα έχουν την επιθυμητή κατάληξη.  Δεν πρέπει επίσης να παραγνωρίζουμε τις εμπειρίες άλλων κρατών που στηρίχθηκαν/στηρίζονται σε εθνοκοινοτικούς πυλώνες.

Προφανώς θα υπάρξει σοβαρός προβληματισμός τους επόμενους μήνες.  Υπογραμμίζω ταυτόχρονα ότι θα ήταν μοιραίο σφάλμα να ιδεολογικοποιηθεί και να μολυνθεί και πάλιν το ευρύτερο περιβάλλον.  Το κρισιμότερο ζήτημα που τίθεται λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα υφιστάμενα δεδομένα είναι το ποιά μορφή λύσης μπορεί να οδηγήσει πραγματικά σε βελτίωση του status quo και σε οικονομική άνοδο. Ως έχουν τα πράγματα το υφιστάμενο πολιτικό σύστημα που οδήγησε τη χώρα στην οικονομική καταστροφή δεν διαθέτει την απαραίτητη αξιοπιστία και γνώση για να πείσει ότι είναι σε θέση να κρίνει σωστά και καθαρά το μέλλον της Κυπριακής Δημοκρατίας. 


Top