Απόψεις Ανδρέας Θεοφάνους Αλλαγή υποδείγματος για αποφυγή παρατεταμένου μαρασμού

Αλλαγή υποδείγματος για αποφυγή παρατεταμένου μαρασμού

Ο Ανδρέας Θεοφάνους είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

 



Είναι προφανές ότι η κατά γράμμα τήρηση των προνοιών του Μνημονίου οδηγεί την Κύπρο στην ασφυξία και στον μαρασμό. Στην καλύτερη περίπτωση η φιλοσοφία της Τρόικας θα οδηγήσει σε σταθεροποίηση σε πολύ χαμηλά επίπεδα όπου η ανεργία θα είναι ψηλή, τα εισοδήματα σχετικά χαμηλά και η οικονομική δραστηριότητα υποτονική.  Ως εκ τούτου η Κύπρος θα πρέπει να προσπαθήσει να προωθήσει ολοκληρωμένη εναλλακτική οικονομική πολιτική.

Δεν πρέπει όμως να ξεχνούμε πως φθάσαμε στην κατάσταση αυτή.  Ναι, είναι γεγονός ότι οι αποφάσεις του Eurogroup τον Μάρτιο του 2013 ήταν τιμωρητικές, σκληρές και ότι στερούντο οικονομικού ορθολογισμού. Επιπρόσθετα, η Κύπρος χρησιμοποιήθηκε ως πειραματόζωο. Οι αποφάσεις αυτές εμβάθυναν την κρίση η οποία προϋπήρχε ως αποτέλεσμα τραγικών λαθών, υπερβολών και παραλήψεων.  Εν πολλοίς η οικονομική κατάρρευση προέκυψε τόσο από τον τραπεζικό όσο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Όμως η μεγαλύτερη ανεργία καθώς και οι πιο ψηλές μειώσεις μισθών λαμβάνουν χώρα στους άλλους τομείς της οικονομίας.

Για να μπορέσει η Κύπρος να ορθοποδήσει θα πρέπει να αποβάλει τις υπερβολές που οδήγησαν σε αυτή την κατάσταση και παράλληλα να απαλλαχτεί από τη φιλοσοφία του Μνημονίου. Επιπρόσθετα ο στόχος της εξυγίανσης και της αναβάθμισης της αποδοτικότητας του κράτους θα πρέπει να αποτελέσουν προτεραιότητες.

Σε σχέση με την εξαγγελθείσα αλλά ματαιωθείσα απεργία στον ευρύτερο δημόσιο τομέα για ενδεχόμενη φορολόγηση του εφάπαξ, ξένοι αναλυτές υπογράμμιζαν ότι η Κύπρος βρίσκεται στη δίνη ενός παραλογισμού: αφ’ ενός η ασφυξία που προκαλεί η υλοποίηση του Μνημονίου και αφ’ ετέρου ο στρουθοκαμηλισμός μέρους της κυπριακής κοινωνίας.  Υπενθυμίζεται ότι σήμερα η κυβέρνηση δανείζεται για να πληρώσει μισθούς και συντάξεις. 

Από την πλευρά τους οι συντεχνίες θεωρούν ότι το εφάπαξ είναι μέρος των κεκτημένων δικαιωμάτων, μέρος των συλλογικών συμβάσεων. Πέραν τούτου υπήρχε δέσμευση από την κυβέρνηση ότι δεν θα φορολογηθεί το εφάπαξ.  Ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η προτιθέμενη φορολόγηση.  Σημειώνεται συναφώς ότι οι δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων για το ζήτημα χωρίς προηγούμενη διαβούλευση δεν βοήθησε τα πράγματα.

Από την άλλη όμως (και ανεξαρτήτως της παρέμβασης του Προέδρου για άρση της απεργίας), προβάλλεται η θέση ότι το εφάπαξ, τα ευρύτερα οφέλη και ο τρόπος που λειτουργούσε ο ευρύτερος δημόσιος τομέας ήταν μέρος της υπερβολής και των στρεβλώσεων που οδήγησαν στη χρεοκοπία. Οι όροι απασχόλησης στον ευρύτερο δημόσιο τομέα δεν αντικατόπτριζαν τις δυνατότητες της οικονομίας. Οι συλλογικές συμβάσεις ήταν αποτέλεσμα των πελατειακών σχέσεων, του λαϊκισμού και του φόβου για πολιτικό κόστος σε τυχόν άρνηση σε απαιτήσεις. Η πρακτική αυτή ούτως ή άλλως θα πρέπει να παραμερισθεί.

Το συγκεκριμένο θέμα – η καταβολή του εφάπαξ ως έχει - πρέπει να αξιολογηθεί λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα υφιστάμενα δεδομένα της βαθειάς κρίσης: μεταξύ άλλων, ψηλή ανεργία, δημογραφική αιμορραγία, χαμηλοί μισθοί για ένα μεγάλο μέρος των εργαζομένων και προβληματισμός για νέες περικοπές και νέες φορολογίες. Δυστυχώς σήμερα υφίσταται μια πολύ χαώδης κατάσταση: είναι η ασφυξία που προκαλείται από τη φιλοσοφία του Μνημονίου καθώς και η διαιώνιση νοοτροπιών πολικαντισμού, λαϊκισμού και εξυπηρέτησης ομαδικών συμφερόντων.

Αναφέρεται συναφώς ότι στα πλαίσια της πολιτικής του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος η κυβέρνηση έχει καλέσει και τους συνταξιούχους με χαμηλή σύνταξη (γύρω στα €350 μηνιαίως οι οποίοι λαμβάνουν το επιπλέον επίδομα των €100-€150) να καταθέσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία.  Σε διαφορετική περίπτωση επικρέμεται η απειλή για αποκοπή του επιπρόσθετου επιδόματος.  Η αίτηση που καλούνται να συμπληρώσουν οι συνταξιούχοι δικαιούχοι του μικρού επιδόματος απαιτεί μια σωρεία λεπτομερειών των περιουσιακών στοιχείων των αιτητών που δεν ανταποκρίνεται σε ουσιαστική ανάγκη και συνεπάγεται επίσης ψηλό διοικητικό κόστος. Η κυβερνητική θέση για καταγραφή στοιχείων για στοχευμένη κοινωνική πολιτική δεν ευσταθεί. Οι συντάξεις είναι ανεξάρτητες από τα περιουσιακά στοιχεία των εμπλεκομένων.  Πέραν τούτου όταν υπάρχουν συντάξεις πέραν των €3.000 μηνιαίως χωρίς εισοδηματικά κριτήρια, νομιμοποιείται η κυβέρνηση να ζητεί συμπλήρωμα αιτήσεων για το επιπλέον εισόδημα (€100-€150) σε συντάξεις γύρω στα €350; Η μήπως ο στόχος  είναι η απαρχή του φακελώματος όλων των πολιτών;

Η κατάσταση αυτή ως έχει δεν μπορεί να συνεχισθεί και θα πρέπει να δούμε πως τερματίζεται αυτή η κακοδαιμονία.  Εφ’ όσον συνεχίζονται, οι υπερβολές της Τρόικας αφ’ ενός και οι υπερβολές στο εσωτερικό αφ’ ετέρου, η Κύπρος οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια σε μαρασμό.

Είναι επιτέλους σημαντικό να κατανοηθεί η σημασία της εναλλακτικής πρότασης αφ’ ενός και της συναίνεσης και ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου αφ’ ετέρου.  Στα πλαίσια αυτά είναι ανάγκη να υπάρξει επαρκής επιχειρηματολογία για τη χαλάρωση των προνοιών του Μνημονίου. Την κρίση θα πρέπει να την αντιμετωπίσουμε συλλογικά και με τρόπο που στο τέλος να εξέλθουμε πιο δυνατοί.  Εννοείται ότι στα πλαίσια αυτά θα παραμερίσουμε τους παλαιούς διαχωρισμούς σε πολίτες δύο και τριών ταχυτήτων.  Θα πρέπει να υπάρξει συναντίληψη, αλληλοσεβασμός, ισοτιμία και πάνω απ’ όλα βούληση για έξοδο από την κρίση το συντομότερο.  Θα πρέπει να υπερβούμε τις αντιφάσεις και με υπευθυνότητα και γενναιότητα να εργασθούμε σκληρά για ένα καλύτερο αύριο.

*Ο Ανδρέας Θεοφάνους είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

 


Top