Απόψεις Ανδρέας Θεοφάνους Πέρα από το Νομοσχέδιο για τις Εκποιήσεις

Πέρα από το Νομοσχέδιο για τις Εκποιήσεις

Ο Ανδρέας Θεοφάνους είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

 



Ο προβληματισμός και η αγωνία σε σχέση με τη συζήτηση για το νομοσχέδιο για τις εκποιήσεις απαιτεί μια προσεχτική και ορθολογιστική αξιολόγηση της επιχειρηματολογίας της κυβέρνησης αλλά και της αντιπολίτευσης.  Ταυτόχρονα απαιτεί την κατανόηση των συναφών εξελίξεων στην ευρωζώνη και ευρύτερα.

Η κυβέρνηση παραμένει πιστή στη φιλοσοφία της Τρόικα και επιθυμεί να εκπληρώσει κατά γράμμα όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το Μνημόνιο.  Προφανώς η κυβέρνηση πιστεύει ότι μόνο έτσι θα επέλθει η εξυγίανση και τελικά η ανάκαμψη της οικονομίας.  Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης και το επιτελείο του δεν φαίνεται να προβληματίζονται επαρκώς για το κοινωνικό κόστος της συγκεκριμένης επιλογής την οποία θεωρούν ως μονόδρομο.  Η κυβέρνηση πιστεύει ότι για να ευημερήσουν οι άνθρωποι θα πρέπει πρώτα να διορθωθούν οι αριθμοί.  Προσπαθώντας να προωθήσει την ψήφιση του νομοσχεδίου για τις εκποιήσεις η κυβέρνηση εμμέσως πλην σαφώς εκβιάζει τονίζοντας ότι θα ακολουθήσουν χειρότερες εξελίξεις εάν δεν ψηφισθεί.  

Το μείζον ζήτημα όμως είναι ότι η υφιστάμενη μνημονιακή πολιτική οδηγεί στη διαιώνιση της κρίσης.  Σημειώνεται συναφώς ότι ήδη ακούγονται επικριτικές φωνές για τη συγκεκριμένη πολιτική σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.  Μεταξύ άλλων, πριν λίγες μέρες ο γνωστός Αμερικάνος Καθηγητής Οικονομικών Τζόζεφ Στίγκλιτς, μιλώντας στην 5η Συνάντηση των Νομπελιστών, στο Λιντάου της Γερμανίας, υποστήριξε ότι «η ευρωζώνη απειλείται από μια μακροχρόνια ύφεση, που μπροστά της θα ωχριούν οι χαμένες δεκαετίες της Ιαπωνίας». Σημείωσε επίσης ότι «η μία χώρα μετά την άλλη ολισθαίνει στην κρίση και αυτό αποδεικνύει ότι είμαστε αντιμέτωποι με συστημικά σφάλματα», τονίζοντας ταυτόχρονα ότι «υποτιμήθηκαν σε μεγάλο βαθμό οι ανασταλτικές επιδράσεις της λιτότητας στην ανάπτυξη». Ο Τζόζεφ Στίγκλιτς επανέλαβε ότι «η ευρωζώνη πλήττεται από μια ολέθρια πολιτική», και ότι «επί χρόνια πολιτικοί και κεντρικοί τραπεζίτες δραστηριοποιούνταν με εσφαλμένα μοντέλα και υποθέσεις».

Επιστρέφοντας στο συγκεκριμένο θέμα του νομοσχεδίου για τις εκποιήσεις σημειώνεται ότι από την πλευρά της η αντιπολίτευση επισημαίνει ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος μαζικών εκποιήσεων και δυσχερέστερων κοινωνικοοικονομικών εξελίξεων.  Η όλη επιχειρηματολογία παραπέμπει στην ανάγκη ενσωμάτωσης προνοιών στο νομοσχέδιο που να προστατεύουν τις ευάλωτες ομάδες καθώς και την πρώτη κατοικία.  Μπορεί η στάση των δυνάμεων της αντιπολίτευσης να χαρακτηρίζεται από περισσότερη κοινωνική ευαισθησία, όμως η ουσία είναι ότι δεν υπάρχει ολοκληρωμένη εναλλακτική πρόταση.

Ας κοιτάξουμε λοιπόν τα πράγματα κατάματα.  Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και ο υπερδανεισμός αποτέλεσαν μια από τις αιτίες της κρίσης και για αυτό φέρουν ευθύνη οι εποπτικές αρχές, οι τράπεζες καθώς και οι υπερβολές επιχειρήσεων και νοικοκυριών.  Αλλά και η υλοποίηση της φιλοσοφίας της Τρόικα επιδείνωσε τα δεδομένα αφού εμβάθυνε την κρίση.  Έτσι περισσότερες επιχειρήσεις και νοικοκυριά βρέθηκαν εκτεθειμένα αυξάνοντας τη δεξαμενή των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Το ζητούμενο είναι η λύση του γόρδιου δεσμού με το λιγότερο δυνατό κοινωνικό κόστος.  Σε σχέση με την ακολουθούμενη πολιτική υπογραμμίζεται ότι ακόμα και εάν η αντιπολίτευση εξασφαλίσει τις δεσμεύσεις που επιθυμεί, η ουσία των προβλημάτων δεν επιλύεται.  Και ούτε είναι δυνατό να αποπληρωθεί το ιδιωτικό και το δημόσιο χρέος κάτω από συνθήκες βαθειάς ύφεσης.  Ταυτόχρονα σημειώνεται ότι δεν είναι δυνατό να αναμένουμε οι φορολογούμενοι πολίτες καθώς και οι καταθέτες να καλύψουν τις ανάγκες των τραπεζών καθώς και των δανειοληπτών που δεν ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους. 

Τίθεται η ανάγκη διαφοροποίησης νοοτροπιών σε όλα τα επίπεδα καθώς και η αναζήτηση εναλλακτικής ολοκληρωμένης προσέγγισης για επίλυση των προβλημάτων.  Η εν λόγω πολιτική θα πρέπει να κινείται σε δύο επίπεδα: και στο μακροοικονομικό και στο μικροοικονομικό πεδίο.  Προτάσεις και στα δύο επίπεδα έχουν ήδη κατατεθεί.**  Ο στόχος είναι η ανακοπή της κατηφορικής πορείας της οικονομίας και η άμεση ανάκαμψη.  Για παράδειγμα, είναι καθοριστικής σημασίας η μείωση της φορολογίας.  Ταυτόχρονα είναι δυνατή η διεύρυνση τρόπων αποπληρωμής των μη εξυπηρετούμενων δανείων.  Σημειώνεται επίσης ότι δυστυχώς οι τράπεζες πήγαν από το ένα άκρο – αυτό της έλλειψης ελέγχων – στο άλλο – των υπέρμετρων ελέγχων και της ασφυξίας.  Αυτό θα πρέπει να διαφοροποιηθεί άμεσα.  Θεωρώ ότι η προώθηση εναλλακτικής πολιτικής είναι εφικτή.  Απαιτείται όμως πολιτική βούληση, ψυχικό σθένος και επιστράτευση της επιστημονικής γνώσης.

Το υφιστάμενο πολιτικό σύστημα αδυνατεί να δώσει λύσεις στα προβλήματα και η κοινωνία βυθίζεται περισσότερο σε ένα επικίνδυνο τέλμα.  Αυτό δεν πρέπει να εκπλήττει όμως καθώς το ίδιο φέρει βαρύτατες ευθύνες για την κρίση.  Μεταξύ άλλων, υπογραμμίζεται ότι ενώ η κυβέρνηση Αναστασιάδη παρέλαβε καμένη γη δεν ανταποκρίθηκε επαρκώς στις υποχρεώσεις και τις προκλήσεις.  Δεν θα είναι υπερβολή να λεχθεί ότι με τις επιλογές της έχει δυστυχώς επέλθει επιδείνωση της κατάστασης.  Το ζητούμενο είναι η αναστροφή της καταστροφικής αυτής πορείας το συντομότερο.

 

*Ο Ανδρέας Θεοφάνους είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

**Βλέπε: Ανδρέας Θεοφάνους και Κυριάκος Αντωνίου, «Τα οικονομικά δεδομένα και πως θα εξέλθει η Κύπρος από την κρίση», ΣΗΜΕΙΩΜΑ 2, Ιούλιος 2014,

http://www.cceia.unic.ac.cy/gr/images/pdf/simeiwma%202_a.%20theophanous%20%26%20k.%20antoniou.pdf


Top