Απόψεις Ανδρέας Θεοφάνους Η ανάγκη διαφύλαξης της Κυπριακής Δημοκρατίας

Η ανάγκη διαφύλαξης της Κυπριακής Δημοκρατίας

Ο Ανδρέας Θεοφάνους είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

 



Στις 20 Ιουλίου 1974 όταν η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο, διακήρυξε ότι στόχος της ήταν «η αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης και η προστασία της τουρκοκυπριακής (μειονοτικής) κοινότητας».  Στις 23-24 Ιουλίου 1974 με την πτώση της Χούντας και του πραξικοπηματικού καθεστώτος στη Λευκωσία ανέλαβε καθήκοντα Προεδρεύοντος της Δημοκρατίας ο τότε Πρόεδρος της Βουλής Γλαύκος Κληρίδης ο οποίος εισηγήθηκε στον Τουρκοκύπριο ηγέτη Ραούφ Ντενκτάς την επαναφορά του Συντάγματος του 1960.  Ο Ντενκτάς και η Άγκυρα, είχαν προ-αποφασίσει - ότι είναι πολύ αργά. 

Οι παραβιάσεις της κατάπαυσης του πυρός και η προέλαση των τουρκικών δυνάμεων εισβολής συνεχίσθηκαν.  Οι εξελίξεις ήταν δραματικές.  Λάμβανε ήδη χώρα η εφαρμογή ενός συγκεκριμένου σχεδίου κατάληψης εδαφών και εθνοκάθαρσης. Εάν ο πραγματικός λόγος της εισβολής ήταν «η αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης και η προστασία της τουρκοκυπριακής (μειονοτικής) κοινότητας», η Τουρκία θα μπορούσε να είχε αποδεχθεί την εισήγηση Κληρίδη και να μην γινόταν λόγος σήμερα για κατοχή.

Ήταν πλέον ξεκάθαρος ο στόχος της Άγκυρας για παραμερισμό της Κυπριακής Δημοκρατίας και η αντικατάσταση της με ένα νέο κρατικό μόρφωμα το οποίο κατ’ ουσίαν θα ήταν τουρκικό προτεκτοράτο. Το τελεσίγραφο της Τουρκίας δεν έγινε αποδεκτό το βράδυ της 13ης Αυγούστου 1974 και η Άγκυρα προχώρησε σε μια δεύτερη στρατιωτική επιχείρηση από ξηράς, θαλάσσης και αέρος. Με το τέλος του καλοκαιριού του 1974 η Κύπρος βρισκόταν ενώπιον μιας βιβλικής καταστροφής: χιλιάδες νεκροί, αγνοούμενοι, εκτοπισμένοι ενώ πολλοί πήραν τον δρόμο του ξενιτεμού.

Σε ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ την 1η Οκτωβρίου 1974 ο Πρόεδρος Μακάριος κατηγόρησε την Τουρκία ότι υιοθέτησε Ναζιστικές πρακτικές. Αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, και στο παράδειγμα της Τσεχοσλοβακίας και τη χρησιμοποίηση της γερμανικής μειονότητας πρώτα για την επέμβαση στη χώρα και μεταγενέστερα για την ολική της κατάληψη.  Είναι σημαντικό να θυμηθούμε και, μεταξύ άλλων, τι είπε ακριβώς στη συγκεκριμένη ομιλία του ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος:

«Τα επιχειρήματα και οι ισχυρισμοί ούτοι δεν αποτελούν παρά μόνον προσχήματα δια τας επεκτατικάς βλέψεις της Τουρκίας, τα οποία φέρουν εντόνως εις την μνήμην μας τα επιχειρήματα και τους ισχυρισμούς, τους οποίους προέβαλεν ο Χίτλερ δια να εισβάλη εις την Τσεχοσλοβακίαν.  Φέρουν ωσαύτως εις την μνήμην μας τας μεθόδους τας οποίας εχρησιμοποίησεν η Τουρκία δια να προσαρτήση την Αλεξανδρέτταν.  Η αυτονομία και ασφάλεια της μικρής τουρκοκυπριακής μειονότητος των 18% κατ΄ ουδένα τρόπον δύναται να δικαιολογήση γεωγραφικήν ομοσπονδίαν, η οποία εν τη πράξει θα εσήμαινε την διχοτόμησιν της Κύπρου».[1]

Η Κύπρος βρισκόταν πλέον υπό τον γεωστρατηγικό έλεγχο της Τουρκίας.  Άμεσος στόχος ήταν η συγκράτηση του πληθυσμού, η ανόρθωση της οικονομίας και η επιβίωση της Κυπριακής Δημοκρατίας.  Με τις τραγικές εξελίξεις ο Πρόεδρος Μακάριος αποδέχθηκε την ιδέα της ομοσπονδιακής λύσης ως ύστατη παραχώρηση και ως μέσο αποκατάστασης της ενότητας της χώρας. Αρχικά είχε επικεντρωθεί στην ιδέα της πολυπεριφερειακής ομοσπονδίας αλλά μεταγενέστερα προβληματίσθηκε γύρω από τη διπεριφερειακή ομοσπονδία. Με τη διαμεσολάβηση των ΗΠΑ και του ΟΗΕ κατέστη δυνατή η πρώτη συμφωνία υψηλού επιπέδου μεταξύ Μακαρίου-Ντενκτάς, τον Φεβρουάριο του 1977. Ως εκπρόσωπος της ελληνοκυπριακής πλευράς ο Τάσσος Παπαδόπουλος κατέθεσε την Άνοιξη του 1977 χάρτη με δύο περιφέρειες στα πλαίσια ενός ομοσπονδιακού πολιτεύματος με ισχυρή κεντρική κυβέρνηση. 

Σύντομα κατέστη προφανές ότι οι τουρκικές απαιτήσεις ήταν υπερβολικές και σε καμία περίπτωση δεν προσέγγιζαν τις οδυνηρές ελληνοκυπριακές υποχωρήσεις.  Αντιλαμβανόμενος τα σκληρά δεδομένα ο Μακάριος στην τελευταία του ομιλία στις 20 Ιουλίου του 1977 υπογράμμισε τη σημασία του μακροχρόνιου αγώνα ως αναγκαιότητα η οποία επιβαλλόταν από την τουρκική επεκτατική πολιτική.  Παράλληλα, ο Πρόεδρος Μακάριος διακήρυξε ότι η συνεχής ενίσχυση της κρατικής υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν στρατηγικής σημασίας στον αγώνα για επιβίωση.

 

Σημειώνεται επίσης ότι οι προτάσεις οι οποίες συζητήθηκαν πρώτα μέχρι το 1977 και αργότερα το 1979 με τις συμφωνίες υψηλού επιπέδου Κυπριανού-Ντενκτάς δεν έχουν καμία σχέση με το τι λαμβάνει χώρα σήμερα.  Για παράδειγμα, ο Μακάριος και ο Κυπριανού επέμεναν στο δικαίωμα επιστροφής όλων των προσφύγων στα σπίτια τους.  Εάν όλοι οι Τουρκοκύπριοι επιθυμούσαν να ζήσουν στην υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση περιοχή, πρόθεση ήταν η ανέργεση κατοικιών σε χαλίτικη κρατική γη.  Με αυτό τον τρόπο θα ήταν δυνατή η επιστροφή όσων Ελληνοκυπρίων επιθυμούσαν στις εστίες τους.

Σαράντα χρόνια μετά από την τουρκική εισβολή τα δεδομένα για την Κύπρο είναι πολύ δύσκολα.  Είναι καθοριστικής σημασίας αντλώντας διδάγματα από την ιστορία αλλά και με ένα όραμα να συνεχίσουμε παρά τις αντιξοότητες. Είναι επίσης σημαντικό να υπάρχει σφαιρική αντίληψη για την ιστορία αλλά και ολοκληρωμένη πολιτική για το Κυπριακό. Το δεύτερο δεν επιτυγχάνεται χωρίς το πρώτο. Υπογραμμίζεται επίσης η σημασία της αφηγηματικής επεξήγησης και της ηθικής υπεροχής.  Ενώ ο χρόνος είναι αδυσώπητος δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε τη σημασία της συνεχούς ενίσχυσης της κρατικής υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας.  Θα ήταν πράξη αυτοκτονίας λόγω της πίεσης χρόνου να γίνει αποδεκτή μια λύση που παραμερίζει την Κυπριακή Δημοκρατία.

*Ο Ανδρέας Θεοφάνους είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.



[1] Μ. Χριστοδούλου, Η Πορεία μιας Εποχής: Η Ελλάδα, η Κυπριακή Ηγεσία και το Κυπριακό Πρόβλημα, Αθήνα: Εκδοτικός και Εμπορικός Οργανισμός Ιωάννου Φλώρου, 1987, σελ. 708.

 


Top