Απόψεις Ανδρέας Θεοφάνους Η ΕΕ σε σταυροδρόμι

Η ΕΕ σε σταυροδρόμι

Ο Ανδρέας Θεοφάνους είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

 



Με την επίσημη πλέον προώθηση της υποψηφιότητας Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ για την Προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επιβεβαιώνεται ένα τεράστιο χάσμα μεταξύ Βερολίνου και Λονδίνου.  Η ΕΕ απέτυχε τα τελευταία χρόνια να χειρισθεί αποτελεσματικά την κρίση της Ευρωζώνης καθώς και άλλα ζητήματα. Το Λονδίνο εκφράζει τη θέση ότι θα πρέπει να δοθούν περισσότερες αρμοδιότητες στα έθνη-κράτη καθώς θεωρεί ότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί είναι ανεπαρκείς για να επιλύσουν τα προβλήματα σε εθνικό και ευρύτερο επίπεδο. 

Υπογραμμίζεται ότι ανάλογη στάση είχε τηρήσει και η Μάργκαρετ Θάτσερ στις αρχές της δεκαετίας του 1990 όταν προωθείτο η Συνθήκη του Μάαστριχτ. Τότε η Βρετανία επέμενε ότι η προώθηση της οικονομικής και νομισματικής ένωσης θα οδηγούσε σε περισσότερα προβλήματα. Μάλιστα η Σιδηρά Κυρία είχε αναφέρει ότι στο τέλος θα υπήρχε μια Γερμανική Ευρώπη.  Οι εξελίξεις εν πολλοίς δικαιώνουν την πρώην Βρετανίδα Πρωθυπουργό για τη στάση που είχε τηρήσει. 

Στη σημερινή συγκυρία με τα πολλαπλά κοινωνικοοικονομικά αλλά και πολιτικά προβλήματα, η θέση η οποία προκρίνεται από τη Γερμανία καθώς και από άλλες χώρες και πολιτικά ρεύματα είναι ότι η ΕΕ χρειάζεται περισσότερη ενοποίηση ούτως ώστε να επιλύσει τα προβλήματά της.  Εκ πρώτης όψεως μια τέτοια θέση φαίνεται αρκετά ελκυστική, από την άλλη όμως δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε τις επιπλοκές.  Πρώτα απ’ όλα ενώ οι διάφορες χώρες της ΕΕ αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα και έχουν υποστεί πολύ σκληρά μέτρα λιτότητας, μια κατ’ ουσίαν ομοσπονδιακή ευρωπαϊκή αρχή, η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή, προκρίνει σήμερα υποθετικά κουρέματα κρατικών ομολόγων με τέτοιο τρόπο που οι τράπεζες να αναγκασθούν να αντλήσουν νέα κεφάλαια για να ξεπεράσουν τα stress tests/τεστς αντοχής.  Η κίνηση αυτή δείχνει βαθειά προσήλωση σε μια φιλοσοφία όπου ο στόχος είναι ευημερία των αριθμών και όχι των ανθρώπων.  Προφανώς υπάρχουν προβλήματα στον τραπεζικό τομέα αλλά η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα μπορούσε να είναι αρωγός και εγγυητής σε τυχόν προβλήματα υιοθετώντας, μεταξύ άλλων, μια πιο επεκτατική νομισματική πολιτική.  Η εξυγίανση χρειάζεται χρόνο.  Το shock therapy το οποίο προκρίνεται συστηματικά επιτείνει τα προβλήματα. 

Σημειώνεται συναφώς ότι ο υποψήφιος Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ είχε διαδραματίσει ρόλο στα τεκταινόμενα και ως Πρόεδρος του Eurogroup στο παρελθόν δεν απέτρεψε τα σκληρά μνημόνια στις χώρες του Νότου.  Είναι επίσης πολύ σημαντικό να σημειωθεί ότι η εμβάθυνση της Ένωσης και η προώθηση ομοσπονδιακών δομών σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν εκλαμβάνεται με το ίδιο τρόπο από τους διάφορους παίχτες.  Για παράδειγμα, για πολλές χώρες του Νότου η επιδιωκόμενη δημοσιονομική ένωση/fiscal union μπορεί να σημαίνει την υιοθέτηση της φιλοσοφίας των fiscal transfers/της πολιτικής των χορηγιών από το κέντρο προς χώρες που αντιμετωπίζουν προβλήματα.  Φυσικά αυτό το ζήτημα συνεπάγεται την ανάγκη αύξησης του προϋπολογισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο, την αύξηση της φορολογίας αλλά και τη συγκατάθεση των ψηφοφόρων του Βορρά σε μια πολιτική η οποία οδηγεί σε μεταφορά πόρων από πλουσιότερες σε φτωχότερες χώρες.  Από την άλλη όμως ο Βορράς με την προώθηση της ομοσπονδιακής και της δημοσιονομικής ένωσης μπορεί να έχει άλλους σχεδιασμούς όπως, για παράδειγμα, η προώθηση κοινών φορολογικών συντελεστών.  Σε μια τέτοια περίπτωση ας υποθέσουμε ότι προκρίνεται η φιλοσοφία του ελάχιστου εταιρικού φόρου 25%, τι θα πράξει η Κύπρος; Θα ακολουθήσει το Βερολίνο ή τη Βρετανία σε αυτή τη περίπτωση; 

Προφανώς τα ζητήματα είναι βαθύτερα.  Δεν είναι απλώς μια διαφορά μεταξύ Βερολίνου και Λονδίνου.  Το θέμα είναι ποιές πολιτικές οδηγούν σε μεγαλύτερη ευημερία.  Επιπρόσθετα, απαιτείται αλληλεγγύη στην ΕΕ και κατανόηση των δεδομένων της κάθε χώρας για να προωθηθεί η εμβάθυνση της ομοσπονδιακής ολοκλήρωσης. Σήμερα δεν υπάρχουν αυτές οι προϋποθέσεις.  Με την υφιστάμενη κατάσταση τα μέλη της Ευρωζώνης εκ των πραγμάτων ακολουθούν τη δημοσιονομική και νομισματική πολιτική της Γερμανίας: μια πολιτική που εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Γερμανίας αλλά και με τρόπο που πλήττονται τα εθνικά συμφέροντα των χωρών που αντιμετωπίζουν προβλήματα.  Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Κύπρου και της Ελλάδας καθώς και άλλων χωρών του Νότου όπου αυτή η φιλοσοφία δημιουργεί πολύ περισσότερα προβλήματα απ’ ό,τι επιλύει. 

Υπολογίζεται ότι σήμερα υπάρχουν στην ΕΕ 133 εκατομμύρια άνθρωποι κάτω από το όριο της φτώχειας και 32 εκατομμύρια άνεργοι.  Ταυτόχρονα ματαιώνονται οι προσδοκίες εκατομμυρίων νέων οι οποίοι μοιραία περιθωριοποιούνται.  Δεν ενδιαφέρει τους Ευρωπαίους πολίτες κατά πόσον η υφιστάμενη οικονομική πολιτική πηγάζει από τον γερμανικό ηγεμονισμό ή από τις πολιτιστικές και ιστορικές ιδιόμορφες της Γερμανίας.  Το ζητούμενο είναι η αλλαγή της υφιστάμενης οικονομικής πολιτικής.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η Βρετανία εκδηλώνει διαφορετική στάση από τη Γερμανία. Στη σημερινή συγκυρία όμως τίθεται ξεκάθαρα το ενδεχόμενο αποχώρησης της Βρετανίας από την ΕΕ.  Διάφοροι Βρετανοί αναλυτές οι οποίοι προβληματίζονται για την Ευρωζώνη και τη φιλοσοφία της αλλά ταυτόχρονα θα ήθελαν τη χώρα να παραμείνει στην ΕΕ, υπογραμμίζουν ότι εάν δεν διαφοροποιηθεί η δομή της Ευρωζώνης και η φιλοσοφία που διέπει τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αργά ή γρήγορα, όχι μόνο Βρετανία θα αποχωρήσει αλλά και οι τριγμοί στην ΕΕ θα είναι πολύ μεγαλύτεροι. 

*Ο Ανδρέας Θεοφάνους είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

 


Top