Απόψεις Ανδρέας Θεοφάνους Η Κύπρος δεν αντέχει άλλους πειραματισμούς

Η Κύπρος δεν αντέχει άλλους πειραματισμούς

Ο Ανδρέας Θεοφάνους είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

 



Τους τελευταίους μήνες ποικιλοτρόπως έχει καλλιεργηθεί η προσδοκία για γρήγορη λύση του Κυπριακού η οποία παράλληλα θα αποτελέσει τον καθοριστικό παράγοντα εξόδου από την οικονομική κρίση.  Ταυτόχρονα υπογραμμίζεται συστηματικά ότι οι εξελίξεις αυτές θα ανοίξουν τον δρόμο για ουσιαστικά βήματα για αξιοποίηση των ενεργειακών κοιτασμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο με αμοιβαία οφέλη για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη.

Παρά ταύτα εξακολουθούν να υπάρχουν ανυπέρβλητες δυσκολίες.  Οι θέσεις της τουρκοκυπριακής πλευράς είναι τέτοιες που δημιουργούν έντονο προβληματισμό ακόμα και στους πιο ενθέρμους υποστηρικτές της λύσης στη βάση μιας πολύ χαλαρής διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας.  Ακόμα και μετά το κοινό ανακοινωθέν της 11ης Φεβρουαρίου 2014, η άλλη πλευρά εξακολουθεί να τοποθετείται με τρόπο που και οι πλέον «ευέλικτοι» Ελληνοκύπριοι προβληματίζονται.  Πέραν της πάγιας θέσης για κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας ακόμα και στο θέμα των ΜΟΕ η τουρκοκυπριακή πλευρά είναι αρνητική. 

Η ελληνοκυπριακή πλευρά υπολογίζει ότι τυχόν άνοιγμα της περίκλειστης πόλης των Βαρωσίων θα οδηγήσει σε πολύ θετικά οικονομικά αποτελέσματα καθώς και πάνω απ’ όλα στη δημιουργία ενός πολύ θετικού ψυχολογικού κλίματος που αναπόφευκτα θα ωθήσει τις εξελίξεις στο Κυπριακό προς μια οριστική διευθέτηση.  Ακόμα και σε αυτόν τον τομέα υπάρχει δυστοκία και ουσιαστική άρνηση από την τουρκοκυπριακή πλευρά.  Επί τούτου σημειώνεται ότι οι εισηγήσεις της τουρκοκυπριακής πλευράς για ΜΟΕ ουσιαστικά οδηγούν στη νομιμοποίηση της υφιστάμενης κατάστασης.  Η τουρκοκυπριακή πλευρά αρνείται πεισματικά να θεωρήσει το άνοιγμα των Βαρωσίων ως ΜΟΕ καθώς αντικρίζει το ζήτημα αυτό ως αναπόσπαστο και ουσιαστικό μέρος της ολικής διευθέτησης του Κυπριακού.  Την ίδια προσέγγιση έχει και ο τέως ηγέτης των Τουρκοκυπρίων κ. Μεχμέτ Αλί Ταλάτ.  Άλλωστε στο εδαφικό η τουρκοκυπριακή πλευρά πέραν των Βαρωσίων προτίθεται να συγκατανεύσει κυρίως στην επιστροφή της νεκρής ζώνης.

Πέραν όμως τούτου η Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει να επαναξιολογήσει σοβαρά τη δεσπόζουσα θέση στη διεθνή βιβλιογραφία που εισηγείται ότι ομοσπονδιακά πολιτεύματα τα οποία στηρίζονται σε εθνοκοινοτικούς πυλώνες δεν έχουν ευοίωνο μέλλον.  Η θέση αυτή τείνει να επιβεβαιώνεται εάν αξιολογήσουμε όλες τις διάφορες ανάλογες περιπτώσεις ακόμα και στην καρδιά της Ευρώπης.  Στις πιο δύσκολες περιπτώσεις τα πράγματα είναι πολύ πιο πολύπλοκα.  Κλασσικό παράδειγμα η περίπτωση της Βοσνίας και πιο πρόσφατα της Ουκρανίας.

Είναι επίσης σημαντικό να επαναξιολογηθούν οι οικονομικές πτυχές μιας λύσης του Κυπριακού.  Και τούτο παρά το γεγονός ότι η συμβατική θέση είναι ότι «οποιαδήποτε λύση του Κυπριακού συνεπάγεται οικονομικά οφέλη».  Μεταξύ άλλων, σημειώνεται ότι παρά τις οποιαδήποτε θετικές εξελίξεις που θα προκύψουν στους διάφορους τομείς της οικονομίας θα πρέπει να θεωρείται πολύ δύσκολο εάν όχι αδύνατο να αντέξει η κυπριακή οικονομία ένα ολικό προϋπολογισμό τριών κυβερνήσεων και μάλιστα ισολογισμένο.  Επιπρόσθετα σημειώνεται ότι το δαιδαλώδες και πολύπλοκο σύστημα αποφάσεων μπορεί να μειώσει σοβαρά την αποτελεσματικότητα του κράτους.

Το πολύ δύσκολο γεωστρατηγικό περιβάλλον στο οποίο βρισκόμαστε αποτελεί επιπρόσθετο λόγο για τη συνεχή ενίσχυση της κρατικής υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας.  Η Κύπρος δεν αντέχει άλλους πειραματισμούς.  Το υπό συζήτηση πλαίσιο λύσης πέραν του ότι παραμερίζει την Κυπριακή Δημοκρατία δημιουργεί ένα δυσκίνητο τρικέφαλο κρατικό μόρφωμα του οποίου η λειτουργία θα είναι προβληματική.

Όλα αυτά τα χρόνια η τουρκοκυπριακή πλευρά έχει καταφέρει να εξασφαλίσει ουσιαστικές θέσεις αρχών που θα διέπουν τη λύση: αυστηρός δικοινοτισμός, αυστηρή διζωνικότητα και πολιτική ισότητα.  Η ελληνοκυπριακή πλευρά αποδεχόταν τις τουρκοκυπριακές θέσεις χωρίς να κατανοεί επαρκώς το τι συνεπάγεται αυτό.  Ενώ αποδεχόταν τον αυστηρό δικοινοτισμό δεν αντιλαμβανόταν τις επιπτώσεις στο σύστημα διακυβέρνησης. Ενώ αποδεχόταν την αυστηρή διζωνικότητα δεν αντιλαμβανόταν τις προεκτάσεις στο περιουσιακό και στο προσφυγικό.  Πάνω απ’ όλα η γειτνίαση με την Τουρκία, οι θέσεις της Άγκυρας για το Κυπριακό καθώς και ο εποικισμός δεν επιτρέπουν αφελείς και ρομαντικές προσεγγίσεις.  Έστω και την υστάτη η Κυπριακή Δημοκρατία καλείται να προχωρήσει σε μια εφ’ όλης της ύλης επαναξιολόγηση των ουσιαστικών ζητημάτων του Κυπριακού και να προχωρήσει προς μια επανατοποθέτηση.  Θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι η λύση θα προνοεί τη συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι το συνταγματικό πλαίσιο θα στηρίζεται σε ένα ενοποιητικό (integrationalist) ομοσπονδιακό σύστημα. Το πολύ δύσκολο περιφερειακό περιβάλλον αλλά και η πολύπλοκη διεθνής αρχιτεκτονική ασφαλείας και συνεργασίας υπαγορεύουν στα κράτη να ενισχύουν την κρατική τους υπόσταση και την αποτελεσματικότητά τους.

 

*Ο Ανδρέας Θεοφάνους είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

 


Top