Απόψεις Ανδρέας Θεοφάνους Το διεθνές περιβάλλον και οι επιλογές μας

Το διεθνές περιβάλλον και οι επιλογές μας

Ο Ανδρέας Θεοφάνους είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

 



Ένα από τα ζητήματα που συζητούνται έντονα τον τελευταίο καιρό είναι οι εξωτερικοί προσανατολισμοί της Κυπριακής Δημοκρατίας.  Η συζήτηση αυτή σχετίζεται και με τις εξελίξεις στο Κυπριακό καθώς και με ενεργειακά ζητήματα.  Δια μέσου των αιώνων οι συμμαχίες και οι συνεργασίες που αναπτύσσει ένα κράτος επηρεάζουν άμεσα την ασφάλεια και την ευημερία του.  Στη σημερινή συγκυρία όπου υπάρχει ένα ασταθές και συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον οι επιλογές της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι πολύ σημαντικές.

Η κυβέρνηση θεωρεί ότι η Κύπρος θα πρέπει να αναπτύξει ακόμα πιο στενές σχέσεις συνεργασίας με τη Δύση σε όλα τα επίπεδα.  Σε αυτό αποσκοπούσε και η αρχική διακήρυξη του Προέδρου Αναστασιάδη για συμμετοχή στον Συνεταιρισμό για την Ειρήνη και σε μελλοντικό στάδιο ακόμα και στο ίδιο το ΝΑΤΟ.  Η κυβέρνηση έχει την πεποίθηση ότι η αναβάθμιση των σχέσεων με τις ΗΠΑ και η συνεχής «ευρωπαικοποίηση» των επιλογών της τελικά θα συμβάλει στην καλύτερη δυνατή αξιοποίηση των ενεργειακών κοιτασμάτων, σε μια βιώσιμη λύση του Κυπριακού καθώς και στη διασφάλιση της ασφάλειας και της σταθερότητας.  Φαίνεται όμως ότι υπάρχει μια υπερβολή στις εκτιμήσεις αυτές.  Για παράδειγμα, η θέση «η Κύπρος ως στρατηγικός εταίρος των ΗΠΑ» που χρησιμοποιήθηκε πρόσφατα δεν ευσταθεί.  Οι ΗΠΑ πάντοτε αντιμετώπιζαν και αντιμετωπίζουν την Κύπρο ως μέρος ενός ευρύτερου συνόλου.

Έτσι από την άλλη προβάλλεται η θέση ότι ενώ η Κύπρος θα πρέπει να ανταποκρίνεται επαρκώς στις υποχρεώσεις της, εξυπηρετούνται καλύτερα τα συμφέροντα της εάν ακολουθεί μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική.  Ιδιαίτερη σημασία επί τούτου αποδίδεται στις σχέσεις και τις ισορροπίες με τη Ρωσία.  Η ουσία είναι να αξιολογήσουμε σωστά τα δεδομένα.

Ενώ ασχολούμαστε με το σήμερα και καθορίζουμε πολιτική για το αύριο είναι σημαντικό να αντλούμε διδάγματα από την ιστορία και τα μαθήματα που προκύπτουν από αυτά.  Σε μια εποχή όπου παρατηρείται προσπάθεια αναθεώρησης της ιστορίας αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Επί τούτου σημειώνονται τρία ιστορικά δεδομένα.  Πρώτο, το καλοκαίρι του 1974 η Χούντα των Αθηνών ανέτρεψε τον Πρόεδρο Μακάριο και ακολούθως η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο.  Έχει καταγραφεί κατ’ επανάληψιν ότι το πραξικόπημα και η εισβολή ήταν προϊόν ευρύτερων διεργασιών για να υποταχθεί η Κυπριακή Δημοκρατία.  Κατηγορείτο ο Μακάριος ως η πηγή πολλών κακών στην Κύπρο, η πραγματικότητα όμως είναι ότι με την ανατροπή του Μακαρίου η Κύπρος πνίγηκε στο αίμα.  Στις 23 Ιουλίου αποκαταστάθηκε στην Ελλάδα η δημοκρατία στο πρόσωπο του Κωνσταντίνου Καραμανλή και η συνταγματική τάξη στην Κύπρο στο πρόσωπο του Γλαύκου Κληρίδη.  Παρά το γεγονός ότι στο πηδάλιο της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελλάδος βρισκόταν πλέον δύο πολιτικοί με σαφείς δυτικούς προσανατολισμούς εν τούτοις η τουρκική θηριωδία δεν αναχαιτίσθηκε από τις ΗΠΑ. Αντίθετα υπήρξε ανοχή στη συγκεκριμένη επιχείρηση η οποία ολοκληρώθηκε στις 16 Αυγούστου.  Έκτοτε η Τουρκία συνεχίζει να πιέζει για τη διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας η οποία προσπαθεί να επιβιώσει κάτω από αντίξοες συνθήκες.

Δεύτερο, είναι σημαντικό να αξιολογήσουμε ότι μετά την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ επιστεύετο ότι τα δεδομένα θα διαφοροποιούντο άρδην υπέρ της.  Παρά ταύτα πολλές φορές σε σχετικούς σταθμούς σημαντικούς για την Τουρκία δεν επιέζετο η Άγκυρα για να μπορέσει να προχωρήσει με τις ευρωπαϊκές της υποχρεώσεις αλλά καλείτο η Κύπρος σε συνεχείς υποχωρήσεις.  Υπενθυμίζεται επίσης ότι όταν οι Ελληνοκύπριοι είπαν ΟΧΙ στο Σχέδιο Ανάν υπήρχε μια προσπάθεια απονομιμοποίησης του Προέδρου Παπαδόπουλου ο οποίος λοιδορείτο συνεχώς εντός και εκτός Κύπρου.

Τρίτο, τον Μάρτιο του 2013 το Eurogroup επέδειξε μια πρωτοφανή βαναυσότητα και προχώρησε σε κούρεμα καταθέσεων ευνουχίζοντας τη δυναμική της κυπριακής οικονομίας.  Αναμφίβολα η Κυπριακή Δημοκρατία αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα ως αποτέλεσμα απρονοησίας, μετριοκρατίας, ασυδοσίας, διαπλοκής καθώς και απληστίας. Όμως τα προβλήματα ήταν διαχειρίσιμα με τη στοιχειώδη αλληλεγγύη των εταίρων μας. Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης ανήλθε στην εξουσία υποσχόμενος την επανεκκίνηση της οικονομίας και την εξυγίανσή της με τη στήριξη της ΕΕ και ιδίως των ομοϊδεατών του.  Ο τρόπος όμως που οι εταίροι χειρίστηκαν την Κύπρο δείχνει πολλά.  Χρησιμοποιήθηκε η Κύπρος ως πειραματόζωο και ο δικός τους άνθρωπος, ο Νίκος Αναστασιάδης, εξευτελίστηκε. Γι’ αυτούς ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας και ο λαός της Κύπρου ήταν αναλώσιμοι.

Λαμβάνοντας λοιπόν όλα τα δεδομένα υπ’ όψιν θα είναι πολύ επιπόλαιο η Κύπρος να αφεθεί απερίσκεπτα στη φιλοσοφία «ανήκουμε ολοκληρωτικά στη Δύση» και να στρέψει τις πλάτες της σε άλλες προοπτικές και ιδίως στη Ρωσία μία χώρα όπου οι παραδοσιακές σχέσεις, ιστορικές, οικονομικές, πολιτικές, πολιτιστικές είναι πολύ σημαντικές.  Στη σημερινή συγκυρία πέραν των δεσμών με την Ελλάδα, η Κύπρος καλείται να αξιολογήσει τις επιλογές της.  Ιδιαίτερη σημασία επί τούτου έχουν οι σχέσεις με την ΕΕ (ως κράτος μέλος) και τις ΗΠΑ αλλά και με τη Βρετανία, τη Ρωσία, το Ισραήλ και την Αίγυπτο.  Η γεωγραφική της θέση, οι ιστορικές πραγματικότητες αλλά και το μέγεθος των προβλημάτων υπαγορεύουν στην Κυπριακή Δημοκρατία να καταστεί επιτέλους ένα αποτελεσματικό κράτος, να πολιτεύεται με σοβαρότητα και να ελίσσεται με πραγματισμό και αυτοπεποίθηση.

 

*Ο Ανδρέας Θεοφάνους είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

 


Top