Απόψεις Ανδρέας Θεοφάνους Από την αποτυχία στην απαξίωση

Από την αποτυχία στην απαξίωση

Ο Ανδρέας Θεοφάνους είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

 



Το συντριπτικό ποσοστό της αποχής πραγματικά δημιουργεί νέα δεδομένα και θα πρέπει οπωσδήποτε να προβληματίσει.  Αναμενόταν ένα ψηλό ποσοστό αποχής το οποίο θα προσέγγιζε το 50%. Όμως η αποχή τελικά ανήλθε στο 56%.  Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το αποτέλεσμα αυτό αποτελεί έκφραση αποδοκιμασίας στο πολιτικό σύστημα και στις πολιτικές της ΕΕ και ιδίως για τη χρησιμοποίηση της πατρίδας μας ως πειραματόζωο. Ως εκ τούτου υπάρχουν σημαντικά πολιτικά μηνύματα. Μεταξύ άλλων, η μεγάλη αποχή εγείρει και ζητήματα νομιμοποίησης για το πολιτικό σύστημα της Κύπρου καθώς και για τη μνημονιακή οικονομική πολιτική.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αλλά και οι δυνάμεις που στηρίζουν την κυβέρνηση, παρά τον προβληματισμό τους για το ψηλό ποσοστό της αποχής, δεν δίστασαν να εκφράσουν την εκτίμηση ότι το αποτέλεσμα των εκλογών επιβραβεύει την πολιτική τους.  Μόνο εάν αξιολογηθεί εκ πρώτης όψεως το συγκριτικό αποτέλεσμα και αποσπασματικά ευσταθεί η εν λόγω εκτίμηση.  Υπενθυμίζεται ότι ο Πρόεδρος Αναστασιάδης αλλά και ο ΔΗΣΥ προεκλογικά ανέβασαν τον πήχυ ζητώντας ψήφο εμπιστοσύνης για την πολιτική τους.  Προφανώς δεν πήραν ψήφο εμπιστοσύνης εάν αξιολογηθούν και οι απόλυτοι αριθμοί.  Για παράδειγμα, με απλά μαθηματικά βλέπουμε ότι ο ΔΗΣΥ έχασε ψήφους σε σχέση με το 2009.  Οι ψηφοφόροι που ψήφισαν ΔΗΣΥ ως ποσοστό του συνόλου ήταν μόνο 16%.  Είναι σημαντικό να κατανοηθεί ότι η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών – 56% - δεν προσήλθε στις κάλπες.  Επιπρόσθετα, εάν ληφθούν υπ΄ όψιν και τα αριθμητικά δεδομένα, από τα αποτελέσματα προκύπτει ότι σήμερα υπάρχει μια κυβέρνηση μειοψηφίας. Παρά ταύτα γίνεται λόγος για επιβράβευση και για νίκη.  Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική: πρόκειται για πύρρειο νίκη.

Με τη σειρά τους οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης θα πρέπει να κατανοήσουν ότι ο λαός έστρεψε την πλάτη του κυρίως προς αυτές καθώς θεωρεί ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση σε πολιτικό επίπεδο.  Η ευθύνη των δυνάμεων της αντιπολίτευσης καθίσταται ακόμη μεγαλύτερη καθώς ένα μεγάλο μέρος των πολιτών δεν τις εμπιστεύεται παρά τα συντριπτικά πλήγματα της μνημονιακής πολιτικής.  Διαφαίνεται ότι οι πολίτες θεώρησαν και τα υπόλοιπα κόμματα ως μέρος του συστήματος που συνέβαλε στην αποτυχία.

Έχει κατατεθεί και η άποψη ότι η αποχή είναι ένα πανευρωπαϊκό ζήτημα και φαινόμενο.  Θα ήταν αφέλεια όμως να μην αξιολογηθεί η ιδιαιτερότητα της Κύπρου.  Η ψηλή αποχή στις ΗΠΑ και στις πλείστες χώρες της ΕΕ δεν είναι νέο φαινόμενο, στην Κύπρο όμως είναι.  Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ενώ η αποχή στην Ελλάδα ήταν 41% στην Κύπρο έφθασε το 56%.

Χρειάζεται να κατανοηθεί επίσης το γεγονός ότι η αποχή δεν είναι μονολιθική.  Πέραν από το στοιχείο της απαξίωσης το οποίο έχει υπογραμμισθεί κατ΄ επανάληψιν, υπάρχει και η αίσθηση της απουσίας προοπτικής.  Εν ολίγοις, χιλιάδες συμπολίτες μας – ιδίως νέοι – στρέφουν την πλάτη στο σύστημα αλλά και στην ΕΕ καθώς είναι διάχυτη η εντύπωση ότι δεν τους προσφέρουν προοπτική.  Αντίθετα, βαθειά είναι η πεποίθηση ότι πολλές φορές δημιουργούν προβλήματα στην καθημερινότητά τους.  Εκ πρώτης όψεως πολλοί τείνουν να θεωρούν τη στάση αυτή ως «απολίτικη».  Εμμέσως πλην σαφώς όμως η αίσθηση της απουσίας προοπτικής εμπεριέχει ένα ξεκάθαρο πολιτικό στοιχείο.  Αυτό καταδεικνύει μια ευρύτερη αποτυχία.  Από την άλλη είναι προφανές ότι οι πολίτες είναι έτοιμοι να δοκιμάσουν νέα σχήματα εάν πεισθούν.

Το ζητούμενο είναι πως πορευόμεθα την επόμενη μέρα.   Υπάρχει ευρωσκεπτικισμός ακόμα και δυσπιστία έναντι της ΕΕ όχι μόνο στην Κύπρο αλλά και σε αρκετές χώρες της Ένωσης.  Το φαινόμενο αυτό σε συνδυασμό με την απαξίωση του πολιτικού συστήματος καθιστά τα δεδομένα για τη χώρα μας πιο πολύπλοκα και δύσκολα.  Οι προκλήσεις είναι πραγματικά τεράστιες.  Ύψιστη προτεραιότητα είναι η ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στο σύστημα αλλά πάνω απ΄ όλα στην πολιτική.  Αυτό συνεπάγεται μια ουσιαστική ανανέωση προσώπων, ιδεών καθώς και μια ολοκληρωμένη εναλλακτική πρόταση εξουσίας με προοπτική.  Εννοείται ότι η συγκεκριμένη πρόταση, πέραν της ουσιαστικής εθνικής διάστασης, θα εμπεριέχει και νέες θεωρητικές και πρακτικές προσεγγίσεις για μια πραγματικά νέα Ευρώπη – μια Ευρώπη της αλληλεγγύης αλλά και της αποτελεσματικότητας.  Μόνο έτσι θα επικρατήσουν οι δυνάμεις της ανανέωσης, της εξυγίανσης και της πραγματικής ανάπτυξης.

 

*Ο Ανδρέας Θεοφάνους είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

 


Top