Απόψεις Ανδρέας Θεοφάνους 10 χρόνια μετα την ένταξη στην Ε.Ε

10 χρόνια μετα την ένταξη στην Ε.Ε

Ο Ανδρέας Θεοφάνους είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

 



Όταν η Κύπρος υπέβαλε αίτηση για ένταξη στην ΕΕ το 1990, υπήρχαν  υψηλές προσδοκίες σε σχέση με το Κυπριακό και τις κοινωνικοοικονομικές προοπτικές της χώρας. Υπήρχε η προσδοκία ότι η ΕΕ θα βοηθούσε την επίλυσή του Κυπριακού με ένα δίκαιο τρόπο και επιπλέον θα απάλλασσε τη Μεγαλόνησο από τον θανάσιμο τουρκικό εναγκαλισμό. Η συμμετοχή στην ΕΕ αναμένετο επίσης να προωθούσε τον εξορθολογισμό των κοινωνικοοικονομικών δομών της Κύπρου. Επιπρόσθετα, η Κύπρος φιλοδοξούσε να αποτελέσει κεφάλαιο για τους εταίρους της στην ΕΕ, αξιοποιώντας τη μοναδική γεωστρατηγική της θέση.  

Δέκα χρόνια μετά την ένταξη στην ΕΕ και έξι χρόνια μετά την υιοθέτηση του Ευρώ υπάρχει μεγάλη απογοήτευση και αυξανόμενος ευρωσκεπτικισμός για την ΕΕ.  Η Κύπρος αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα λόγω ενδογενών και εξωγενών παραγόντων. Παρά τις δυσκολίες και τις επιπλοκές τα προβλήματα αυτά ήταν διαχειρήσιμα. Όμως οι τιμωρητικές και ολέθριες αποφάσεις του Eurogroup έριξαν την Κύπρο σε μια πολύ βαθειά κρίση.

Αναμφίβολα σήμερα η ΕΕ περνά τη μεγαλύτερη κρίση στην 60-χρονη ιστορία της. Η κρίση χρέους χωρών της Ευρωζώνης και το χάσμα Βορρά και Νότου αποτελούν μόνο δύο διαστάσεις του προβλήματος.  Ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση είναι ότι η ΕΕ φαίνεται να έχει χάσει τον λόγο ύπαρξης της. Ενώ τα θέματα σε σχέση με το δημοκρατικό έλλειμμα της ΕΕ συζητιούνται, η ιδέα της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης δεν λαμβάνεται πλέον στα σοβαρά.

Αναπόφευκτα, τα προβλήματα αυτά θα επηρεάσουν το αποτέλεσμα των επικείμενων εκλογών για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Διάφοροι κύκλοι της ΕΕ ανησυχούν όχι μόνο με την πιθανότητα της ανόδου των ακραίων πολιτικών κινημάτων αλλά και για τον αυξανόμενο αριθμό των ευρωπαίων πολιτών που θα γυρίσουν την πλάτη τους σε αυτές τις εκλογές.

Είναι σημαντικό να κατανοηθεί το τι πραγματικά έχει λάβει χώρα.  Λίγα χρόνια μετά την υιοθέτηση του Ευρώ η Ευρωζώνη βρέθηκε αντιμέτωπη με πολύ σοβαρά προβλήματα. Η διεθνής κρίση του 2008 η οποία άρχισε από τις ΗΠΑ, όπου μεγάλες στρεβλώσεις δεν είχαν αντιμετωπισθεί επαρκώς, είχε ως συνέπεια ένα ντόμινο καταρρεύσεων διαφόρων νομισματοπιστωτικών ιδρυμάτων με ευρύτερες επιπτώσεις.  Η όλη κατάσταση κατέστει δυσκολότερη καθώς αρκετές χώρες της Νοτίου Ευρώπης είχαν πολύ σοβαρά δημοσιονομικά προβλήματα και δεν ήταν σε θέση να στηρίξουν τα τραπεζικά τους συστήματα που απαιτούσαν ανακεφαλαιοποίηση. Αυτό πρέπει να αξιολογηθεί σε σχέση με το γεγονός ότι η αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης ήταν εν τη γενέσει της λανθασμένη.  Όχι μόνο δεν υπάρχουν ενσωματωμένοι σταθεροποιητικοί παράγοντες αλλά αντίθετα η όλη της δομή τείνει να επιδεινώνει την οικονομική δυσχέρεια των χωρών που αντιμετωπίζουν ύφεση. 

Η Τρόικα και η φιλοσοφία της έχουν εγείρει πολύ έντονες συζητήσεις στην Ευρώπη και μεγάλη πικρία καθώς δεν υπάρχει ούτε νομιμοποίηση ούτε λογοδοσία. Όταν μια χώρα αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα και αποταθεί για στήριξη, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τείνουν να επιβάλλουν ένα συγκεκριμένο πακέτο μέτρων. Η εμπειρία δείχνει ότι η σκληρότητα του πακέτου αυτού διαφέρει από χώρα σε χώρα.  Η χρησιμοποίηση της Κύπρου ως πείραμα –πιλοτική μελέτη- σύμφωνα με τον Υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας Wolfgang Schaeuble, είναι ενδεικτική.

Προφανώς αμφισβητείται η φιλοσοφία των δρακόντειων μέτρων και της πολιτικής του shock therapy - μια φιλοσοφία η οποία κατ’ ουσίαν επιβάλλεται από τη Γερμανία καθώς και τους δικούς της ηθικούς και θεσμικούς κανόνες. Είναι γεγονός ότι αφ’ ενός για τις οικονομίες του Νότου απαιτείτο δημοσιονομικός εξορθολογισμός και αφ’ ετέρου η οικονομική σύγκλιση όλων των μελών της ευρωζώνης απαιτεί σκληρή δουλειά. Όμως οι πολιτικές της Τρόικας έχουν καταστροφικά αποτελέσματα και έχουν οδηγήσει σε μεγαλύτερο χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου. Η σκληρότητα των ούτω καλούμενων σταθεροποιητικών προγραμμάτων έχουν επίσης εγείρει ερωτήματα αναφορικά με την οικονομική λογική των πολιτικών που επιβάλλονται, όπου  κάποιοι κύκλοι φτάνουν μέχρι το σημείο να μιλούν για  γερμανικό οικονομικό ιμπεριαλισμό.

Στη δεκαετία του 1990 είχε γίνει σκληρή κριτική στην πρωθυπουργό της Βρετανίας M. Θάτσερ για το γεγονός ότι δεν είχε αποδεχθεί την ιδέα του κοινού νομίσματος.  Εκ των υστέρων, αν αξιολογήσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο προχώρησε η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η Μ. Θάτσερ είχε πολύ σοβαρούς λόγους για τη στάση της. 

Για την κυπριακή οικονομική κρίση όσο και την ευρύτερη ευρωπαϊκή κρίση απαιτείται πραγματισμός αλλά και τόλμη. Οι επιδιωκόμενες, υπό την υπόδειξη της Τρόικας, οικονομικές πολιτικές στην Κύπρο δεν μπορούν να οδηγήσουν σε ένα θετικό αποτέλεσμα. Αντίθετα η κρίση εμβαθύνεται σε όλες τις πτυχές με πολυδιάστατες αρνητικές επιπτώσεις. Σύμφωνα με το ‘The Economist’, το βιοτικό επίπεδο της Κύπρου έχει παρουσιάσει πτώση  13% από το 2004. Για την αντιμετώπιση της πρωτόγνωρης αυτής κατάστασης η οποία ήταν το αποτέλεσμα των παλαιών αμαρτιών καθώς και των ολέθριων αποφάσεων του Eurogroup τον Μάρτιο του 2013, η Κύπρος θα πρέπει να σκεφτεί «έξω από το κουτί» /ριζοσπαστικά. Όσον αφορά την ΕΕ, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το αυξανόμενο χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου, καθώς και οι ανεκπλήρωτες προσδοκίες των εκατομμυρίων Ευρωπαίων υπονομεύουν την ευρωπαϊκή ιδέα. Θα απαιτηθούν ένας νέος τρόπος σκέψης, οικονομικός ορθολογισμός και κοινωνική ευαισθησία για την οριστική αποτελεσματική αντιμετώπιση των σημερινών ευρωπαϊκών προκλήσεων.

 

*Ο Ανδρέας Θεοφάνους είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

 


Top