Απόψεις Ανδρέας Θεοφάνους Από τον συμβολισμό της 15ης Νοεμβρίου στην Ελβετία

Από τον συμβολισμό της 15ης Νοεμβρίου στην Ελβετία

Ο Ανδρέας Θεοφάνους είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

 



Οι εκδηλώσεις στην κατεχόμενη Κύπρο για την επέτειο της μονομερούς ανακήρυξης της «ΤΔΒΚ» συνέπεσαν φέτος με την κορύφωση των προσπαθειών για επίλυση του Κυπριακού. Διαχρονικά υπήρξαν πολλές δηλώσεις καταδίκης αλλά και υποσχέσεις για μη αναγνώριση των τετελεσμένων. Και όμως σήμερα αν υπάρξει κατάληξη στις συνομιλίες με την υφιστάμενη βάση των συνομιλιών είναι αμφίβολο κατά πόσον θα επέλθει βελτίωση του status quo.  Αντίθετα ελλοχεύει ο κίνδυνος να νομιμοποιηθούν και να επισφραγισθούν τα κατοχικά δεδομένα. Είναι, λοιπόν, σημαντικό να κατανοήσουμε τα δεδομένα επαρκώς, συμπεριλαμβανομένων των συμβολισμών.

Κατ’ επανάληψιν είχα αναφερθεί στις δύο αντίθετες παραστάσεις στην ελεύθερη και κατεχόμενη Κύπρο ιδίως κάθε 20 Ιουλίου, επέτειο της τουρκικής εισβολής, και κάθε 8 Αυγούστου, επέτειο του βομβαρδισμού της Τηλλυρίας το 1964. Η πολιτική ηγεσία δείχνει  να  προσπερνά τη σημασία των αφηγημάτων καθώς και της διαδικασίας νομιμοποίησης. Και αυτό αποτελεί πολύ σοβαρό έλλειμμα. Πρέπει να κατανοηθεί ότι για μια ενοποιημένη κοινή πατρίδα για όλους τους νόμιμους κατοίκους της Κύπρου απαιτείται η σωστή αρχιτεκτονική, η οποία σήμερα δεν υφίσταται.

Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης μεταβαίνει ξανά στην Ελβετία για μια πολύ κρίσιμη διαπραγμάτευση. Από την αρχή της νέας διαδικασίας είχα εκφράσει σοβαρούς προβληματισμούς για την υφιστάμενη βάση των συνομιλιών καθώς, ως επί το πλείστον, ομοσπονδιακά πολιτεύματα που στηρίζονται σε εθνοκοινοτικούς πυλώνες δεν έχουν ευοίωνο μέλλον.  Και τα δεδομένα καθίστανται δυσμενέστερα όταν υπάρχει ένα βεβαρυμένο ιστορικό παρελθόν. Πέραν τούτων, στη δική μας περίπτωση είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατο να λειτουργήσει μια διζωνική δικοινοτική ομοσπονδιακή Κύπρος με τους αυστηρούς κανόνες της Ευρωζώνης.

Ευχή μας είναι όπως οι προσπάθειες της πολιτικής ηγεσίας στεφθούν με επιτυχία. Υπάρχουν όμως μερικά δεδομένα τα οποία δεν μπορούμε να προσπερνούμε. Ας υποθέσουμε ότι ο Πρόεδρος Αναστασιάδης πετύχει τους στόχους της πλευράς μας στο εδαφικό. Ας υποθέσουμε επίσης ότι ως αντάλλαγμα η τουρκοκυπριακή πλευρά, πέραν από την πολιτική ισότητα και την εκ περιτροπής προεδρία, απαιτεί όπως ο νέος συνεταιρισμός παραμερίζει την Κυπριακή Δημοκρατία.  Επιπρόσθετα, η σημαία του τουρκοκυπριακού συνιστώντος κράτους θα είναι αυτή που σήμερα είναι το σύμβολο της «ΤΔΒΚ» και που εμείς θεωρούμε παράνομη.  Από την άλλη θα τεθεί το ερώτημα για το ποια θα είναι η σημαία του ομοσπονδιακού κράτους και ποια η σημαία του ελληνοκυπριακού συνιστώντος κράτους. Η τουρκοκυπριακή πλευρά απαιτεί νέα σημαία για το νέο κράτος καθώς δεν αποδέχεται την υφιστάμενη σημαία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η τουρκοκυπριακή πλευρά δεν θα έχει ένσταση εάν η σημαία της Κυπριακής Δημοκρατίας γίνει η σημαία του ελληνοκυπριακού συνιστώντος κράτους – αντίθετα θα το στηρίξει καθώς αυτό θα αποτελεί, συμβολικά και ουσιαστικά, εξευτελισμό επειδή η νόμιμη σημαία του κράτους θα υποβαθμισθεί και θα εξισωθεί με το κατοχικό σύμβολο.

Εν ολίγοις είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατο να υπερβούμε τα προβλήματα που πηγάζουν από την ανάγκη νομιμοποίησης της υφιστάμενης αρχιτεκτονικής.  Θα το επαναλάβω:  όταν η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο προέβαλε τη θέση ότι στόχος της ήταν η αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης και η προστασία της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Ακόμη και με βάση τις διακηρύξεις της Τουρκίας η λύση του Κυπριακού θα έπρεπε να συζητείται στα πλαίσια του μόνου νόμιμου κράτους στην Κύπρο, της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι ενώ πριν από το 1974 υπήρχε αμφιταλάντευση και εν πολλοίς διχασμός ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους μεταξύ του στόχου της ένωσης και του ενιαίου κράτους με στοιχεία τοπικής και κοινοτικής αυτοδιοίκησης, μετά το 1974 σταδιακά επεκράτησε το ιδεολόγημα της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας το οποίο αφ’ ενός αποδεικνύεται άπιαστο και αφ’ ετέρου εάν τελικά υλοποιηθεί θα εμβαθύνει τα κατοχικά δεδομένα.

Επιπρόσθετα, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε τις εξελίξεις στην Τουρκία καθώς και τους γεωπολιτικούς στόχους της χώρας αυτής.  Και σε συμβολικό αλλά και ουσιαστικό επίπεδο δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την πολιτική σημειολογία του γεγονότος ότι σήμερα στην Κύπρο υπάρχουν δύο διαφορετικές ώρες. Παρά ταύτα, θα είναι ευχής έργο εάν εκπλαγούμε όλοι ευχάριστα και τελικά υπάρξει ένα Σχέδιο το οποίο να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες ηγεσίας και λαού.  Εάν όμως εξακολουθεί να υπάρχει στασιμότητα και εμβάθυνση του χάσματος, προφανώς θα πρέπει να προβληματιστούμε σοβαρά για την περαιτέρω πορεία μας.  Δυστυχώς ενώ διαφαίνεται ότι η τουρκική πλευρά εργάζεται στη βάση καλά οργανωμένων σχεδίων, η ελληνοκυπριακή πλευρά εν πολλοίς ζει με τις ψευδαισθήσεις της και με στρουθοκαμηλισμό αποφεύγει την επεξεργασία εναλλακτικών σεναρίων.


Top