Απόψεις Ανδρέας Θεοφάνους Ας μιλήσουμε με επιχειρήματα και όχι αφορισμούς

Ας μιλήσουμε με επιχειρήματα και όχι αφορισμούς

Ο Ανδρέας Θεοφάνους είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

 



Αναμφίβολα η Κύπρος διέρχεται μια πολύ δύσκολη περίοδο με εσωτερικές και εξωτερικές προκλήσεις.  Πρώτα απ’ όλα είναι το Κυπριακό με τις διαπραγματεύσεις να λαμβάνουν χώρα σε ένα πολύ δύσκολο περιβάλλον.  Συγκεκριμένα, στο οικονομικό πεδίο έχει επέλθει σταθεροποίηση σε χαμηλά επίπεδα οικονομικής δραστηριότητας ενώ εξακολουθεί να υπάρχει ψηλή ανεργία και δημογραφική αιμορραγία. Επιπρόσθετα, η Κύπρος παραμένει η πρώτη χώρα μη εξυπηρετούμενων δανείων ως ποσοστό του ΑΕΠ στην ΕΕ.  Προφανώς η Λευκωσία διαπραγματεύεται το υπαρξιακό ζήτημα του Κυπριακού σε μια συγκυρία σχετικής αδυναμίας η οποία επιδεινώνεται ακόμη περισσότερο από τη δραματική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει και η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Δεν είναι τυχαίο που η Τουρκία απροκάλυπτα προχωρεί προς την ισλαμοποίηση και ενσωμάτωση των κατεχομένων τόσο σε ουσιαστικό όσο και συμβολικό επίπεδο.  Δεν μπορεί να παραβλεφθεί άλλωστε, σημειολογικά, η ευθυγράμμιση της ώρας στα κατεχόμενα με την Τουρκία.

Ταυτόχρονα η ΕΕ αντιμετωπίζει μια βαθειά και πολυδιάστατη κρίση.  Το γεγονός αυτό δεν είναι ανεξάρτητο και από το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος για Brexit στις 23 Ιουνίου 2016.  Παράλληλα υπάρχει ένα ασταθές περιβάλλον στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής με έντονες ενδοεθνικές και ενδοθρησκευτικές συγκρούσεις που οδηγούν στην επαναχάραξη συνόρων.  Επιπρόσθετα, η Τουρκία βρίσκεται σήμερα σε μια ιδιαίτερη καμπή καθώς το καθεστώς Ερτογάν προσπαθεί αφ’ ενός να εμπεδώσει την αλλαγή υποδείγματος που έχει λάβει χώρα και παράλληλα να καταστεί μια ηγεμονική περιφερειακή δύναμη με ευρύτερη εμβέλεια.

Η Κύπρος δεν μένει ανεπηρέαστη από όλα αυτά τα δεδομένα.  Η Λευκωσία καλείται να τα αξιολογήσει και να τοποθετηθεί με τρόπο που να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά της με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.  Κρίνοντας από την πολιτική που ακολουθείται σε αρκετά μείζονος σημασίας θέματα και την ευρύτερη περιρρέουσα ατμόσφαιρα, πολλές φορές δημιουργούνται αμφιβολίες σχετικά με τον βαθμό που είναι κατανοητές οι προκλήσεις αυτές.  Η ανεπάρκεια του πολιτικού συστήματος καθώς και οι συστηματικές προσπάθειες δημιουργίας εντυπώσεων ή ακόμα και ψευδαισθήσεων, δεν μας επιτρέπουν να αισιοδοξούμε. Και όταν ένα μήνυμα επαναλαμβάνεται συνεχώς τότε μπορεί να θεωρείται και ως δεδομένο παρά το γεγονός ότι μπορεί να απέχει πολύ από την πραγματικότητα.

Κατά καιρούς τα μηνύματα στελεχών της ευρύτερης κυβερνητικής παράταξης αναφέρονταν σε οικονομική έκρηξη στην περίπτωση λύσης και σε success story ως αποτέλεσμα της εξυγίανσης και των μνημονίων. Οι σκληρές πραγματικότητες όμως παραπέμπουν σε άλλα δεδομένα.  Για παράδειγμα, στην περίπτωση λύσης με βάση το υπό συζήτηση μοντέλο θα επέλθει επιδείνωση σε διάφορα επίπεδα ενώ η σταθερότητα του όλου συστήματος δεν θα είναι δεδομένη.  Και είναι αμφίβολο εάν θα μπορέσει η νέα οντότητα να αντεπεξέλθει στους σκληρούς κανόνες της Ευρωζώνης.  Άλλωστε δεν είναι τυχαίο που και ο ίδιος ο Πρόεδρος Αναστασιάδης σε πρόσφατες δηλώσεις του αναφέρθηκε στην αναγκαιότητα δημιουργίας ειδικού ταμείου για το κόστος της λύσης. Πέραν τούτου είναι προφανές ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά δεν ενδιαφέρεται για συμβίωση σε ένα ενοποιημένο κράτος αλλά για μια διευθέτηση με στοιχεία χαλαρής ομοσπονδίας και συνομοσπονδίας.  Προφανώς μια τέτοια εξέλιξη θα ενταφιάζει οριστικά και αμετάκλητα την Κυπριακή Δημοκρατία.

Ιδιαίτερα τους τελευταίους μήνες προβάλλονται σε διάφορα επίπεδα πολιτικής αλλά και κοινωνικής δικτύωσης διαμετρικά αντίθετες προσεγγίσεις για το Κυπριακό. Το χάσμα αυτό παραπέμπει, μεταξύ άλλων, σε μια βαθειά διηρημένη κοινωνία. Εάν αναλογισθούμε το τι τεκταίνεται και σε άλλες χώρες που αντιμετωπίζουν ανάλογα εθνικά προβλήματα, η Κύπρος δεν αποτελεί εξαίρεση.  Η ιδιαιτερότητα όμως στη χώρα μας είναι η έντονη ιδεολογικοποίηση του Κυπριακού, η οποία δεν συμβάλλει στην εξυπηρέτηση του εθνικού συμφέροντος.

Θα πρέπει όμως με πραγματισμό να συζητήσουμε τα ζητήματα αυτά και να καταλήξουμε σε συγκεκριμένη στρατηγική επιβίωσης καθώς και σε οδικό χάρτη εφ’ όλης της ύλης.  Για να γίνει πραγματικός διάλογος θα πρέπει να είναι σεβαστές όλες οι απόψεις.  Το καθοριστικό για τη συζήτηση θα είναι η επιχειρηματολογία και η τεκμηρίωση και όχι οι αφορισμοί.

Πλησιάζουμε ήδη σε ένα πολύ οριακό σημείο.  Στην περίπτωση που υπάρξει κατάληξη σε περίγραμμα λύσης και ο λαός κληθεί να τοποθετηθεί σε δημοψήφισμα θα υπάρχουν οδυνηρά διλήμματα ακόμα και για αυτούς που το προέκριναν. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει κατάληξη αλλά αποτυχία της διαδικασίας θα πρέπει να υπάρχουν εναλλακτικά σενάρια.


Top