Απόψεις Ανδρέας Θεοφάνους Συναισθηματισμός, Ορθολογισμός και Δημόσιος βίος

Συναισθηματισμός, Ορθολογισμός και Δημόσιος βίος

Ο Ανδρέας Θεοφάνους είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

 



Προφανώς το συναίσθημα είναι αναπόσπαστο μέρος της ζωής και αναπόφευκτα επηρεάζει την καθημερινότητα των ανθρώπων ποικιλοτρόπως.  Ο κάθε άνθρωπος τείνει να αντιδρά διαφορετικά για το ίδιο ζήτημα πολλές φορές με γνώμονα το συναίσθημα.  Και ενώ στις διαπροσωπικές σχέσεις η τροπή που είναι δυνατόν να πάρουν συγκεκριμένα συναισθηματικά ζητήματα επηρεάζει τα άμεσα εμπλεκόμενα άτομα, στον δημόσιο βίο τα δεδομένα είναι διαφορετικά. Οι συνέπειες, θετικές ή αρνητικές, είναι πολύ μεγαλύτερες και ως επί το πλείστον είναι δυνατό να αφορούν το σύνολο.

Όταν ο συναισθηματισμός, όπως η τυφλή ιδεολογική προσκόλληση αφ’ ενός και η εμπάθεια αφ’ ετέρου, καθίσταται ο αποκλειστικός γνώμονας αποφάσεων ζητημάτων στον δημόσιο βίο τα αποτελέσματα μπορεί να είναι από αρνητικά έως ολέθρια.  Υπενθυμίζεται ότι όταν ο Πρόεδρος Μακάριος κατανόησε ότι τα δεδομένα δεν επέτρεπαν την υλοποίηση του εθνικού πόθου της Ένωσης τη συγκεκριμένη περίοδο, διαφοροποίησε την πολιτική του τασσόμενος υπέρ του εφικτού – ένα ενιαίο κράτος με στοιχεία τοπικής και κοινοτικής αυτοδιοίκησης σε ζητήματα χαμηλής πολιτικής.  Κατ’ ουσίαν η υλοποίηση του στόχου αυτού θα νομιμοποιούσε τη μετατροπή της Κύπρου σε ένα δεύτερο ελληνικό κράτος.

Και όμως ενώ για την τουρκική πλευρά ο Μακάριος θεωρείτο άκαμπτος και μαξιμαλιστής, την ίδια στιγμή εκατηγορείτο συστηματικά από τις χουντικές δυνάμεις και την κυπριακή ακροδεξιά ως ανθέλληνας, ανθενωτικός και επίορκος προδότης. Μάταια προειδοποιούσε ο Μακάριος ότι οι ανατινάξεις αστυνομικών σταθμών, οι δολοφονίες και η υπόσκαψη της κρατικής υπόστασης δεν οδηγούσαν στην Ένωση αλλά στη διχοτόμηση.  Και παρά τις αγωνιώδεις προτροπές του, το προδοτικό πραξικόπημα έλαβε χώρα στις 15 Ιουλίου του 1974.  Οι πραξικοπηματίες όχι μόνο εγκλημάτησαν κατά της Κύπρου «ως νεκροθάφτες της Ενώσεως» όπως κατ’ επανάληψιν προειδοποιούσε ο Μακάριος, αλλά ταυτόχρονα άνοιξαν διάπλατα και την πόρτα εισόδου της Τουρκίας στην Κύπρο.  Τους πικρούς καρπούς του δίδυμου εγκλήματος του 1974, πραξικόπημα και εισβολή, εξακολουθεί να γεύεται σήμερα ο Κυπριακός Ελληνισμός.  Χειρότερο απ’ όλα όμως είναι ότι το μέλλον εξακολουθεί να παραμένει αβέβαιο…

Δυστυχώς η εμπάθεια και η έλλειψη συναισθηματικής νοημοσύνης, και στις μέρες μας, παρουσιάζονται σε αρκετές εκφάνσεις του δημόσιου βίου, περιλαμβανομένων των χώρων εργασίας σε διάφορα επίπεδα.  Προφανώς, αποφάσεις που λαμβάνονται και επιβάλλονται με εμπάθεια και με ιδιοτελή κριτήρια έχουν πολύ αρνητικές επιπτώσεις. 

Η χώρα μας αντιμετωπίζει σήμερα το υπαρξιακό ζήτημα του Κυπριακού καθώς και μια πολυδιάστατη οικονομική, κοινωνική, πολιτική αλλά και αξιακή κρίση. Κάτω από τις συνθήκες της τουρκικής κατοχής καθώς και ενός ρευστού και ασταθούς περιβάλλοντος στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, μιας Ευρώπης σε κρίση και με τη Βρετανία να επιθυμεί να επαναπροσδιορίσει το μέλλον της, η Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει να καταστεί ένα αποτελεσματικό κράτος και να προχωρήσει με συνεργασίες για την εξυπηρέτηση των εθνικών της στόχων. Δικαιολογημένες πικρίες για γεγονότα του παρελθόντος δεν μπορούν να αποτελέσουν αποτρεπτικούς παράγοντες για την οικοδόμηση συνεργασιών που θα διασφαλίζουν το μέλλον του Κυπριακού Ελληνισμού και της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Τις τελευταίες ημέρες συζητούνται έντονα οι προεκτάσεις του Brexit. Ο διάλογος αυτός επεκτείνεται σε ζητήματα που αφορούν την ιστορία των σχέσεων μεταξύ Κύπρου και Ηνωμένου Βασιλείου και την κατά καιρούς αρνητική στάση της Βρετανίας έναντι της χώρας μας. Όμως το μείζον ζήτημα είναι ποια θα πρέπει να είναι η πολιτική μας έναντι της Βρετανίας σήμερα για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων μας. Έχοντας υπ’ όψιν τις επιδιώξεις του Ηνωμένου Βασιλείου για συνεργασίες με κράτη μέλη της ΕΕ την επαύριο του Brexit, δεδομένων μάλιστα και των δεσμών της Κοινοπολιτείας, είναι προφανές ότι δημιουργούνται διάφορες ευκαιρίες σε όλα τα επίπεδα.

Στην παρούσα συγκυρία είναι σημαντικό να συζητηθεί το όλο πλέγμα των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών. Η Κυπριακή Δημοκρατία νομιμοποιείται να απαιτήσει όπως, με βάση τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης, η Βρετανία θα πρέπει να καλύπτει την ασφάλειά της. Επιπρόσθετα, η Βρετανία έχει την υποχρέωση να συμβάλει στην αποκατάσταση της ενότητας και εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας.  Επειδή έχουν ακουσθεί φωνές για απομάκρυνση των βάσεων υπογραμμίζεται ότι στην παρούσα συγκυρία τυχόν αποχώρηση των βρετανικών βάσεων θα προκαλούσε σημαντικό περιφερειακό κενό ασφαλείας το οποίο δεν θα μπορούσε να καλύψει η Κυπριακή Δημοκρατία. Αντίθετα, θα ευνοηθεί η Τουρκία από μια βρετανική απόσυρση.  Άλλωστε δεν είναι τυχαίο που τον Αύγουστο του 2015 ακόμα και ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ διατύπωσε τη θέση ότι διαφοροποίηση του συστήματος των εγγυήσεων θα αφορά μόνο την απόσυρση της Βρετανίας…

Η αποστασιοποίηση από τον συναισθηματικό μας κόσμο είναι συχνά δύσκολο εγχείρημα, αν όχι ακατόρθωτο. Όταν όμως τοποθετούμαστε για δημόσια ζητήματα, χωρίς να αγνοείται το συναίσθημα, θα πρέπει να επιστρατεύονται ο ορθολογισμός και η συναισθηματική νοημοσύνη στον ύψιστο βαθμό.


Top