Απόψεις Ανδρέας Θεοφάνους Πέρα από τα GCE και την κατάργηση των εισαγωγικών εξετάσεων

Πέρα από τα GCE και την κατάργηση των εισαγωγικών εξετάσεων

Ο Ανδρέας Θεοφάνους είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

 



Αφορμή για το κείμενο αυτό μου δίνει η νέα πρόταση του πρύτανη του Πανεπιστημίου Κύπρου για κατάργηση των εισαγωγικών εξετάσεων και την είσοδο όλων όσων επιθυμούν στο κρατικό πανεπιστήμιο.  Ο πρύτανης έχει προβεί μέσα σε λίγες μέρες σε μια μεγάλη στροφή: από υπέρμαχος της φιλοσοφίας της επιλογής των αρίστων και της διεύρυνσης των κριτηρίων αξιολόγησης με τα GCE στη μαζική είσοδο στο Πανεπιστήμιο Κύπρου χωρίς εξετάσεις.  Προβληματίζει το γεγονός ότι χωρίς ολοκληρωμένη μελέτη κατατίθεται μια τέτοια εισήγηση και γίνεται λόγος για συγκεκριμένα αποτελέσματα χωρίς διερεύνηση.

Σύμφωνα με την πρόταση, στο δεύτερο έτος θα συνεχίσουν αυτοί που θα εξασφαλίσουν «ψηλές» βαθμολογίες.  Επιπρόσθετα, κατά τον πρύτανη, η υλοποίηση της πρότασης «θα στοιχίσει μόνο 5 εκατομμύρια» και «δεν είναι οικονομικά απαγορευτική».  Οι οικονομικές προεκτάσεις είναι πολύ μεγαλύτερες από αυτές που εκ πρώτης όψεως νομίζει ο πρύτανης, ο οποίος αναφέρει επίσης ότι μια τέτοια εξέλιξη θα αντιμετωπίσει το πρόβλημα της παραπαιδείας.  Όπως έχει ήδη επισημανθεί, ένα πιθανό αποτέλεσμα είναι ότι η παραπαιδεία θα μεταφερθεί σε άλλα επίπεδα – ιδιαίτερα μαθήματα για συνέχιση των σπουδών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.  Επιπρόσθετα, υπογραμμίζεται συναφώς ότι σύμφωνα με Εκθέσεις του ΔΝΤ των τελευταίων χρόνων το Πανεπιστήμιο Κύπρου έχει το πιο ψηλό κόστος ανά φοιτητή στην Ευρώπη.  Ακόμα και μετά την οικονομική κρίση και παρά τις περικοπές εξακολουθεί να υφίσταται το θέμα του ψηλού κόστους ανά φοιτητή στο κρατικό πανεπιστήμιο.  Με βάση τα υφιστάμενα δεδομένα θα ήταν αδύνατο αλλά και μη ορθολογιστικό για το κράτος να χρηματοδοτήσει εξ ολοκλήρου μια τέτοια πολιτική. 

Υπάρχουν τουλάχιστον δύο διαστάσεις που θα πρέπει να αξιολογηθούν σε σχέση με τυχόν υλοποίηση μιας τέτοιας πρότασης:

(α)    η στατική και δυναμική εξέλιξη και

(β)    η αποσπασματική και ολοκληρωτική προσέγγιση.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση μια αποσπασματική προσέγγιση έχει ως επίκεντρο το Πανεπιστήμιο Κύπρου και την υπόθεση εργασίας ότι ανεξαρτήτως κόστους οι φορολογούμενοι και το κράτος οφείλουν να το καταβάλλουν.  Από την άλλη μια ολοκληρωμένη προσέγγιση λαμβάνει υπ΄ όψιν όχι μόνο το ευρύτερο πεδίο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση αλλά και τις γενικότερες οικονομικές προεκτάσεις.  Μεταξύ άλλων, εγείρονται διάφορα ερωτήματα, όπως κατά πόσον με αυτό το υπόδειγμα η τριτοβάθμια εκπαίδευση θα στηρίζεται κυρίως στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, κατά πόσον οι δημόσιοι πόροι θα αξιοποιούνται με τον πιο ορθολογιστικό και δίκαιο τρόπο και το πώς επηρεάζεται ο διαχρονικός στόχος της πολιτείας για μετατροπή της Κύπρου σε ακαδημαϊκό κέντρο.

Η στατική προσέγγιση αξιολογεί μόνο τη στιγμιαία και τη βραχυπρόθεσμη διάσταση στα άμεσα εμπλεκόμενα μέρη.  Η δυναμική διάσταση αξιολογεί ευρύτερες διαστάσεις και όλους τους συναφείς παράγοντες.  Έτσι με τη στατική προσέγγιση, μεταξύ άλλων, θα αξιολογηθούν τα αποτελέσματα της υλοποίησης της εισήγησης κυρίως για το πρώτο έτος.  Η δυναμική διάσταση αξιολογεί άμεσες και έμμεσες προεκτάσεις σε όλους τους τομείς βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.

Αναμφίβολα υπάρχουν σοβαρά προβλήματα στον χώρο της μέσης και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης όπως μείωση των επιδόσεων σε πολλά θέματα (π.χ. μαθηματικά και ελληνικά) ενώ δεν καλλιεργείται στον απαιτούμενο βαθμό η κριτική σκέψη.  Δεν αποτελεί έκπληξη ότι ο στόχος της πολιτείας για μετατροπή της Κύπρου σε ακαδημαϊκό κέντρο δεν έχει επιτευχθεί μέχρι τώρα.  Για ένα ξένο φοιτητή ο οποίος προβληματίζεται για τις επιλογές του το ύψος των διδάκτρων, η ποιότητα και η παράδοση είναι καθοριστικά στοιχεία.  Ένας βασικός λόγος, όχι ο μόνος, για την αποτυχία της υλοποίησης του συγκεκριμένου στόχου είναι ότι η πολιτεία δεν αντικρίζει ισότιμα τους φοιτητές, τα πανεπιστήμια και τους ακαδημαϊκούς.  Εάν, για παράδειγμα, το κράτος στα πλαίσια μιας ισότιμης προσέγγισης διαφοροποιούσε την πολιτική του και κατέβαλλε μέρος των διδάκτρων του κάθε Κύπριου φοιτητή σε όλα τα πανεπιστήμια στην Κύπρο, τότε τα δεδομένα θα άλλαζαν δραστικά.  Μεταξύ άλλων, κάτω από τέτοια δεδομένα και το ίδιο το Πανεπιστήμιο Κύπρου θα είχε δίδακτρα.  Με το ίδιο σκεπτικό το κράτος θα μπορούσε να ενθαρρύνει τη συνεργασία ή ακόμα και τη συγχώνευση ιδρυμάτων.

Εν ολίγοις, πέρα από τα GCE και τις εισαγωγικές εξετάσεις, η ουσία είναι ότι ως πολιτεία και κοινωνία θα πρέπει να τοποθετηθούμε σε συγκεκριμένα θέματα που αφορούν την παιδεία και να πράξουμε ανάλογα.  Η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης, η διασύνδεση της εκπαίδευσης με την κοινωνία και την αγορά εργασίας πρέπει να είναι βασικοί στόχοι.  Αλλά και η μετατροπή της Κύπρου σε ακαδημαϊκό κέντρο πρέπει να είναι ύψιστη προτεραιότητα, όχι μόνο για να υπάρξει επιτέλους ένας νέος μοχλός οικονομικής μεγέθυνσης και ανάπτυξης αλλά και για να εκπληρωθούν υψηλοί κοινωνικοί, πολιτικοί και πολιτιστικοί στόχοι.  Αυτή η εξέλιξη δεν μπορεί να καταστεί εφικτή ούτε το 3015 με το υφιστάμενο υπόδειγμα με το οποίο η πολιτεία θεωρεί το Πανεπιστήμιο Κύπρου ως το κατ΄ εξοχήν ακαδημαϊκό ίδρυμα και τα ιδιωτικά πανεπιστήμια ως δευτέρας κατηγορίας ιδρύματα εάν όχι ως αναγκαίο κακό.  Το όλο τοπίο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση αλλά και οι προοπτικές της Κύπρου θα βελτιωθούν σημαντικά εάν η πολιτεία αντικρίσει τους φοιτητές, τα πανεπιστήμια και τους ακαδημαϊκούς ισότιμα και αξιοποιηθούν οι περιορισμένοι πόροι με τον πιο ορθολογιστικό και δίκαιο τρόπο.


Top